ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ, διήγημα




Μέρος πρώτο

   Τριάντα δύο χρόνια στις θάλασσες μέτραγε στις πλάτες του ο Μιχάλης. Από τα δεκατέσσερά του που ανοίγονταν στα ανοιχτά της Κρήτης με το σκαρί του θείου Παναγή για να ψαρέψουνε σίδερα και σκουριασμένες άγκυρες. Πουλάγανε το μέταλλο για να χορτάσουν οχτώ στόματα. Αυτόν και τον αδερφό του, ορφανά από μάνα και πατέρα, το θείο και τη θεία και τις τέσσερις ξαδέρφες. Ο αδερφός του ο Γιώρης σπούδαζε μηχανικός στα καράβια. Στα δεκάξι του του βγαλε ναυτικό βιβλιάριο και μπαρκάρανε μαζί στη Χρυσάνθη.
   «Δεν είσαι για καράβια εσύ όμορφό μου αγόρι», έκλαιγε η θεία κάθε φορά που τους αποχαιρετούσε στο λιμάνι.
   Και πράγματι, ο Μιχάλης ήταν, σε αντίθεση με τον σκληροτράχηλο αδερφό του, ένα παλικαράκι όμορφο σαν άγγελος, λεπτό κι ευγενικό, με κάτι δαχτυλάκια σαν γυναίκας και ψυχή παιδιού. Τι του χε απομείνει από όλα αυτά; Την ομορφιά του είχανε σκάψει αμέτρητες ρυτίδες. Η αρμύρα είχε σκουριάσει την ευγένεια κι οι τρόμοι είχαν ασπρίσει τα μαλλιά του. Μες το πιοτό και τα καταγώγια είχε βρωμίσει η παιδική ψυχή κι οι κάβοι είχαν σκληρύνει τα λεπτά του χέρια. Στην αγκαλιά του είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους οι γυναίκες των λιμανιών. Ήτανε μια εποχή που ακόμα κράταγε σφιχτά το όνειρο του παλιού εαυτού του.
   «Φέρε ένα ακόμα», έκανε νόημα στον μπάρμαν για ουίσκι, να πιεί μήπως και ξαναθυμηθεί.
   Να θυμηθεί...
  «Χα!», γέλασε μόνος του γεμίζοντας απ το μπουκάλι το ποτήρι.
   Πώς του χε έρθει στο μυαλό πάλι το Φροσάκι. Πάντα το θυμόταν όποτε έπινε πολύ. Θα τανε είκοσι χρόνια. Μπα, παραπάνω. Θυμόταν τα αδύνατα χεράκια του που κρατούσαν τον ταβλά με τα τσιγάρα και τις σοκολάτες στην προκυμαία στον Περαία. Θα ταν δε θα ταν εφτά οχτώ χρονών. Κακοκουρεμένα αγορίστικα τα μαλλάκια του. Αγέλαστο κι αμίλητο. Μόνο «τσιγάρα σοκολάτες» ψέλλιζε με τη μικρή φωνούλα του παρακλητικά. Ο Μιχάλης, είκοσι δύο- είκοσι τριών χρονών τότε, όποτε το βλεπε του αγόραζε όλο τον ταβλά κι ας μην κάπνιζε. Το βαζε μετά πάνω σε ένα ψηλό κάγκελο ή ένα κλαδί δέντρου και τρώγανε τις σοκολάτες παρέα. Μετά την πρώτη σοκολάτα ένα πασαλειμμένο χαμόγελο φώτιζε το μουτράκι του κι άρχιζε να τον πειράζει και να παίζει.
   «Θείε Μίχο!» τον φώναζε κάθε φορά που έφτανε το εμπορικό στο λιμάνι. Ήξερε πάντα πότε θα γυρνούσε. Κάποιες φορές έκαναν μήνες να δέσουν στον Περαία, μα το Φροσάκι ήτανε πάντα εκεί, με τις σοκολάτες και τα τσιγάρα του, στη σκληρή βιοπάλη που την είχαν πετάξει ένας μέθυσος πατέρας και μια άρρωστη μάνα. Κι ύστερα, κάποια φορά, θα κόντευε τα δώδεκα πια, τον αποχαιρέτησε με κλάματα κρατώντας στην αγκαλιά της  μια κουκλίτσα που της είχε φέρει. 
   «Αντίο Μίχο μου», του κούνησε το χέρι και δεν το ξανάδε πια.
   Ήταν πίστευε το τελευταίο κομματάκι ανθρωπιάς που του χε μείνει. Χάνοντάς την έχασε και τη θύμηση απ τον παλιό εαυτό του.
   Μετά είχε αλλάξει μπάρκο, είχε χαθεί από τον Πειραιά. Χρόνια. Τώρα είχε ξανάρθει μόνο για να φτιάξει χαρτιά για σύνταξη. Να κατοχυρώσει το δικαίωμα. Ένα τελευταίο ταξίδι και θα τα παράταγε. Λεφτά δόξα το θεό είχε μαζέψει αρκετά για να ζήσει. Θα γυρνούσε στο χωριουδάκι του στην Κρήτη, θα χτιζε στο οικόπεδο που του χε αγοράσει ο θείος του ένα πέτρινο σπιτάκι και θα γέμιζε τον κήπο με τις άσπρες και κίτρινες μαργαρίτες που λάτρευε. Τις μαργαρίτες που του θύμιζαν τη μάνα του. Το μόνο που θα του λειπε απ τα ταξίδια ήταν ο Στρατής, δέκα χρόνια μικρότερός του, φίλος του κι αδερφός, που τα τελευταία οχτώ χρόνια τον είχε υπό την προστασία του. Νόμιζε τάχα πως μπορούσε να τον προφυλάξει, να μην καταντήσει σαν και τα μούτρα του. Πώς θα του έλεγε αντίο; Ως τότε όμως...
   Έκρυψε το μπουκάλι στην εσωτερική τσέπη του τζην μπουφάν, πλήρωσε τον μπάρμαν βγάζοντας ένα πάκο πεντοχίλιαρα κι έφυγε απ το μαγαζί τρεκλίζοντας. Στο δρόμο περπατούσε άσκοπα κι έπινε, χαμένος στον κόσμο του. Κάποιοι ξενύχτηδες που κυκλοφορούσαν τον κοιτούσαν καλά καλά. Τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο έτρεχαν ασταμάτητα σαν κύματα. Οι ήχοι ακούγονταν μακρινοί και ξένοι. Παραπατούσε και συνέχιζε να πίνει. Κάποτε τα μεθυσμένα του βήματα τον έφεραν σε ένα φτωχικό δρομάκι, γεμάτο με μισοερειπωμένα χαμηλά σπίτια με κόκκινα φωτεινά μάτια. Τα έβλεπε όλα διπλά. Διπλές φιγούρες γυναικών του έκαναν νόημα να πάει κοντά τους. Άκουσε τακούνια να τρέχουν στην άσφαλτο και ένα γυναικείο χέρι τον έπιασε αγκαζέ. Κοίταξε την πόρνη με τα μάτια του μισόκλειστα, κι ήτανε μια άθλια ύπαρξη, κοκαλιάρα και βαμμένη υπερβολικά, τόσο που φαινόταν ακόμη πιο άσχημη. Από το δεξί της χέρι της έλειπαν τα δυο τελευταία δάχτυλα.
   «Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου, πεινάω», τον χαστούκισε η ειλικρίνειά της και την άφησε να τον οδηγήσει σε ένα σκοτεινό ημιυπόγειο.
   Η γυναίκα άναψε ένα πορτατίφ κι έκατσε στο κρεββάτι να βγάλει τα τακούνια από τα πονεμένα της πόδια. Έτρεμε. Ο Μιχάλης έβγαλε το μπουκάλι από την τσέπη του και το ακούμπησε στο διπλανό κομοδίνο. Έβγαλε και το μπουφάν και το ακούμπησε σε μια καρέκλα. Με αργές κινήσεις η πουτάνα έβγαλε την μπλούζα της και φάνηκαν τα πλευρά της που διαγράφονταν πάνω στο μαραμένο κορμί της. Σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος του και έβγαλε και το σουτιέν της. Στο μουτζουρωμένο της πρόσωπο έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα, παρασέρνοντας μαζί τους στρώματα μπογιάς.
   «Γ...γιατί κλαις;», τη ρώτησε μέσα στο μεθύσι του ο Μιχάλης.
   Έστρεψε το πρόσωπό της στο κομοδίνο, κι ο Μιχάλης έπιασε το μπουκάλι και τη ρώτησε.
   «Θες;» 
   Και τότε πήρε το μάτι του μια παλιά παιδική κούκλα πάνω στο κομοδίνο, και το μπουκάλι του πεσε απ τα χέρια. Η γυναίκα έκανε το γύρο του κρεβατιού και πήγε να τον αγκαλιάσει, ψελλίζοντας «Μίχο μου». Πισωπάτησε. Έπιασε το μπουφάν του τρομαγμένος. Για να φύγει; Όχι. Σκέπασε τη γύμνια της γυναίκας και την κράτησε από τους ώμους κοιτάζοντάς την με βλέμμα τρελό. Το μεθύσι του είχε φύγει απότομα, σαν να το ξέρασε με την κομμένη του ανάσα.
   «Φρ...Φροσάκι;» τραύλισε, κι άκουσε το κλάμα της και τα κόκαλά της να τρίζουν καθώς την έσφιγγε ασφυκτικά στην αγκαλιά του.
  
 

Μέρος δεύτερο

   Τους πήρε το πρωί ώσπου να πουν τα βάσανά τους. Ενδιάμεσα η Φρόσω ξέπλυνε τις μπογιές από το πρόσωπό της και τη λακ απ τα μαλλιά της, και φάνηκε κάτι απ την ομορφιά της και τα νιάτα της.
   «Είναι δικό σου εδώ;», τη ρώτησε ο Μιχάλης σκεφτικός.
   «Όχι, το πληρώνω».
   «Μάζεψε τα πράγματά σου, φεύγουμε».
   Να πάμε που; Σκέφτηκε η Φρόσω, μα δεν ρώτησε τίποτα. Οπουδήποτε θα ήταν καλύτερα από κει. Άλλαξε ρούχα. Έβαλε δυο τρία ρουχαλάκια ακόμη μέσα σε μια τσάντα, έβαλε μέσα και την κούκλα της κι ήταν έτοιμη. Δεν ήθελε τα ρούχα της δουλειάς μαζί της, ούτε τίποτε άλλο που να της θύμιζε εκείνο το καταγώγιο και τα αισχρά τελευταία δεκαοχτώ χρόνια της ζωής της. Την άρπαξε ο Μιχάλης από το σακατεμένο της χέρι και φύγανε τρέχοντας. Στο δρόμο στάθηκε σε ένα περίπτερο και της πήρε σοκολάτες. Γέλασε η Φρόσω και τα μάτια της βούρκωσαν. Την πήγε εκεί που έμενε, στο σπίτι ενός παλιού του καπετάνιου που χε από χρόνια βγει σε σύνταξη.
   «Καπετάνιε να σου συστήσω το Φροσάκι. Θα μείνει εδώ μαζί σου ώσπου να γυρίσω απ το ταξίδι».
   Η Φρόσω τον κοίταξε απελπισμένα.
   «Πότε θα φύγεις;»
   «Έχουμε ακόμα».
   Δώδεκα μέρες είχανε ακόμα. Δώδεκα νύχτες κοιμηθήκαν σε διπλανά ντιβάνια και δώδεκα πρωινά ξύπνησαν στριμωγμένοι στο ένα, αγκαλιασμένοι σαν αδέρφια. Δώδεκα μεσημέρια και δώδεκα βράδια φάγανε μαζί, κι εκατόν είκοσι φορές θέλησε ο Μιχάλης να τη φιλήσει και δεν το κανε. Τα πρωινά έλειπε, έτρεχε για διάφορα χαρτιά που χρειαζόταν. Το χάραμα προτού φύγει για το καράβι, η Φρόσω έκλαψε και τον παρακάλεσε να μείνει. Του δειξε ένα άσπρο φόρεμα που το χε ράψει μόνη της, με αμέτρητες κεντημένες λευκές και χρυσαφιές μαργαρίτες.
   «Για το γάμο μας», του είπε μέσα σε αναφιλητά κι έπεσε πάνω στο άστρωτο κρεβάτι τρέμοντας.
   «Σώπα, μην κλαις», της είπε μόνο ο Μιχάλης κι ύστερα φορτώθηκε το σάκο του κι έφυγε.
   Με κάποια αλλόκοτη διαίσθηση, η Φρόσω το ξερε πως το καράβι εκείνο δεν θα τον έφερνε πίσω ξανά...    

Μέρος τρίτο

   Εκείνο το καλοκαίρι πέρασε όλο περιμένοντάς τον. Τρεις μήνες ήτανε το τελευταίο του μπάρκο, πάνω στο θαλασσοδαρμένο Άγιος Γεώργιος. Στις δεκαπέντε Αυγούστου, ανήμερα της Παναγίας, άκουσαν στο απογευματινό δελτίο στην τηλεόραση το μαύρο μαντάτο. Κακοκαιρία έξω απ το Γιβραλτάρ. Λάθος του καπετάνιου είπαν στην αρχή. Μετά είπαν πως ο καπετάνιος δεν ήταν καν στη γέφυρα, αλλά μεθυσμένος στην καμπίνα του. Σαράντα οχτώ ζωές κρατούσε στα χέρια του, κι εκείνα τα χέρια έτρεμαν. Τριάντα έναν μαζέψανε οι διασώστες ζωντανούς μέσα στις σωστικές λέμβους. Ανάμεσά τους κι ο Στρατής. Ευστράτιος Λαμπράκης. Δέκα εφτά ακόμα αγνοούμενοι. Ανάμεσά τους κι ο Μιχάλης. Μιχαήλ Αφεντάκης. Μέσα στις επόμενες ώρες έντεκα νεκροί, οι δυο αταυτοποίητοι. Την επομένη το χάραμα ψαρέψανε έναν Ιταλό βαριά τραυματισμένο στο κεφάλι που μεταφέρθηκε επειγόντως στη Σεβίλλη. Είπαν πως η τέταρτη σωστική λέμβος δεν βρέθηκε, άφηναν ελπίδες να βρουν τους πέντε τελευταίους ζωντανούς. Οι νεκροί ταυτοποιήθηκαν, ήτανε  δυο αδέρφια από την Καλαμάτα. Την πέμπτη ημέρα βρέθηκε η λέμβος με έναν επιζήσαντα, έναν δεκαοχτάχρονο Γάλλο, Αντρέ Σαττώ. Την έκτη ημέρα οι έρευνες σταμάτησαν, λόγω κακοκαιρίας. Την έβδομη άλλα δυο πτώματα ξεβράστηκαν στα βράχια. Στα εννιάμερα της Παναγίας οι έρευνες σταμάτησαν οριστικά. Οι τελευταίοι τέσσερεις αγνοούμενοι θα έμεναν αγνοούμενοι για πάντα. Και ο Μιχάλης ήτανε ένας από αυτούς.

Μέρος τέταρτο

  Τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου η Φρόσω μαζί με τον γέρο-καπετάνιο έτρεξαν, ρώτησαν, έκλαψαν. Τους είκοσι δύο Έλληνες που είχαν βρεθεί ζωντανοί, μαζί με άλλους δέκα μέσα σε κάσες τους έβαλαν σε μια πτήση Μαδρίτη Αθήνα και τους έστειλαν στην Ελλάδα. Για λόγους ανθρωπιάς η πτήση παρέμεινε κρυφή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αν και τελικά την ημέρα της επιστροφής τους οι επιζήσαντες δε γλίτωσαν από τους παπαράτσι. Η Φρόσω έβλεπε τις ειδήσεις βουρκωμένη. Λίγο μετά τις εννιά το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο στο κάτω πάτωμα. Ο καπετάν Αργύρης το σήκωσε, και λίγα λεπτά αργότερα άρχισε να φωνάζει με φωνή σπασμένη απ τη συγκίνηση τη Φρόσω. Στο τηλέφωνο ήταν ο Στρατής. Έκλαιγε κι εκείνος.
   «Πρέπει να σε δω. Έχω να σου πω πολλά», κατάφεραν τελικά ανάμεσα σε λυγμούς να συνεννοηθούν.
   «Θα περάσω αύριο το απόγευμα από εκεί», υποσχέθηκε χωρίς να πει περισσότερα και έκλεισε.
   Η Φρόσω ήτανε μέρες τώρα άγρυπνη και νηστική, μα ήταν λες και ο πόνος της για τον Μίχο να γινόταν όλος ομορφιά και να τη στόλιζε. Ο Στρατής τη βρήκε στην αυλόπορτα, κι αμέσως σαν να τους έδενε μια ακλόνητη σχέση αγκαλιάστηκαν κι έκλαψαν και μπήκαν μέσα στο σπίτι πιασμένοι από τους ώμους.
   Δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσουν για να τους πει.
   «Έκατσε σαν καπετάνιος πάνω στο καράβι για να γλιτώσει όποιον μπορούσε. Είχαμε μείνει καμιά δεκαριά πάνω στο κατάστρωμα και τα κύματα έφταναν πέντε έξη μέτρα ψηλά. Βοή, πανικός, έτριζαν οι λαμαρίνες κι έσπαγαν κι ότι μπορείς να φανταστείς πετούσε στον αέρα. Η μια αλυσίδα του αμπαριού λύθηκε και τινάχτηκε σα μαστίγιο. Σκότωσε τον μάγειρα επιτόπου, χτύπησε πάνω στην τιμονιέρα κι η άκρη της σφύριξε δίπλα μου κι έσκασε πάνω στο Μίχο. Νόμισα πως άκουσα τα κόκαλά του να σπάνε. Στάθηκε για λίγο σαν να θελε να αποφασίσει αν θα έπεφτε ή θα έμενε όρθιος. Έγειρε, μα ύστερα σηκώθηκε και τρεκλίζοντας με βούτηξε από το τσουλούφι. Εγώ είχα παγώσει. Αν δε με πέταγε στη θάλασσα δίπλα στη σωστική λέμβο θα χα βουλιάξει μαζί με το καράβι. Του φώναξα να πέσει κι αυτός, αλλά ήθελε να πάει να λύσει την τελευταία λέμβο. Μου πέταξε το τσαντάκι του, που φύλαγε όλα τα χαρτιά και τα λεφτά του και μου πε «άντε, γεια, εγώ πάω για την Καζαμπλάνκα». Πάντοτε έτσι έλεγε όταν μιλούσε για τον θάνατο... «όταν θα πάω στην Καζαμπλάνκα».
   Ο Στρατής σταμάτησε για να σκουπίσει τα μάτια του με τα χέρια του , κι άπλωσε να δώσει στη Φρόσω το μαύρο δερμάτινο τσαντάκι.
   «Τα βράδια όταν δεν είχαμε βάρδια, μου μιλούσε για σένα. Σαν μικρό παιδί έκανε. Γελούσε και μου λεγε να, ένα τέτοιο κορίτσι θα θελα να σου βρω κι εσένα».
   Μέσα στο τσαντάκι η Φρόσω βρήκε ένα πάκο χαρτιά, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης, τίτλους ιδιοκτησίας, βιβλιάρια, ένα πάκο χαρτονομίσματα, έναν χρυσό σταυρό και ένα κουτάκι με δυο πλατινένιες βέρες. Μέσα στο κουτάκι, πολλές φορές διπλωμένο, ήτανε ένα γράμμα. Η Φρόσω το διάβασε σαν χαμένη και το έδωσε και στον Στρατή να το διαβάσει.

   «Φροσάκι μου,
Αν διαβάζεις τώρα αυτές τις λέξεις θα πει πως εγώ έχω φύγει για την Καζαμπλάνκα, και πως ο Στρατής μάλλον είναι απέναντί σου. Το πόσο σας αγαπώ και τους δύο δεν το φαντάζεστε. Μέσα στο κουτάκι έχω δυο βέρες. Τις πήρα για μας, μωρό μου, μα μην κλαις. Θα θελα στη μια να γράψεις μέσα Φρόσω, και στην άλλη Στρατής. Ότι υλικά αγαθά έχω τα χω γράψει στο όνομά σου, μα την ψυχή μου την έχω κρύψει μέσα στον Στρατή. Αν είσαστε μαζί τότε κι εγώ μπορώ να είμαι αναπαυμένος. Να χτίσετε ένα πέτρινο σπιτάκι στο κτήμα στο χωριό και στον κήπο να φυτέψετε πολλές μαργαρίτες. Κι αν κάνετε κάποτε ένα αγοράκι, θα θελα να το βγάλετε Μιχάλη. Έτσι θα ναι σαν να μαι ζωντανός ξανά. Να με αφήνετε στον κήπο να παίζω με τις μαργαρίτες. Βιαστείτε, δεν μπορώ να περιμένω. Σας φιλώ και τους δυο,
                                                      ο Μίχος σας»  



Μέρος πέμπτο 

   Δεν χρειάστηκε να το συζητήσουν. Κοιτάχτηκαν στα μάτια μόνο και συμφώνησαν κι οι δυο πως ήταν ο μόνος τρόπος για να τον τιμήσουν. Μέσα σε μια παράξενη μελαγχολία, άρχισαν τις ετοιμασίες για τον γάμο. Θα ήταν ο πιο αλλόκοτος γάμος που θα χε γίνει ποτέ. Δεν της πήγαινε η καρδιά της Φρόσως να φορέσει το λουλουδάτο φουστανάκι που χε φτιάξει για τον Μίχο, έτσι αγόρασε ένα θαλασσί ταγιεράκι. Ο Στρατής έτρεξε να ετοιμάσει τα χαρτιά τους και βρήκε έναν παπά για να τελέσει το μυστήριο. Έκλεισαν ημερομηνία, κι έτυχε να πέφτει πάνω στις σαράντα μέρες από το ναυάγιο. Η τελετή θα γινόταν σε ένα μικρό εκκλησάκι με θέα τη θάλασσα. Όλες αυτές τις μέρες η Φρόσω κι ο Στρατής βλέπονταν λίγο, κι όλο για το Μιχάλη μιλούσαν. Πολλές φορές έκλαιγαν, άλλες γελούσαν. Τη νύφη θα συνόδευε στην εκκλησία ο καπετάν- Αργύρης. Μόνο η μάνα του Στρατή θα τανε ακόμα, και ένας φίλος του που θα τανε ο κουμπάρος. Την τελευταία στιγμή, δυο μέρες πριν το γάμο, σκέφτηκαν να καλέσουν και τον αδερφό του Μίχου, τον Γιώρη. Δυστυχώς δεν τον βρήκαν. Κάποια ξαδέρφη του στην Κρήτη που βρήκαν το τηλέφωνό της τους είπε πως είχε φύγει δυο μέρες πριν άρων άρων από το σπίτι του και δεν είχε επικοινωνήσει ακόμα.
   «Αν επικοινωνήσει να του πείτε στον Άγιο Νικόλα στη Βάρκιζα, στις 8», άφησε μήνυμα ο Στρατής κι έκλεισε.
   Από τις εφτάμιση περίμενε έξω από το εκκλησάκι ο γαμπρός, στενάχωρος μέσα στο μαύρο κοστούμι του. Ένα σφίξιμο στην καρδιά τον έπνιγε.
   «Αχ, ρε Μίχο, εγώ έπρεπε να μαι στην Καζαμπλάνκα τώρα, κι εσύ να σαι εδώ», μουρμούραγε και κράταγε με κόπο τα δάκρια να μην ξεχειλίσουν από τα μάτια του.
   Λίγα λεπτά πριν φτάσει η Φρόσω με το αμάξι, κάποιος ηλιοκαμένος γέρο ναυτικός πλησίασε τον Στρατή και του πε πέντε κουβέντες σοβαρός. Ο Στρατής μπήκε στο ιερό βιαστικός και κάτι είπε στον παπά, που τον κοίταξε καλά καλά και σταυροκοπήθηκε. Μίλησε και στη μάνα του, που έβαλε αγριεμένη τις φωνές.
   «Τι με τραβολογάς παιδάκι μου πέρα δώθε, αν δεν το χεις πάρει ακόμα απόφαση να παντρευτείς;»
   «Είναι πράματα αυτά τώρα;», τον κατσάδιαζε ακόμη, όταν το αυτοκίνητο με τη Φρόσω σταμάτησε στο χωματόδρομο έξω από το εκκλησάκι.
   «Αναβάλλεται για την άλλη Κυριακή ο γάμος, Φροσάκι. Συγχώρεσέ με, κάτι μου έτυχε», είπε αινιγματικά ο Στρατής κι έκανε νόημα στον οδηγό να ξαναφύγει.
   Η Φρόσω βουβάθηκε.
    «Το μετάνιωσε», σκέφτηκε. «Ίσως να ναι καλύτερα».
   Όλη την εβδομάδα ο Στρατής δεν έδωσε σημεία ζωής, και μόνο την Κυριακή το πρωί πήρε τηλέφωνο τον καπετάν Αργύρη και του πε να φέρει τη Φρόσω στην εκκλησία. Αυτή τη φορά κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και μπήκαν στο ναό, αλλά πάλι κάποια παράξενη αναμονή δημιουργούσε ταραχή και σχόλια. Στο τέλος ο παπάς φουρκίστηκε, έπιασε τον Στρατή από το μπράτσο και τον πήρε παράμερα να του τα ψάλει. Εκείνος του πε κάτι εμπιστευτικά, του δωσε ένα χαρτί και έκανε ένα νόημα σαν να λεγε περίμενε μισό λεπτό. Ο παπάς σταυροκοπήθηκε πολλές φορές και μπήκε φουριόζος στο ιερό. Η Φρόσω ήθελε να πάει να πει στον Στρατή πως δεν πείραζε αν το μετάνιωσε, αλλά ο καπετάν Αργύρης δεν την άφησε. Ένα αυτοκίνητο ακούστηκε να σπινιάρει στα χαλίκια και να φρενάρει απότομα. Πόρτες άνοιξαν κι έκλεισαν με πάταγο. Κόντευε εννιά. Ο Στρατής ειδοποίησε τον παπά να βγει, κι ύστερα έτρεξε στην πορτούλα της εκκλησίας, όπου εμφανίστηκε η ψηλή και γεροδεμένη φιγούρα του Γιώρη.

Μέρος έκτο

   Ο γάμος έγινε κανονικά τελικά. Η νύφη έκλαιγε, ο γαμπρός γέλαγε. Έκαναν αργά το γύρο της αγίας τράπεζας κι ήπιαν από το ίδιο ποτήρι. Μόλις ακούστηκε το «ο γαμπρός να φιλήσει τη νύφη», βούιξε το εκκλησάκι από χειροκροτήματα. Μέχρι κι ο παπάς χειροκρότησε. Μετά από όλα τα ευτράπελα που είχαν προηγηθεί, ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Βλέπεις πίσω απ τον Γιώρη, στηριγμένος στον ώμο του και με αγωνιώδη προσπάθεια, μέτραγε ένα ένα τα βήματά του ο Μίχος. Το χάραμα που τον είχανε ψαρέψει μισοπεθαμένο από τα κύματα το μόνο που μουρμούραγε ήταν ένα ιταλικό τραγουδάκι. Χαρτιά δεν είχε πάνω του, ήταν και σε κρίσιμη κατάσταση και δεν έψαξαν παραπάνω την ταυτότητά του. Τον είχανε εξάλλου ξεγραμμένο. Χαμένα τα λογικά του, χτυπημένος στα πλευρά και στο κεφάλι από την αλυσίδα του αμπαριού, με τα πόδια του να αρνούνται να υπακούσουν τις εντολές του, είχε μείνει στο νοσοκομείο της Σεβίλλης σε κωματώδη κατάσταση πάνω από ένα μήνα, χωρίς να τον αναζητήσει κανείς. Πριν καμιά δεκαριά μέρες που χε αρχίσει να συνέρχεται είχε ζητήσει τον αδερφό του. Κι εκείνος έτρεξε αμέσως. Όλα τα υπόλοιπα έγιναν σαν παραμύθι. Η Φρόσω όταν τον είδε πήγε να λιποθυμήσει. Μέχρι και το φουστανάκι με τις μαργαρίτες της είχε φέρει να φορέσει. Αργά το ίδιο βράδυ, εκείνα τα δύο βασανισμένα πλάσματα, αγκαλιασμένα μέσα στα κάτασπρα σεντόνια, δεν ήτανε η Φρόσω η πουτάνα και ο Μιχάλης ο σακάτης, αλλά δυο άγγελοι πανέμορφοι που ακτινοβολούσανε αγάπη κι ευτυχία. Το άλλο πρωί ένα ταξίδι τους περίμενε. Ένα ταξίδι στην Καζαμπλάνκα για να περάσουν το μήνα του μέλιτος.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.