ΜΙΑ ΣΦΑΛΙΑΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ




            Όλες οι ιστορίες που έχουν κάποιο ενδιαφέρον ξεκινούν με το «Μια φορά κι ένα καιρό». Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν, σε τόπο μακρινό και χρόνους άλλους από τους σημερινούς, σε δάσος βαθύ, στον Κάμπο, όπως ονόμαζαν τη κοιλάδα κάτω από την κορυφή στο Ψηλό Βουνό τα ζώα που ζούσαν εκεί, έγινε μεγάλος σαματάς.

       Συνήθως τα ζώα κοιτούσαν τη δουλειά τους, δηλαδή να βρουν φαγητό ή να μη γίνουν φαγητό, να βγάλουν τη μέρα, ή αν ήταν εποχή ζευγαρώματος να κάνουν ένα καλό ή πολλά καλά πηδήματα και να εξασφαλίσει το καθένα τη συνέχιση του είδους του στο χρόνο. Δε τα καταφέρναν όλα σ’ αυτό γι’ αυτό και υπήρχαν μεγάλα ποσοστά μαλακίας στο δάσος. Το «γειά σου ρε μαλάκα» ή το «καλώς το μαλάκα» π.χ. το άκουγες πιο συχνά από το «γειά σου ρε μπήχτη». Παραδόξως όμως, όπως μόνο η φύση το καταφέρνει, όλα τα είδη ευδοκιμούσαν και συνέχιζαν τη μικρή ή μεγάλη ζωή τους αρμονικά, εκτός από κανά δυό εξαλείψεις ειδών (το ένα ήταν νόστιμο λένε και το φάγανε τα σαρκοβόρα και το άλλο είχε περισσότερους μαλάκες από όσους μπορούσε να αντέξει, έτσι αυτοκτόνησε με αγαμία).
     Πότε πότε κάποιο σαρκοβόρο πατούσε τη περιοχή του άλλου και γινότανε τσαμπουκάς, αλλά σε γενικές γραμμές η ζωή βολόδερνε μεταξύ αναμασήματος και κατακρεουργήματος, πληκτικά αδιάφορη και νυσταλέα.

      Το δάσος ήταν μοιρασμένο ανάλογα με τις ανάγκες ή την απληστία του καθενός. Εντάξει περισσότερο ανάλογα με την απληστία, ειδικά όταν αυτή υποστηριζόταν από κοφτερά νύχια και δόντια ή μεγάλο όγκο και κέρατα. Ήταν βέβαια κι αυτά τα ζώα που δεν είχαν τίποτα από τα παραπάνω, αλλά ήξεραν πώς να ξεψειρίζουν και να γλείφουν τους δυνατούς. Έτσι έγλειφαν κανένα κόκκαλο και γλύτωναν τα δικά τους, θέμα στιγμής, ευκαιρίας και διάθεσης, καταλαβαίνετε φαντάζομαι. Τα μικρά ζώα, τα αδύναμα, εκπλήρωναν κι αυτά το σκοπό τους, που δεν ήταν αξιοζήλευτος μεν, ήταν αναγκαίος δε. Ας πούμε όμως πως ήταν μοιρασμένος εκείνος ο κόσμος.
Στη βόρεια μεριά, στα ριζά της πάντα χιονισμένης κορφής, μέσα σε έλατα και βαλανιδιές, ήταν η περιοχή της Αρκούδας και του σιναφιού της. Ήταν αρκούδα με το Α κεφαλαίο, γιατί ήταν η πιο μεγάλη, η πιο δυνατή κι η πιο γριά. Η περιοχή που διαφέντευε ήταν η μεγαλύτερη στη κοιλάδα. Μπορεί να ήταν γριά, αλλά δεν ήταν ξεδοντιάρα, κάθε άλλο, φόβος και τρόμος όταν πείναγε ή όταν τη τσάντιζε κάποιο άλλο ζώο.
Δυτικά ήταν η περιοχή του βουνίσιου Λιονταριού. Κι αυτό με κεφαλαίο το Λ. Το κοπάδι που εξουσίαζε το θεωρούσανε το πιο δυνατό στη κοιλάδα. Πολλά νύχια πολλά δόντια όλοι μαζί, ακόρεστη πείνα. Δε σήκωνε μύγα στο κυνόδοντά του και διαρκώς τυραννούσε τα άλλα ζώα, όσα δεν τα κατασπάραζε. Χώνονταν παντού και κατουρούσε σε όποιου το δέντρο ή τη φωλιά γούσταρε, για να τη μαρκάρει ως επικυρίαρχος.

     Στην ανατολική μεριά, που ήταν πιο ζεστά γιατί είχε πιο πολύ ήλιο, βρίσκονταν τα έλη, όπου ευδοκιμούσαν και διαφέντευαν ο Κροκόδειλος (την ιστορία με τα κεφαλαία την έχετε καταλάβει πια, οπότε λέω να μη την αναφέρουμε ξανά), με το δικό του κοπάδι με πολλές χιλιάδες κροκόδειλους. Τόσοι πολλοί που ήταν, ήταν συνέχεια πεινασμένοι, εκτός από το Κροκόδειλο που όταν δεν έβρισκε τι να φάει, την έπεφτε σε κανένα δικό του αδύναμο. Έτσι πολλοί που ήταν, δεν έκανε διαφορά, τα κενά αναπληρώνονταν γρήγορα. Σε γενικές γραμμές όμως, δε πολυπείραζαν τα υπόλοιπα ζώα εάν δε κάνανε το σφάλμα να πάνε κατά βάλτο μεριά.

     Στο νότο πάλι, αν και είχε λιβάδια πλούσια σε χορτάρι και δέντρα καρποφόρα, επικρατούσε μιζέρια, δυστυχία και καντήφλα. Όλοι εκεί τη πέφτανε οι σαρκοφάγοι δηλαδή.Ήταν η περιοχή των φυτοφάγων. Μεγάλα κοπάδια μικρών και μεγάλων ζώων από δαύτα, αναμασούσαν στωικά τη τροφή τους και περίμεναν το επόμενο πέσιμο από όποιο σαρκοβόρο κατέβαινε κατά κει να διαλέξει φαί. Τα φυτοφάγα, ήταν πολλά και κάποια από αυτά δυνατά, αλλά δυστυχώς ήταν κουτά για να οργανώσουν αντίσταση, έτσι γινόντουσαν τροφή. Είπαμε για τις τέσσερεις μεριές της Κοιλάδας, αλλά δε μιλήσαμε καθόλου για το κέντρο της.

      Το κέντρο ήταν όλα τα λεφτά που λένε κι οι άνθρωποι, ένα είδος ζώου που ευτυχώς δε ζούσε στη κοιλάδα εκείνα τα χρόνια. Ευτυχώς γιατί διαφορετικά δε θα είχαμε ιστορία να λέμε, μια που δεν θα είχαμε ζώα, πιθανώς ούτε κοιλάδα ή ακόμα και βουνό. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που έχει μανία να κάνει τα πάντα γύρω του «λεφτά». Μη με ρωτήσετε γιατί, ή τι είναι αυτά τα λεφτά, δε κατάλαβα ποτές μου. Στη μανία του αυτή για τα λεφτά ο άνθρωπος θα καταστρέψει ότι βρεθεί κοντά του και θα σκοτώσει και ζώα από το είδος του, όχι για να αμυνθεί ή να τα φάει, αλλά για να πάρει τα δικά τους «λεφτά». Αρκετά όμως με αυτό το σιχαμερό, κι επικίνδυνο είδος, ας γυρίσουμε στη κοιλάδα, στο κέντρο της και στην ιστορία, που ακόμα δεν άρχισα να σας τη λέω.

     Το κέντρο της κοιλάδας ήταν το σημείο που έγινε όλος ο χαμός. Εκεί που ξεκίνησε το νταβαντούρι. Μια λίμνη με το πιο σμαραγδένιο γλυκό νερό στόλιζε το κέντρο της κοιλάδας. Το χρώμα του νερού είχε κάτι από το βλέμμα της αγριόγατας του χιονιού. Στις όχθες της φύτρωναν όλα τα καλούδια, γι αυτό όλοι ήθελαν μια φωλίτσα εκειδά. Πατείς με πατώ σε και τα πεσίματα στην ημερήσια διάταξη. Μια μεγάλη βαλανιδιά λίγο πιο πέρα από την άχθη και σ΄ αυτήν φώλιαζαν σκίουροι και μαϊμούδες. Φυσικά και κάθε λογιών πτηνά, τα μόνα πραγματικά λεύτερα, επειδή μπορούσαν να πετάξουν. Οι σκίουροι τα είχαν βρει με τις μαϊμούδες μια χαρά, αυτοί άνοιγαν τρύπες στο κορμό και τις γέμιζαν καρπούς που μάζευαν κι οι μαϊμούδες είχαν δικά τους τα κλαριά και τα φύλλα. Τρύπα τρύπα όμως η βελανιδιά γίνηκε σουρωτήρι, έπιασε σαράκι, τερμίτες, μελίγκρα και τα εφτά κακά της μοίρας της.
Ένα από τα εφτά κακά της μοίρας της, το χειρότερο, ήταν η λύσσα που καμιά φορά χτυπάει τις μαϊμούδες και τους σκίουρους, τους κάνει τρελούς, δαγκάνε όποιον κι ότι βρεθεί μπροστά τους και στο τέλος τεντώνουνε τα τέσσερα με αφρούς στο στόμα. Αυτό χτύπησε πρώτα μια μαϊμού που στη τρέλα πάνω αποφάσισε πως μιλάει με το πνεύμα της Μάνας Γης και πως το πνεύμα τον ορμήνευσε να τους δαγκάσει όλους για να το δουν κι αυτοί. Οι μαϊμούδες πήραν γραμμή τη δουλειά και με ξύλα για να μη τους δαγκάσει, την πέταξαν τη λυσσασμένη κάτω από το δέντρο, όχι όμως πριν προλάβει να δαγκάσει στη φουντωτή ουρά έναν φορτωμένο με καρύδια σκίουρο. Ο σκίουρος τσίριξε και πέταξε τα καρύδια που κουβαλούσε. Από τη τρομάρα του ανέβηκε στη κορφή της βελανιδιάς απ’ όπου σε λίγες ώρες του μίλησε κι αυτουνού το πνεύμα…

    Τη μαϊμού έφαγε ένας ξεκομμένος περαστικός κροκόδειλος, που είχε μακρύνει από τα μέρη του γιατί τον είχε κόψει λόρδα πρώτον και για να μη φαγωθεί από τον Κροκόδειλο δεύτερον, που επίσης τον είχε κόψει λόρδα. Ευτυχώς οι κροκόδειλοι δε παθαίνουνε λύσσα. Οι μαϊμούδες ειδοποίησαν τους σκίουρους για τη λύσσα και όλοι μαζί σκέφτονταν τι να κάνουν με το τρελό στη κορφή. Μερικοί που ξεθάρρεψαν και πήγαν να τον κατεβάσουν, τους δάγκασε και όλοι μαζί απ τη κορφή αφρίζανε και λυσσάγανε και γυρεύανε να λυσσάξουνε και τους υπόλοιπους. Τα νέα για το ξέσπασμα της λύσσας, απλώθηκαν σα φωτιά τον Ιούλη στο δάσος κι όσοι ήτανε πιο κοντά, στη βαλανιδιά, τους πήγε το σκατό στη κάλτσα που λένε και τα ανθρώπινα ζώα, τα μόνα που φοράνε κάλτσες. Οι μεγάλοι και δυνατοί, αποφάσισαν να δράσουν για να περιοριστεί η ζημιά και να φάνε κι ότι αρπάξουν βέβαια. Το ωφέλιμο με το τερπνό πάντα χορεύουνε τανγκό. Όποιος πήγαινε πρώτος θα έτρωγε και πιο πολύ, άσε που θα ζήταγε από τα άλλα ζώα πληρωμή για το σώσιμο, ας μη ξεχνιόμαστε ήταν κι η λύσσα στη μέση. Πάνω στα σχέδια όμως έγινε το ξαφνικό. Όλοι προσπαθούν να κάνουν σχέδια, μα η ζωή κάνει πάντα τα δικά της που σπάνια είναι ίδια με αυτά που περιμένει το κάθε ζώο.
Μια ωραία πρωία λοιπόν, μετά από ολονύκτια δυνατή βροχή, ακούστηκε ένα ΚΡΑΑΑΑΑΚ….ΜΠΟΥΥΥΥΜ!… και πάρτη κάτω τη βελανιδιά. Χαμός έγινε. Οι μαϊμούδες τη κάνανε με μεγάλες πηδηματάρες για τα γύρω κοντινά δέντρα όπου βέβαια οι εκεί κάτοικοι δεν τις υποδέχτηκαν όλοι με ανοιχτές αγκάλες. Οι περισσότεροι στράβωσαν γιατί σκεφτήκαν πως θα έπρεπε να μοιραστούν το χώρο και τα καλούδια των δέντρων τους. Κάποιοι άλλοι βέβαια έκανα το αυτονόητο σε τέτοιες περιστάσεις, έκανα χώρο να κάτσουν οι άτυχοι νεοφερμένοι και μοιράστηκαν τη τροφή προσπαθώντας να τους παρηγορήσουν στη συμφορά που τους βρήκε. Αυτά τα ζώα ήταν πιο λίγα από κείνα που στράβωσαν. Οι σκίουροι πάλι ήταν πιο άτυχοι, γιατί πολλοί ήταν χωμένοι μέσα στο λαβύρινθο του κορμού και τσακώνονταν για τα καρύδια και τα βελανίδια μεταξύ τους, αρκετοί απ’ αυτούς σκοτώθηκαν ή χτύπησαν άσχημα με τη πτώση του δέντρου. Όσοι γλύτωσαν πήραν τέτοια τρομάρα που δε θα τη ξεχάσουν ποτέ. Όσοι ήταν έξω, έτρεξαν να γλυτώσουν με τις μαϊμούδες.
 Ο θόρυβος από τη πτώση έφερε τα αρπακτικά και τα πτωματοφάγα, κάθε καιροσκόπο κι άπληστο.
    Πλάκωσε το Λιοντάρι του βουνού με αρκετούς από το κοπάδι του και τους ξεψειριστές τους, το υπόλοιπο κοπάδι ήταν σε άλλα μέρη και γλύτωνε από τα βάσανα ετούτης της ζωής άλλα άτυχα μικρά ή άρρωστα ζώα, ή λιάζονταν στην ασφάλεια της περιοχής των λιονταριών. Βιαζόταν μεταξύ άλλων το Λιοντάρι γιατί ήξερε πως δικό του τσακάλι είχε δαγκάσει τη μαϊμού. (Το τσακάλι ούρλιαξε μετά στο φεγγάρι μέχρι που έπαθε ανακοπή και γλιτώσανε απ’ αυτό)
Σε λίγο να και η Αρκούδα με το δικό της κοπάδι. Παλιά συμπάθεια είχε η Αρκούδα στους σκίουρους και τις μαϊμούδες γιατί της λέγανε από ψηλά τις κινήσεις των λιονταριών άμα πλησίαζαν στη περιοχή της. Φυσικά η συμπάθεια συμπάθεια και η πείνα πείνα. Αν ξεγελιόταν καμιά μαϊμού ή κανένας σκίουρος και πλησίαζε την Αρκούδα περισσότερο από ότι έπρεπε γινόταν μια χαρά μεζές πριν το όποιο κύριο πιάτο. Όμως αυτό δεν συνέβαινε συχνά.
Για να μη γίνει μεγάλος σκοτωμός ανάμεσα σε αρκούδες, λιοντάρια και σφωγγοκωλάριους συμφώνησαν οι Αρχηγοί να προσπαθήσουν μαζί να σκοτώσουνε τους λυσσασμένους σκίουρους κι η μοιρασιά να γίνει μετά. Το θησαυρό από καρύδια, βελανίδια, φουντούκια και ποιός ξέρει τι άλλο είχανε καβατζάρει τόσα χρόνια οι σκίουροι, τα λιοντάρια μπορούσαν να τον ανταλλάξουν με φρέσκια σάρκα φυτοφάγων ή στη περίπτωση των αρκούδων να τα φάνε οι ίδιες. Με το ξέσπασμα της λύσσας εντωμεταξύ, όλος ο κάμπος είχε παγώσει από τη τρομάρα του κι όλα τα ζώα περίμεναν από τους δυνατούς να δώσουν λύση στο πρόβλημα και φέρουν σωτηρία. Έτσι φοβισμένα συνέχιζαν να αναμασούν το χορταράκι τους τα φυτοφάγα και να ξεκοκαλίζουν τη λεία τους τα σαρκοφάγα, με το ένα τους μάτι και το ένα τους αυτί πάντα στραμμένο προς τη μεριά της λίμνης και την ουρά στα σκέλια, μια που όπως είπαμε δεν είχαν κάλτσες να γιομίσουν με σκατό.
Μέσα στο συρφετό των καιροσκόπων είχε από νωρίς μπει μια γειτόνισσα των μαϊμούδων και των σκίουρων, η Γαλοπούλα με τα γαλόπουλά της. Η γαλοπούλα αυτή ήταν θεόρατη για το είδος της, ειδικά όταν φούσκωνε τα φτερά της και προκαλούσε το φόβο όταν τίναζε το λειράτο ράμφος της να βγάλει το μάτι όποιου ζώου έβαζε αυτή στο μάτι. Τα γαλόπουλά της τα είχε στο ένα πόδι. Φοβερός άρπαγας, πάντα πλησίαζε τους δυνατούς, τους έταζε τους καλόπιανε να γίνει το δικό της, ρουφιάνευε τους γείτονες και γενικά πιο κακό και γρουσούζη γείτονα, δε γνώρισε η περιοχή. Είχε τη φωλιά της δίπλα από τη βελανιδιά των σκίουρων και ήταν η πρώτη που έτρεξε να μαζέψει καρύδια και βελανίδια, να προλάβει τα μεγάλα ζώα.
Δίπλα στη Γαλοπούλα, ζούσε μια κότα με τα κοτόπουλά της. Αυτή η κότα είχε γνωρίσει καλύτερες μέρες στο παρελθόν, πράγμα για το οποίο περηφανεύονταν, αλλά δυστυχώς το παρόν της ήταν ελεεινό. Ψειριασμένη, αδύνατη και ξεπουπουλιασμένη, ζητιάνευε κανένα σπόρο, κανένα σκουληκάκι δεξιά κι αριστερά να ταΐσει τα κοτοπουλάκια της. Μοίραζε το σπυρί στα τέσσερα στα κοτοπουλάκια. Σπόροι βέβαια υπήρχαν άφθονοι, όπως και σκουλήκια εκεί, αλλά τους μαζεύανε τα άλλα ζώα και πουλιά που ήταν πιο γρήγορα και δε τη πολυσυμπαθούσανε, επειδή ήτανε όλο λόγια. Κι επειδή η φωλίτσα της ήταν στο πιο όμορφο σημείο της όχθης της λίμνης. Είχε πάντα ήλιο, δε τη πιάνανε οι κακοί καιροί κι οι αέρηδες. Μικρή και βολική.
Η κότα μπορεί να ήταν φτωχή και κακορίζικη όμως είχε καλή καρδιά και ήταν από τους πρώτους που προσπάθησε να βοηθήσει σκίουρους και μαϊμούδες στη συμφορά τους, παρόλο που κάποια από τα κοτοπουλάκια της γκρίνιαξαν. Πολλοί από τους σκίουρους ήρθαν και κρύφτηκαν στη φωλίτσα κι όλο έρχονταν κι άλλοι πριν φύγουν για να βρουν άλλα δέντρα να στήσουν φωλιά. Η κότα βοηθούσε όσο μπορούσε. Βέβαια πάντα με το ένα μάτι στους δυνατούς να δει τι θα έκαναν εκείνοι, δεν ήταν καιροί να πας κόντρα στους δυνατούς, ειδικά όταν σε έχουν πείσει πως δε μπορείς να ζήσεις χωρίς την άδεια και τη “βοήθειά” τους. Με τη Γαλοπούλα δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις και δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν ανταλλάξει τσιμπήματα. Της Γαλοπούλας πολύ της άρεσαν τα τσιμπήματα και οι σφαλιάρες που έριχνε στα άλλα ζώα με τις φαρδιές και παχιές φτερούγες της. Έσπαγε πλάκα να τα φοβερίζει και ήταν και χρήσιμο όποτε μπορούσε να αρπάζει τη μπουκιά από το στόμα τους. Τα άλλα ζώα την ανέχονταν όχι τόσο επειδή φοβούνταν την ίδια, αλλά επειδή φοβόντουσαν τους δυνατούς συνεργάτες της, κυρίως τα λιοντάρια. Έτσι έκανε ότι ήθελε σε κείνη τη γωνιά της λίμνης. Όμως ας δούμε τώρα τι γινότανε γύρω από τη πεσμένη βελανιδιά, και τους λυσσασμένους σκίουρους που πήγαιναν από κλαδί σε κλαδί του πεσμένου δέντρου γυρεύοντας να βρουν τρόπο να πηδήξουνε σε διπλανά δέντρα, να ξεφύγουν και μετά να απλώσουνε τη λύσσα σε όλο το Κάμπο. Ένα γύρω είχαν κυκλώσει το πεσμένο δέντρο, λιοντάρια, ύαινες, αγριόσκυλα, τσακάλια, αρκούδες, βουβάλια αγριογούρουνα, λύκοι, αλεπούδες και πολλά άλλα ζώα. Γύπες κι όρνεα στον ουρανό από πάνω, έτσι που οι λυσσασμένοι να μη βρίσκουν άνοιγμα να φύγουν. Εκεί κι η Γαλοπούλα στο κλοιό. Μάλιστα κανόνιζε τις θέσεις κι έδινε κι εντολές, στο όνομα των λιονταριών πάντα. Η κότα τα έβλεπε αυτά, ανησυχούσε και λυπόταν για όλα που συνέβαιναν. Όλοι κυρίως κοιτούσαν τι να πρωτοαρπάξουν από τα πεσμένα. Μόνο οι κροκόδειλοι δε πήγανε. Αρχαίο είδος καταλαβαίνανε πως στο τέλος άμα γίνει καυγάς είναι πιό εύκολο το πέσιμο σε νικητές και νικημένους όταν θα τους έχει βγει η γλώσσα από το κάματο της μάχης. Έτσι περιμένανε και λιάζονταν στο βάλτο. Στη λίμνη γινόταν σαματάς.
Μεγάλος σαματάς και πάνω στο σαματά, η Γαλοπούλα πάει πίσω από τη μεγάλη Αρκούδα, και της χώνει μια σφαλιάρα στο ξεκούδουνο…
Όχι μόνο σφαλιάρα, αλλά και μια τσιμπιά στα παχιά και μαλλιαρά πισινά της!
Σταμάτησε ο χρόνος κι ο ήχος μαζί του. Όλα τα ζώα πάγωσαν εκεί που βρίσκονταν από τρόμο και κατάπληξη. Το Ψηλό Βουνό να είχε χορέψει κλακέτες, λιγότερη εντύπωση και δέος θα προκαλούσε. Για αρκετά δευτερόλεπτα δε κουνήθηκε κανείς. Κανείς εκτός από τη Γαλοπούλα που με ελαφρά αλλά μεγάλα χοροπηδηχτά σάλτα πήγε και χώθηκε ανάμεσα σ τα λιοντάρια και τις ύαινες. Άρχισε να ψελλίζει πως ότι έκανε το έκανε για τη φωλιά της και τα παιδιά της, στο όνομα και για δόξα του Λιονταριού του προστάτη της που να μακραίνουν τα νύχια του και να μεγαλώνουν τα δόντια του στους αιώνες. Το λιοντάρι τη κοίταγε λοξά και δε μίλαγε, σκεφτόταν βέβαια τη χοντρομαλακία της Γαλοπούλας και του ανάβαν τα λαμπάκια, όμως δεν ήθελε να ξευτιλιστεί μπροστά σ’ όλα τα ζώα πατώντας τη χάμω, από την άλλη με τίποτα δεν ήθελε να ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ λιονταριών κι αρκούδων, γιατί θα τους έπαιρνε όλους ο διάολος, δε θα υπήρχε νικητής όρθιος μετά. Κι όλα αυτά για να κάνει η Γαλοπούλα η μαλακισμένη το καμπόσο, με δανεικά αρχίδια…
Η Αρκούδα γύρισε αργά αργά με μάτια κατακόκκινα από την οργή και άφησε ένα μακρόσητο βρυχηθμό που σείστηκε ό τόπος και κουδούνισαν τα κεφάλια όλων των ζώων σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων.

 ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΜΕΝΗ ΝΑ ΤΗ ΣΚΙΣΩ ΣΑ ΧΑΣΕ!… φώναξε. 

ΠΩΣ ΤΟΛΜΗΣΕΣ ΒΡΕ ΣΙΧΑΜΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΝΑ ΜΟΥ ΡΙΞΕΙΣ ΣΦΑΛΙΑΡΑ ΚΑΙ ΤΣΙΜΠΙΑ;!

Δε κουνήθηκε όμως από τη θέση της παρόλο το θυμό της, γιατί σαν γριά κι έμπειρη, πολλά χρόνια στη γύρα, κατάλαβε πως αν το έκανε θα γινόταν γενική σύρραξη που όλοι χαμένοι θα βγαίνανε στο τέλος. Από την άλλη όμως δε μπορούσε να το αφήσει να περάσει έτσι, ήταν θέμα κύρους κι αυτά τα πράγματα μετράγανε πολύ στα ζώα. Όσο γινόντουσαν αυτά το Λιοντάρι ρωτάει μέσα από τα δόντια του τη Γαλοπούλα:

“Τι πήγες κι έκανες μωρή συφοριασμένη; Που πας να μας μπλέξεις;”

-” Αφεντικό δε μπορούσα να βαστήξω άλλο, με το μικρό της νύχι του ποδιού, χαλούσε τη φωλιά μου η Αρκούδα, την είδα σου λέω”.

“ Άντε να δούμε πως θα ξεμπλέξεις τώρα” της είπε το Λιοντάρι.

-”Να ξεμπλέξουμε εννοείς Αφεντικό, μη ξεχνάς, μαζί είμαστε, σύμμαχοι και συνεργάτες” 

Έβραζε από μέσα του το Λιοντάρι αλλά από την άλλη σκέφτηκε δεν είναι κι άσχημα να ταπεινωθεί λίγο η Αρκούδα. Η αρκούδα πάλι κάτι έπρεπε να κάνει. Έτσι πήγε κι αμόλησε μια μεγάλη κουράδα στο κατώφλι της φωλιάς της Γαλοπούλας.

“Πάρε κάτι νά χεις τώρα και ταχιά τα λέμε. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.” της είπε .

“Ψυχραιμία ρε παιδιά! Κάλμα! Όλοι ζώα είμαστε και στη τελική το θέμα είναι να δούμε πως θα ξεμπλέξουμε με τους λυσσασμένους και πως θα βοηθήσουμε σκίουρους και μαϊμούδες στη συμφορά τους” 
είπε από ένα ψηλό κλαρί η Κουκουβάγια που όλος αυτός ο σαματάς την είχε ξυπνήσει. Ένα δίκιο τό ‘χε. Τα ζώα τα περισσότερα κούνησαν επιδοκιμαστικά το κεφάλι, ειδικά εκεί που είπε για σκίουρους και μαϊμούδες ακούστηκαν κάμποσα γουργουρητά από στομάχια κατά σαρκοφάγα μεριά. Η Αρκούδα όμως το χαβά της, είχε πληγωθεί η περηφάνια της κι εδώ που τα λέμε είχε και δίκιο.

“Δε κάνω πίσω αν η κωλογαλοπούλα δεν έρθει στα γόνατα να μου ζητήσει συγνώμη και να μου πάρει μια πίπα” είπε.

-” Δε γίνονται αυτά τα πράγματα! Είμαι κυρία εγώ…” απάντησε η γαλοπούλα. 

“Σκάσε μαρή, μη τα πάρει στο κρανίο” της πέταξε σιγά ένα γκνου. 

“Δε το κουνάω ρούπι κι αν κάνει κατά δω ο μπόγος με τα φτερά, θα τη κάνω ξεσκονόπανο και ΠΟΥΤΑΝΑ ΟΛΑ!” είπε η αρκούδα.

 “Ρε παιδιά όλοι μια παρέα είμαστε” είπε μια αλεπού “καθίστε να ηρεμήσουμε και θα τα βρούμε”.

      Με όλο αυτό το χαμό ήρθε το βράδυ και κανείς δεν είχε προσέξει τα θηλυκά. Οι θηλυκές απ’ όλα τα είδη των ζώων ήταν απούσες από όλη αυτή την ιστορία, όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή είχανε κομματάκι περισσότερο μυαλό. Ξέρανε πως οι μάχες είναι αρρώστια και κάλος των σερνικών και μόνο χασούρα έχουνε στο τέλος όσοι μπλέκονται με τη θέλησή τους σε τέτοιες ιστορίες. Αυτές είχανε μικρά να αναθρέψουνε και να προστατεύσουνε, δόντια νύχια και κέρατα τα είχανε μόνο για τη κακιά στιγμή που δε γινότανε αλλιώς. Είχανε πάει όλες μαζί σε ένα κρυφό λιβάδι, βαθιά στο δάσος όπου φύτρωνε το μαγικό χόρτο, που αν το έτρωγες ή μύριζες το καπνό του έτσι και τύχαινε να πάρει φωτιά, ξεραινόσουνα γλυκά, έπεφτες σε βαθύ ύπνο κι έβλεπες ωραία όνειρα. Όταν ξύπναγες ώρα μετά, δε θυμόσουνα τίποτα και είχες μια γλυκιά ζαλάδα. Μαζεύανε λοιπόν το μαγικό χορτάρι για ώρες με νύχια, κέρατα, δόντια και οπλές και το πηγαίνανε σε σωρούς σε ένα κύκλο ανοιχτά από τη λίμνη να τη ζώσουνε όλη.
Έτσι τις είχε ορμηνέψει η Κουκουβάγια που ήτανε σοφή και είχε δει κι ακούσει πολλά. Της το χε πει το μυστικό η προ προ γιαγιά της που το είχε ακούσει κι αυτή από τη προ προ γιαγιά τη δική της. Οι κουκουβάγιες σε αντίθεση με τους μπούφους, το μαγικό χορτάρι το κόβανε με το ράμφος τους σε ειδικές περιπτώσεις και πηγαίνανε ψηλά στο Ψηλό Βουνό στο σημείο από όπου βγαίνανε καπνοί και κάπου κάπου φωτιές. Εκεί πέταγε το χορταράκι κι ανάσαινε τους καπνούς. Τότε μίλαγε με το πνεύμα του Βουνού και γινόταν πιο σοφή. Αφού φτιάξανε λοιπόν με μεγάλο κόπο όλους τους σωρούς, μια μπαμπουίνα με μια αγριοκατσίκα που ήταν οι πιο ατρόμητες, έφεραν από ψηλά μέσα σε ένα καύκαλο, πέτρες από ψηλά από τη τρύπα που έβγαινε καπνός και φωτιά. Ανάψανε κλαδιά και βάλανε φωτιά στους σωρούς και σε λίγη ώρα, ο γλυκός μαγικός καπνός απλώθηκε πάνω από τη λίμνη και μετά σε όλη τη κοιλάδα. Έφτασε και κει που ήταν η πεσμένη βελανιδιά και σε λίγο όλα τα ζώα (και οι λυσσασμένοι) άρχισαν να χασμουριούνται και να πέφτουν τ’ ανάσκελα, πρώτα τα μικρά, μετά τα μεγάλα. 
Ησυχία απλώθηκε παντού, εκτός από κάποια ροχαλητά και μουγκανητά του ύπνου. Του ύπνου που συνεχίστηκε για πάντα.

Όταν σείστηκε το Ψηλό Βουνό και ξέρασε φωτιά και καπνό σε όλη τη Κοιλάδα, κανένα ζώο δε κατάλαβε τίποτα. 
Όλα κι όλοι γίνανε στάχτη και μπούρμπερη, πέτρινα αγάλματα στην αιωνιότητα.
Αυτά γινήκανε σε κείνη τη Κοιλάδα, σε χρόνους άλλους από τους σημερινούς. 
Το Ψηλό Βουνό υπάρχει ακόμα, πάντα θα υπάρχει, και θα ρθουνε άλλα ζώα να κατοικήσουνε.
Πάντα έτσι γίνεται.

Ας ελπίσουμε να ζήσουνε αυτά καλά κι εμείς καλύτερα…



Φωτογραφία Δημήτρης Μπούκουρας


Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.