Η Γκάρμπο





Ξαφνικά καταλαβαίνω πως δεν είχα μιλήσει αρκετά για την Γκάρμπο. Ίσως καταφέρεις να κατανοήσεις κάτι για εκείνη αν σου πω πως ήταν πάντα εκεί… είχε βρει τον τρόπο να μένει όσο λιγότερο γίνεται μακριά μου.
Πηγαινοερχόταν στην κουζίνα και στο σαλόνι, κι ύστερα καθόταν σε μια πολυθρόνα αντικριστά μου, αποκαμωμένη απ’ τα πέρα δώθε, κι άρχιζε πάλι να πλέκει και να γεμίζει όνειρα το δωμάτιο.
Κάπου κάπου σήκωνε το κεφάλι και με κοιτούσε…. Μου μιλούσε για κάτι παλιές αμαρτίες κάποιων ανθρώπων, μα πιο πολύ για το φοβερό αμάρτημα που ήταν η αιτία της κόλασης που ζούσα…
Αυτή η γυναίκα μου ήταν απόλυτα αφοσιωμένη, κι εγώ την κοιτούσα σαν έπιπλο κουζίνας, σαν χρήσιμο αντικείμενο, σαν κάτι δευτερεύουσας σημασίας. Μετά την έβλεπα ξαφνικά όπως ακριβώς ήταν … σαν ένα ανθρώπινο πλάσμα με μια σίγουρα κουρασμένη καρδιά.
Κι αυτή καταλάβαινε τη δική μου κούραση… Αισθανόμουν μια ενοχή πολύ παράξενη, και δεν ήξερα πώς να της ζητούσα να με συγχωρέσει.
Η Γκάρμπο απαντούσε πάντα πρόθυμα σε ότι τη ρωτούσα…. Μάλιστα ξεκινούσε να μου διηγείται διάφορες παλιές ιστορίες και επεισόδια για να φτάσει να απαντήσει στις ερωτήσεις μου και να λύσει τις απορίες μου.
Θαύμαζε πολύ τον Νταντόν, και μου έλεγε συχνά ιστορίες γι αυτόν ιδιαίτερα όταν έπαιζε τον ρόλο κάποιου γενναιόδωρου άρχοντα.
Δεν ήξερα πραγματικά ποια ήταν η Γκάρμπο. Ήταν άραγε η μάγισσα που ήθελαν όλοι να είναι…
Την άκουγα συχνά να βρίζει και να καταριέται, μα τούτο είναι πια πολύ συνηθισμένο στις μέρες  μας. Δεν ήξερα πραγματικά τι ήταν. Σίγουρα όμως ήταν η γυναίκα που καθόταν αντικριστά μου.
Ο κόσμος έλεγε πολλά.. Δεν την αγάπησε ποτέ κανείς πραγματικά. Ήταν πολύ άσχημη για να την αγαπήσουν.
Κάποιοι πίστευαν πως πήγαινα μαζί της στο νεκροταφείο, να μαζεύουμε βότανα και χόρτα, τις νύχτες που είχε πανσέληνο.
Η Γκάρμπο ήταν σίγουρα προληπτική και φοβητσιάρα και δεν άλλαζε συνήθειες.
Κι επειδή δεν μ’ έβλεπαν να τριγυρίζω τις νύχτες έξω στην ομίχλη, πολλοί ήταν βέβαιοι πως είχα βρει τον τρόπο να γίνομαι  αόρατος, και πως διέσχιζα τους δρόμους και τα δρομάκια στήνοντας καρτέρι σ’ αυτούς που έχαναν το δρόμο τους ή μάλλον σ’ αυτούς που τους είχα κάνει εγώ να χάσουν το δρόμο τους.
Έλεγαν πως εγώ έφτιαχνα την ομίχλη για να μπορώ να κρύβομαι…. Και το χειρότερο, πίστευαν πως η Γκάρμπο ήταν συνεργός μου σ’ αυτό..
Η καημένη….. αυτή δεν αποζητούσε τώρα πια τίποτα άλλο παρά να βρει τη μεγάλη, την απόλυτη ανάπαυση της θάλασσας.
Ένα πρωί που έριχνε πυκνό χιόνι, ξύπνησα μα δεν την βρήκα στο σπίτι.. Ανησύχησα κι έστειλα να την ψάξουν.
Την βρήκαν στο νεκροταφείο πάνω στον τάφο του Νταντόν…. Την είχαν λιθοβολήσει.. Γύρω υπήρχαν σκόρπιες μεγάλες πέτρες και μαυρισμένο φρέσκο αίμα είχε παγώσει στους κροτάφους της.
Είπαν πως εκείνη τη νύχτα είχε βρέξει πέτρες ο Θεός στο κεφάλι της….

Γιώργος Χρηστάκης
    
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.