ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ, μέρος α΄




Μέρος πρώτο


  Τριάντα δύο χρόνια στις θάλασσες μέτραγε στις πλάτες του ο Μιχάλης. Από τα δεκατέσσερά του που ανοίγονταν στα ανοιχτά της Κρήτης με το σκαρί του θείου Παναγή για να ψαρέψουνε σίδερα και σκουριασμένες άγκυρες. Πουλάγανε το μέταλλο για να χορτάσουν οχτώ στόματα. Αυτόν και τον αδερφό του, ορφανά από μάνα και πατέρα, το θείο και τη θεία και τις τέσσερις ξαδέρφες. Ο αδερφός του ο Γιώρης σπούδαζε μηχανικός στα καράβια. Στα δεκάξι του του βγαλε ναυτικό βιβλιάριο και μπαρκάρανε μαζί στη Χρυσάνθη.

   «Δεν είσαι για καράβια εσύ όμορφό μου αγόρι», έκλαιγε η θεία κάθε φορά που τους αποχαιρετούσε στο λιμάνι.

   Και πράγματι, ο Μιχάλης ήταν, σε αντίθεση με τον σκληροτράχηλο αδερφό του, ένα παλικαράκι όμορφο σαν άγγελος, λεπτό κι ευγενικό, με κάτι δαχτυλάκια σαν γυναίκας και ψυχή παιδιού.

   Τι του χε απομείνει από όλα αυτά; Την ομορφιά του είχανε σκάψει αμέτρητες ρυτίδες. Η αρμύρα είχε σκουριάσει την ευγένεια κι οι τρόμοι είχαν ασπρίσει τα μαλλιά του. Μες το πιοτό και τα καταγώγια είχε βρωμίσει η παιδική ψυχή κι οι κάβοι είχαν σκληρύνει τα λεπτά του χέρια. Στην αγκαλιά του είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους οι γυναίκες των λιμανιών. Ήτανε μια εποχή που ακόμα κράταγε σφιχτά το όνειρο του παλιού εαυτού του.

   «Φέρε ένα ακόμα», έκανε νόημα στον μπάρμαν για ουίσκι, να πιεί μήπως και ξαναθυμηθεί. Να θυμηθεί...
   «Χα!», γέλασε μόνος του γεμίζοντας απ το μπουκάλι το ποτήρι.

   Πώς του χε έρθει στο μυαλό πάλι το Φροσάκι. Πάντα το θυμόταν όποτε έπινε πολύ. Θα τανε είκοσι χρόνια. Μπα, παραπάνω. Θυμόταν τα αδύνατα χεράκια του που κρατούσαν τον ταβλά με τα τσιγάρα και τις σοκολάτες στην προκυμαία στον Περαία. Θα ταν δε θα ταν εφτά οχτώ χρονών. Κακοκουρεμένα αγορίστικα τα μαλλάκια του. Αγέλαστο κι αμίλητο. Μόνο «τσιγάρα σοκολάτες» ψέλλιζε με τη μικρή φωνούλα του παρακλητικά. Ο Μιχάλης, είκοσι δύο- είκοσι τριών χρονών τότε, όποτε το βλεπε του αγόραζε όλο τον ταβλά κι ας μην κάπνιζε. Το βαζε μετά πάνω σε ένα ψηλό κάγκελο ή ένα κλαδί δέντρου και τρώγανε τις σοκολάτες παρέα. Μετά την πρώτη σοκολάτα ένα πασαλειμμένο χαμόγελο φώτιζε το μουτράκι του κι άρχιζε να τον πειράζει και να παίζει.

   «Θείε Μίχο!» τον φώναζε κάθε φορά που έφτανε το εμπορικό στο λιμάνι. Ήξερε πάντα πότε θα γυρνούσε.

   Κάποιες φορές έκαναν μήνες να δέσουν στον Περαία, μα το Φροσάκι ήτανε πάντα εκεί, με τις σοκολάτες και τα τσιγάρα του, στη σκληρή βιοπάλη που την είχαν πετάξει ένας μέθυσος πατέρας και μια άρρωστη μάνα. Κι ύστερα, κάποια φορά, θα κόντευε τα δώδεκα πια, τον αποχαιρέτησε με κλάματα κρατώντας στην αγκαλιά της μια κουκλίτσα που της είχε φέρει.
  
   «Αντίο Μίχο μου», του κούνησε το χέρι και δεν το ξανάδε πια.

   Ήταν πίστευε το τελευταίο κομματάκι ανθρωπιάς που του χε μείνει. Χάνοντάς την έχασε και τη θύμηση απ τον παλιό εαυτό του. Μετά είχε αλλάξει μπάρκο, είχε χαθεί από τον Πειραιά. Χρόνια. Τώρα είχε ξανάρθει μόνο για να φτιάξει χαρτιά για σύνταξη. Να κατοχυρώσει το δικαίωμα. Ένα τελευταίο ταξίδι και θα τα παράταγε. Λεφτά δόξα το θεό είχε μαζέψει αρκετά για να ζήσει. Θα γυρνούσε στο χωριουδάκι του στην Κρήτη, θα χτιζε στο οικόπεδο που του χε αγοράσει ο θείος του ένα πέτρινο σπιτάκι και θα γέμιζε τον κήπο με τις άσπρες και κίτρινες μαργαρίτες που λάτρευε. Τις μαργαρίτες που του θύμιζαν τη μάνα του. Το μόνο που θα του λειπε απ τα ταξίδια ήταν ο Στρατής, δέκα χρόνια μικρότερός του, φίλος του κι αδερφός, που τα τελευταία οχτώ χρόνια τον είχε υπό την προστασία του. Νόμιζε τάχα πως μπορούσε να τον προφυλάξει, να μην καταντήσει σαν και τα μούτρα του. Πώς θα του έλεγε αντίο;

   Ως τότε όμως... Έκρυψε το μπουκάλι στην εσωτερική τσέπη του τζην μπουφάν, πλήρωσε τον μπάρμαν βγάζοντας ένα πάκο πεντοχίλιαρα κι έφυγε απ το μαγαζί τρεκλίζοντας. Στο δρόμο περπατούσε άσκοπα κι έπινε, χαμένος στον κόσμο του. Κάποιοι ξενύχτηδες που κυκλοφορούσαν τον κοιτούσαν καλά καλά. Τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο έτρεχαν ασταμάτητα σαν κύματα. Οι ήχοι ακούγονταν μακρινοί και ξένοι. Παραπατούσε και συνέχιζε να πίνει.

   Κάποτε τα μεθυσμένα του βήματα τον έφεραν σε ένα φτωχικό δρομάκι, γεμάτο με μισοερειπωμένα χαμηλά σπίτια με κόκκινα φωτεινά μάτια. Τα έβλεπε όλα διπλά. Διπλές φιγούρες γυναικών του έκαναν νόημα να πάει κοντά τους. Άκουσε τακούνια να τρέχουν στην άσφαλτο και ένα γυναικείο χέρι τον έπιασε αγκαζέ. Κοίταξε την πόρνη με τα μάτια του μισόκλειστα, κι ήτανε μια άθλια ύπαρξη, κοκαλιάρα και βαμμένη υπερβολικά, τόσο που φαινόταν ακόμη πιο άσχημη. Από το δεξί της χέρι της έλειπαν τα δυο τελευταία δάχτυλα.

    «Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου, πεινάω», τον χαστούκισε η ειλικρίνειά της και την άφησε να τον οδηγήσει σε ένα σκοτεινό ημιυπόγειο.

   Η γυναίκα άναψε ένα πορτατίφ κι έκατσε στο κρεββάτι να βγάλει τα τακούνια από τα πονεμένα της πόδια. Έτρεμε. Ο Μιχάλης έβγαλε το μπουκάλι από την τσέπη του και το ακούμπησε στο διπλανό κομοδίνο. Έβγαλε και το μπουφάν και το ακούμπησε σε μια καρέκλα. Με αργές κινήσεις η πουτάνα έβγαλε την μπλούζα της και φάνηκαν τα πλευρά της που διαγράφονταν πάνω στο μαραμένο κορμί της. Σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος του και έβγαλε και το σουτιέν της. Στο μουτζουρωμένο της πρόσωπο έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα, παρασέρνοντας μαζί τους στρώματα μπογιάς.

   «Γ...γιατί κλαις;», τη ρώτησε μέσα στο μεθύσι του ο Μιχάλης.

   Έστρεψε το πρόσωπό της στο κομοδίνο, κι ο Μιχάλης έπιασε το μπουκάλι και τη ρώτησε.

   «Θες;»

   Και τότε πήρε το μάτι του μια παλιά παιδική κούκλα πάνω στο κομοδίνο, και το μπουκάλι του πεσε απ τα χέρια.

   Η γυναίκα έκανε το γύρο του κρεβατιού και πήγε να τον αγκαλιάσει, ψελλίζοντας «Μίχο μου». Πισωπάτησε.

   Έπιασε το μπουφάν του τρομαγμένος. Για να φύγει; Όχι. Σκέπασε τη γύμνια της γυναίκας και την κράτησε από τους ώμους κοιτάζοντάς την με βλέμμα τρελό. Το μεθύσι του είχε φύγει απότομα, σαν να το ξέρασε με την κομμένη του ανάσα.

   «Φρ...Φροσάκι;» τραύλισε, κι άκουσε το κλάμα της και τα κόκαλά της να τρίζουν καθώς την έσφιγγε ασφυκτικά στην αγκαλιά του.


   Μέρος δεύτερο



   Τους πήρε το πρωί ώσπου να πουν τα βάσανά τους. Ενδιάμεσα η Φρόσω ξέπλυνε τις μπογιές από το πρόσωπό της και τη λακ απ τα μαλλιά της, και φάνηκε κάτι απ την ομορφιά της και τα νιάτα της.

   «Είναι δικό σου εδώ;», τη ρώτησε ο Μιχάλης σκεφτικός.

   «Όχι, το πληρώνω».

   «Μάζεψε τα πράγματά σου, φεύγουμε».

   Να πάμε που; Σκέφτηκε η Φρόσω, μα δεν ρώτησε τίποτα. Οπουδήποτε θα ήταν καλύτερα από κει...



   Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

   Συνεχίζεται
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.