Ο κύριος Π



Ο κύριος Π. άνοιξε το πακέτο και τίναξε το τσιγάρο προς το στόμα με μαεστρική ακρίβεια.

Ένα από τα τελευταία πράγματα που ακόμη κατάφερνε να κάνει καλά. Δεν ήταν απ’ αυτούς που αναζητούσαν κρυμμένους θησαυρούς.
Αναρωτιόταν συχνά για τις χαμένες ευκαιρίες που είχε στη ζωή του. Εκείνες τις μικρές απλές καθημερινές ευκαιρίες που είχαν τη δύναμη να μεταστρέψουν την κατεύθυνση του πεπρωμένου. Από το νότο προς το βορρά. 
Εκείνες που περνάς από δίπλα τους χωρίς να καταφέρεις να τις αναγνωρίσεις.

Ένα χέρι που πήγε να απλωθεί μα τελικά μαζεύτηκε, μια λέξη στα χείλη που έμεινε ανείπωτη. 
Χαμένα ραντεβού με τη μοίρα. Τα θαύματα του ανεκπλήρωτου, αυτών που μπορούσαν να γίνουν μα δεν έγιναν. 
Κάποιοι αρκούνται  να ζουν ακριβώς με αυτό… με την δυνητική γοητεία του ανεκπλήρωτου.

Τελικά οι ζωές κάποιων βασίζονται σε μια εγκληματική πράξη. 
Τον φόνο όσων μπορούσαν να γίνουν μα δεν έγιναν ποτέ. 
Σκιές που θ’ ακολουθούν σαν φαντάσματα, σαν τρόπαια της ζωής που δεν έζησαν.

Ο κύριος Π. μπορούσε να γράψει ολόκληρο βιβλίο απαριθμώντας τις χαμένες του ευκαιρίες. 
Ήξερε πως σε κάθε του βήμα μπορούσε να βρει μια νέα αφετηρία, που πατώντας πάνω της αυτόματα θα διαγράφονταν μοιραία οι όποιες άλλες επιλογές.

Αργότερα κατάλαβε πως δεν απλώνονταν πια χέρια προς το μέρος του, και οι δρόμοι με τις πολλές εξόδους είχαν πια εξαφανισθεί.
Υπήρχε μόνο ένας ευθύς, μονότονος, βαρύς δρόμος που μπορούσε ν’ ακολουθήσει. 

Όμως ξαφνικά, καινούργια πράγματα άρχισαν να αποκαλύπτονται.. Η καταδίκη της προσκόλλησης στο ανεκπλήρωτο ίσως του έδειχνε τώρα τον τρόπο να βγει απ’ τη φυλακή του, γκρεμίζοντας τους φραγμούς που οδηγούσαν για μια στιγμή στο χρόνο προς κάτι άγνωστο, που χάριζε αυτή η ανεξάντλητη ποικιλία της αίσθησης των πραγμάτων.

Ο κύριος Π. κοιτούσε, έτσι καθώς απολάμβανε το τσιγάρο του που σχεδόν αιωρούνταν ανάμεσα στα χείλη του, ένα παλιό μπαούλο που από πάνω του κρέμονταν ένα μικρό τετράγωνο παράθυρο που έμενε πάντα ερμητικά κλειστό, σαν μυστικό επτασφράγιστο.

Κάποια ίχνη στο χρόνο ματαίωναν τους ψιθύρους που στροβιλίζονταν στ’ αυτιά του. 
Οράματα ξωτικών πλασμάτων τον καλούσαν.
Μπορούσε να τ’ ακολουθήσει μα ξαφνικά έστριβε το κεφάλι, σφίγγοντας το τσιγάρο στα χείλη, έτσι που του άφηνε μια χαλαρή γεύση του άκαυτου καπνού στον ουρανίσκο. 
Το φάντασμα του ανεκπλήρωτου άνοιγε σαμπάνιες πίσω του. 
Το μόνο χέρι που του απλώνονταν πια κρατούσε ένα ποτήρι με ανάλαφρη, δροσερή, κομψή κι εκλεπτυσμένη vintage σαμπάνια που το άρωμά της τον μεθούσε μ’ έναν τρόπο αισθησιακό, ερωτικό, προκλητικό.

Μια τόσο δα μικρή στιγμή που διακόπτονταν τα πάντα. 
Μια γονιμοποιός δύναμη έβγαζε στο φως νέα γεννήματα.
Ένα σύνθετο άρωμα μαγιάς και φρεσκοψημένου ψωμιού έμπαινε στα ρουθούνια σαν βάρβαρος κατακτητής που δεν μπορούσες να του αντισταθείς.
Μια μικρή συγκρουσιακή έκρηξη έφερνε στο φως τη ρήξη της ουτοπίας.

 Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πιο απλά αν καταφέρναμε να μέναμε ικανοποιημένοι με αυτό που βιώνουμε… πολλοί το διακηρύσσουν αυτό με στόμφο.
Σοφίες της ευτελούς υποταγής. Θλιβερή παύση της αιώνιας χαλαρότητας.

Ένας αέναος κύκλος ανάμεσα στο θυμό και την απελπισία. Ανουσιότητες μετρίων επιθυμιών.
 Η ενοχή της επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας..

Ο κύριος Π. έριξε το τσιγάρο στο πάτωμα σχεδόν φτύνοντάς το, κι έστρεψε το βλέμμα του προς το παράθυρο που σαν κάδρο κρεμόταν χρόνια ολόκλειστο πάνω απ’ το παλιό μπαούλο. 

Αέρας φρέσκος δροσερός ερχόταν τώρα απ’ τη μεριά του για χρόνια ερμητικά κλεισμένου παραθύρου. Το επτασφράγιστο μυστικό είχε πετάξει έξω στα δέντρα.

Μια στιγμή που τον είχε βγάλει έξω απ’ το χρόνο, μια στιγμή απρόσμενη που καιρούς πολλούς περίμενε, στην ακρούλα της αντοχής. 
Μια μοναδική στιγμή που ένιωσε πως με τ’ ακροδάχτυλά του αχνοάγγιζε την αιωνιότητα.

Ο κύριος Π. άνοιξε το πακέτο για να τινάξει το τσιγάρο προς το στόμα του με τη γνωστή μαεστρική ακρίβεια.

Το τσιγάρο δεν ήταν πια εκεί.
Ο κύριος Π. δεν υπήρξε ποτέ καπνιστής.
Είχε αναγνωρίσει την παταγώδη καταστροφή που διέκοπτε τη ροή του μονότονου κι ασήμαντου χρόνου.

Γιώργος Χρηστάκης

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.