Ανόητοι ηττημένοι






Το πολυσυζητημένο βιβλίο του υπουργού Οικονομικών της Ελλάδας, στην πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά. Έχει ήδη συζητηθεί αποσπασματικά, με ιδιαίτερη ζέση, στον ελληνικό Τύπο. Το βιβλίο συμπληρώνει χωρίς να αλλάζει ριζικά τις ήδη δημοσιευμένες αφηγήσεις του συγγραφέα για τα δεδομένα της θητείας του. Ένα νέο στοιχείο είναι ότι ο Βαρουφάκης αποκαλύπτει τη χαμηλή εκτίμηση που είχε και έχει για τον Αλέξη Τσίπρα, τον Γιάννη Δραγασάκη και τον Νίκο Παππά. Όσο για το περίφημο Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, ο συγγραφέας αποδίδει στον Νϊκο Παππά την ομολογία ότι ήταν ένα ψέμα. Ότι, δηλαδή, δεν ήταν το «πραγματικό» οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μόνο ένα «κάλεσμα στον αγώνα». Aναδημοσίευση, με μικρές προσαρμογές επειδή το βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά, από το τχ. 80, Σεπτέμβριος 2017, του Books' Journal [ΤΒJ]

Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Γιάννη Βαρουφάκη AdultsintheRoomείναι η καταγραφή των κυριοτέρων στιγμών της θητείας του συγγραφέα ως υπουργού Οικονομικών της Ελλάδας. Κυκλοφόρησε τον Μάιο στα αγγλικά με τον πλήρη τίτλο Adults in the Room:My Battle with Europe’s Deep Establishment – (Eνήλικες στο Δωμάτιο: ο Αγώνας μου εναντίον στο βαθύ κατεστημένο της Ευρώπης) και ήδη κυκλοφορεί σε ελληνική μετάφραση υπό τον τίτλο Ανίκητοι Ηττημένοι.  O Βαρουφάκης αναφέρεται προκλητικά στην περίοδο αυτή ως την «Άνοιξη της Ελλάδας» («Greek Spring», σ. 485), υπονοώντας μια αναλογία με την «Άνοιξη της Πράγας», δηλαδή την αντίσταση μέρους της κοινωνίας της Τσεχοσλοβακίας στην κομμουνιστική δικτατορία το 1968, η οποία ηττήθηκε προσωρινά από τη βία των σοβιετικών τανκς αλλά δικαιώθηκε από την ιστορία.
ΤΟ «ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ» ΚΑΙ ΤΑ «ΓΑΪΔΟΥΡΙΑ»
Το βιβλίο, που έχει ήδη τύχει διθυραμβικών κριτικών από ευρωσκεπτικιστές σχολιαστές στην Αγγλία, είναι πολύ καλογραμμένο και είναι διαρκώς ενδιαφέρον. Συνδυάζει τις προσωπικές εξομολογήσεις, αδιάκριτες αποκαλύψεις, ενδιαφέρουσες αναλύσεις τεχνικών θεμάτων καθώς και πλήθος απαξιωτικών χαρακτηρισμών για εχθρούς και φίλους. Όσοι έχουν ακούσει τον Βαρουφάκη να μιλά στην τηλεόραση, όπου εμφανιζόταν τακτικά την περίοδο 2011-2015, ή έχουν διαβάσει τις συνεντεύξεις του στον Τύπο, θα αναγνωρίσουν στο βιβλίο τόσο τα μεγάλα του χαρίσματα και την πληθωρική του προσωπικότητα, αλλά και τα μεγάλα του ελαττώματα. Θα βρουν επίσης εδώ τον γνωστό υπερβολικό τρόπο με τον οποίο έχει συνηθίσει να εκφράζεται. Παρουσιάζει την ΕΕ με τα μελανότερα χρώματα, ως καταφύγιο δειλών, ή σαδιστών, πολιτικών που χρησιμοποίησαν κάθε μέσο και κάθε ψεύδος ώστε να καταπιέσουν την αδύναμη αλλά τίμια Ελλάδα. 
Το βιβλίο συμπληρώνει χωρίς να αλλάζει ριζικά τις ήδη δημοσιευμένες αφηγήσεις του συγγραφέα για τα δεδομένα της θητείας του. Ένα νέο στοιχείο είναι ότι ο Βαρουφάκης αποκαλύπτει τη χαμηλή εκτίμηση που είχε και έχει για τον Αλέξη Τσίπρα, τον Γιάννη Δραγασάκη και τον Νίκο Παππά, οι οποίοι, θεωρεί, δεν είχαν το σθένος ή το ανάστημα να ολοκληρώσουν το σχεδιασμό του. Τους αποκαλεί «γαϊδούρια» που οδηγούσαν «λιοντάρια»  (“Donkeys leading Lions”, κεφ. 17, σ. 448). Τελικά, τόσο το «κατεστημένο» όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ περιγράφονται με μελανά χρώματα. Ο συγγραφέας έχει τη γνώμη ότι μόνος εκείνος παρέμεινε στη διάρκεια της θητείας του ένας ασυμβίβαστος υπερασπιστής της λογικής, της αλήθειας και της εντιμότητας. Παρ’ όλα αυτά, μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση της αφήγησης, ιδίως όταν  λάβει υπ’ όψη γεγονότα και δεδομένα που ο συγγραφέας αποσιωπά, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα.
Αν και ο ίδιος δεν το βλέπει έτσι, η αφήγηση του Βαρουφάκη δείχνει ότι οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, η Επιτροπή και το ΔΝΤ ήσαν κατά κανόνα ευθείς και έντιμοι συνομιλητές της Ελλάδας. Απ’ ό,τι φαίνεται από το λεπτομερές χρονικό του, η πολιτική των εταίρων της Ελλάδας έναντι της νέας ελληνικής κυβέρνησης δεν άλλαξε από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούλιο του 2015. Η στάση τους ήταν μεν σκληρή αλλά δεν ήταν διαφορετική από αυτή που ίσχυε για όλες τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Η στάση αυτή στηρίχθηκε όχι σε μια διάθεση να «υποτάξουν» την Ελλάδα, όπως λένε ορισμένοι, αλλά από το καθήκον τους να εφαρμόσουν τους υπάρχοντες κανόνες και τις υπάρχουσες συνθήκες της Ευρωζώνης. Μάλιστα η στάση τους έναντι της Ελλάδας είχε ήδη συμφωνηθεί από την ίδια την Ελλάδα το 2010 και το 2012, στο πλαίσιο συμφωνιών που έφεραν στην Ελλάδα τεράστια οικονομική βοήθεια, αλλά και μια γενναία (αν και για πολλούς όχι επαρκή) ρύθμιση χρέους, το γνωστόPSΙ.
Από την άλλη πλευρά, οι αποκαλύψεις των συνομιλιών του Βαρουφάκη με τους Τσίπρα, Παππά και Δραγασάκη δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν είχε σοβαρή προετοιμασία, δεν ακολούθησε σταθερό πλάνο και δεν υποστηριζόταν από επαρκείς εκτελεστικούς, ερευνητικούς και διοικητικούς πόρους (π.χ., δεν φαίνεται πουθενά να λαμβάνει ο Βαρουφάκης νομικές συμβουλές ή γνωμοδοτήσεις από ειδικούς νομικούς στο Δίκαιο της ΕΕ, ενώ διαρκώς διαμαρτύρεται για την έλλειψη πόρων στο υπουργείο του).O Βαρουφάκης στηρίχθηκε στη βοήθεια του Ευκλείδη Τσακαλώτου κι ενός πολύ μικρού αριθμού προσωπικών συμβούλων (Glenn Kim, Eλένη Παναρίτη, James Galbraith, Nίκος Θεοχαράκης), με ελάχιστη συμμετοχή της ιεραρχίας του υπουργείου Οικονομικών. 
Το πιο σημαντικό πρόσωπο στο βιβλίο του Βαρουφάκη, όμως, δεν είναι ο ίδιος, αλλά ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος παρουσιάζεται ως απροετοίμαστος, χωρίς την απαραίτητη κατανόηση των θεσμών της Ευρωζώνης και χωρίς άλλα εφόδια που θα του επέτρεπαν να παρακολουθήσει από κοντά την διαπραγμάτευση. Οι αποφάσεις του ήταν ασταθείς, συναισθηματικές και απρόβλεπτες – με αποκορύφωμα την αλλόκοτη απόφασή του να προκηρύξει δημοψήφισμα ακριβώς στο τέλος του προγράμματος, εξασφαλίζοντας την καταστροφή των ελληνικών τραπεζών, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Το βιβλίο δίνει μια πολύ ξεκάθαρη εικόνα για τη στρατηγική του Τσίπρα κατά το μοιραίο πρώτο εξάμηνο του 2015.


ΤΟ «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ»
Η πιο σημαντική αποκάλυψη του Γιάνη Βαρουφάκη για τον Αλέξη Τσίπρα είναι αυτά που γράφει για το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 2014. Το πρόγραμμα υποσχόταν προς τον ελληνικό λαό ένα φιλόξοδο «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης» με τέσσερις πυλώνες, το οποίο προϋπέθετε πακτωλό χρημάτων που ο ΣΥΡΙΖΑ πίστευε ότι ήταν διαθέσιμος για παροχές και αυξήσεις μισθών, επιδομάτων και συντάξεων. Η βασική ιδέα του προγράμματος ήταν ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις έβαλαν την Ελλάδα στο μνημόνιο με δολιότητα για να εξυπηρετήσουν αδιευκρίνιστα «ξένα κέντρα», ενώ στην πραγματικότητα η Ελλάδα δεν το είχε ανάγκη το επονείδιστο «μνημόνιο». Κατά τη ρητή δέσμευση του προγράμματος της Θεσσαλονικής, τα χρήματα για παροχές υπήρχαν, «ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης». 
Ο Βαρουφάκης γράφει ότι μόλις διάβασε την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα –στο Ώστιν του Τέξας όπου τότε δίδασκε ως επισκέπτης καθηγητής– διαπίστωσε ότι το σχέδιο αυτό ήταν πρόχειρο, αβάσιμο και ανεφάρμοστο, ενώ οι πηγές χρηματοδότησής του ήταν ή «ανύπαρκτες ή παράνομες» (σ. 88). Έγραψε τότε ένα άρθρο στο protagon («Μια Άλλη ΔΕΘ», 15/9/2014), μέρος του οποίου παρατίθεται στο βιβλίο, στο οποίο δήλωνε τη διαφωνία του με το πρόγραμμα αυτό και πρότεινε, αντίθετα, ότι μια ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να υπόσχεται «αίμα και δάκρυα» (σ. 88-89).
Ο Βαρουφάκης έγραψε αυτό το άρθρο με προφανή κίνδυνο να χάσει την ευκαιρία να ενταχθεί στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που είχε ήδη συζητήσει με τον Τσίπρα από τον Μάιο του 2014.  Η πρώτη συνάντησή τους έγινε, σύμφωνα με το βιβλίο, στις αρχές του 2011 (σ. 56-57). O Βαρουφάκης δεν σχημάτισε τότε την καλύτερη εντύπωση για τον νυν πρωθυπουργό, ενώ αναφέρει ότι του έκανε εντύπωση ότι ο Τσίπρας ενδιαφερόταν περισσότερο για τις εσωτερικές ισορροπίες στον ΣΥΡΙΖΑ, παρά για την ουσία του θέματος της παραμονής ή όχι της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, ένα θέμα για το οποίο ο Τσίπρας δεν είχε τότε ξεκάθαρη άποψη. Οι συναντήσεις συνεχίστηκαν.
Λίγο πριν από τις ευρωεκλογές του 2014, οι Τσίπρας και Παππάς πρότειναν στον Βαρουφάκη να αναλάβει τη διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους για το χρέος. Ο  Βαρουφάκης έθεσε δύο όρους: πρώτον, να αναλάβει το έργο αυτό μόνο αν έχει πρώτα εκλεγεί  βουλευτής με την ψήφο του ελληνικού λαού· και δεύτερον, να συμφωνήσει μαζί του εκ των προτέρων η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σχέδιο διαπραγμάτευσης με ιεράρχηση στόχων, ο πρώτος εκ των οποίων δεν θα ήταν η έξοδος από την Ευρωζώνη, αλλά η παραμονή μετά από διαγραφή ή διευθέτηση του χρέους. Ο Βαρουφάκης είχε επίσης ζητήσει να συμμετάσχει στη συγγραφή του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ εν όψει των εκλογών. Οι Τσίπρας και Παππάς συμφώνησαν. Λίγες εβδομάδες μετά παρουσίασαν το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης χωρίς καμία συνεννόηση με τον Βαρουφάκη.
Τη δημοσίευση του άρθρου «Μια Άλλη ΔΕΘ» ακολούθησε ένα τηλεφώνημα του Νίκου Παππά προς τον Γιάνη Βαρουφάκη. Και εδώ βρίσκεται κατά την γνώμη μου η πιο συγκλονιστική αποκάλυψη ολόκληρου του βιβλίου (σ. 89-90). Αφού ο Βαρουφάκης είπε στον Παππά ότι η διαφωνία του με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης είναι πολύ σοβαρή και έχει αλλάξει «τα πάντα» για τις μεταξύ τους σχέσεις, ο Παππάς τον διαβεβαίωσε ότι δεν έχει αλλάξει τίποτε. Του εξήγησε μάλιστα ότι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν ήταν το «πραγματικό» οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μόνο ένα «κάλεσμα στον αγώνα» («rallying call»). Ο Βαρουφάκης τότε εξήγησε στον Παππά ότι η υποστήριξη του κόσμου δεν ήταν δυνατόν να εξασφαλιστεί με ψέματα. Ο Παππάς τον διαβεβαίσε ότι «υπάρχει πολιτική του κόμματος και πολιτική της κυβέρνησης – εμείς θα αναλάβουμε την πρώτη, και εσύ την δεύτερη» (σ. 90). Είναι προφανές λοιπόν ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν υποσχόταν στους εκλογείς παροχές από αφέλεια, ή δήθεν «άγνοια» των «διεθνών συσχετισμών». Η απόρριψη της λιτότητας ήταν μια ενσυνείδητα δημαγωγική εξαπάτηση. Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν ήταν «κάλεσμα στον αγώνα» αλλά κάλεσμα στα κορόιδα.
Ο Βαρουφάκης αποκαλύπτει μεν την συνομιλία αυτή, που μέχρι τώρα δεν έχει διαψευσθεί, αλλά δυστυχώς δεν της δίνει τη σημασία που της αρμόζει. Το πρόγραμμα αυτό δεν ήταν μια μικρή λεπτομέρεια. Άγγιζε το πιο σημαντικό ζήτημα της Ελλάδας για τα τελευταία τέσσερα χρόνια: την ανάγκη ή όχι της λιτότητας. Συνέχιζε το μύθο ότι η λιτότητα δεν ήταν κάτι απόλυτα αναγκαίο για να σωθεί η οικονομία. Δεν εξηγούσε την αλήθεια, ότι  χωρίς τα μνημόνια η λιτότητα θα ήταν ακόμα χειρότερη.
Ο Βαρουφάκης σχολιάζει (σ. 90) ότι η απόκρυψη της αλήθειας από τους οπαδούς και ψηφοφόρους στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, θα δημιουργούσε «σύγχυση, διαίρεση και ήττα, έναντι αντιπάλων που είναι ενωμένοι, ισχυροί και αποφασισμένοι». Όλα αυτά είναι σωστά, αλλά είναι άξιο παρατήρησης ότι ο Βαρουφάκης παραλείπει από τους χαρακτηρισμούς αυτούς τον πιο σημαντικό. Από τη συνομιλία αυτή του Σεπτεμβρίου 2014 θα έπρεπε να έχει γίνει ξεκάθαρο στον Βαρουφάκη ότι οι Τσίπρας και Παππάς παραπλανούσαν τον κόσμο για προσωπικό τους όφελος. Οι πράξεις τους υπονόμευαν με ακραία κυνικό τρόπο τη συναίνεση σε ένα υπαρξιακό ζήτημα της ελληνικής κοινωνίας και έβαζαν σε κίνδυνο τη συμετοχή της στην ΕΕ και το ευρώ. Αυτό δεν τους έκανε μόνο πιο αδύναμους από τους ευρωπαίους ηγέτες, τους έκανε πάνω απ’ όλα ανάξιους να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα.
 Δυστυχώς, ο Γιάνης Βαρουφάκης δεν κάνει πουθενά αυτήν την προφανή, τουλάχιστον σε μένα, παρατήρηση, αλλά σχολιάζει μόνο τις πιθανότητες επιτυχίας ή αποτυχίας της στρατηγικής αυτής για μια νέα ρύθμιση του χρέους (βλ. 103-104).  Ο ίδιος, όμως, είχε πάρει ξεκάθαρη θέση στο στο άρθρο του για τη ΔΕΘ, όπου είχε γράψει:
Πράγματι, αν θέλετε να μας ψηφίσετε να το κάνετε επειδή τα Δάκρυα και το Αίμα που σας υποσχόμαστε τα θεωρείτε ως ένα μικρό αντίτιμο για να ακούτε από κυβερνητικά χείλη την Αλήθεια. Για να έχετε αντιπρόσωπους στην Ευρώπη που δεν θα παρακαλάνε αλλά ούτε και θα ενστερνιστούν την τακτική του τσαμπουκά και της μπλόφας αλλά που, αντίθετα, θα υιοθετήσουν μια στρατηγική που καμία ελληνική κυβέρνηση δεν τόλμησε να υιοθετήσει έως τώρα: τη στρατηγική κίνηση του να λέμε την Αλήθεια στους εταίρους, στους λαούς των εταίρων και στους πολίτες της χώρας μας.
Έχοντας γράψει αυτόν τον παιάνα στην Αλήθεια –με «Α» κεφαλαίο– πώς μπόρεσε ο Γιάνης Βαρουφάκης, λίγες ημέρες μετά, να ενταχθεί στην προεκλογική εκστρατεία των απατεώνων, ως υποψήφιος βουλευτής τους; Η προεκλογική εκστρατεία στην οποία συμμετείχε βασίστηκε σε υποσχέσεις που ήξερε πολύ καλά ότι ήταν ψευδείς και ανέντιμες.


ΠΑΡΑΤΑΣΗ Η ΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ;
Σε αντίθεση με τους πιο σκληροπυρηνικούς αντιευρωπαίους μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, ο Βαρουφάκης δεν επεδίωκε την έξοδο από το ευρώ. Πίστευε ότι η ιδανική λύση για την Ελλάδα ήταν η παραμονή στο ευρώ με χαλαρωση των όρων της λιτότητας και –αναγκαστικά– με μια νέα και πιο γενναία ρύθμιση του ελληνικού χρέους από αυτή που είχε γίνει το 2012, με απώλειες φυσικά για τις χώρες που τη χρηματοδότησαν (κάτι που απαγορεύεται από τις Συνθήκες της ΕΕ). Πρότεινε έτσι στον ΣΥΡΙΖΑ να διεκδικήσει τη ρύθμιση αυτή με έναν ευθύ εκβιασμό: λέγοντας ότι αν η Ελλάδα δεν έπαιρνε μια ρύθμιση του χρέους, τότε θα έπαιρνε τρία αντίμετρα: α) δεν θα πλήρωνε τα ελληνικά ομόλογα της ΕΚΤ, κάτι που (κατά τον Βαρουφάκη) θα προκαλούσε ντόμινο νομικών σεισμών σε όλη την Ευρωζώνη, εξαιτίας της στάσης του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, β)  θα δημιουργούσε σύστημα πληρωμών βασισμένο στα φορολογικά έσοδα, δηλαδή μια μορφή παράλληλου ηλεκτρονικού νομίσματος και γ) θα άλλαζε το νομικό καθεστώς της Τράπεζας της Ελλάδος, με την αφαίρεση της ανεξαρτησίας της, ώστε να μπορεί να στηρίζει τις τράπεζες χωρίς την άδιεα της ΕΚΤ (σ. 93-98).  Με άλλα λόγια, το σχέδιο του Βαρουφάκη ήταν να απειλήσει να ρίξει την Ευρωζώνη στο χάος, ώστε να πειστεί να κάνει κάτι που μέχρι τότε ήταν παράνομο. 
Το βιβλίο περιγράφει αναλυτικά την πρώτη συναντήσή του με τον πρόεδρο τουEurogroupΓερούν Ντάισελμπλουμ (σ. 164-172). Η συνομιλία με τον Ντάισελμπλουμ είναι ίσως η πιο διαφωτιστική για το τι συνέβη την άνοιξη του 2015. Όλα όσα έγιναν αργότερα στα διάφορα Eurogroup, ξεκινούσαν ως επαναλήψεις αυτής της συνομιλίας. Η στρατηγική που είχε συμφωνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα προαπαιτούμενο: ότι οι ευρωπαίοι εταίροι θα καθήσουν στο τραπέζι με την νέα ελληνική κυβέρνηση ώστε να συζητήσουν όλα τα δεδομένα της διάσωσης της Ελλάδας, προσφέροντας ίσως χαλαρότερους όρους και διαγραφή ή ρύθμιση του χρέους. Το σχέδιο του Βαρουφάκη είχε όμως ένα μεγάλο πρόβλημα, που ήταν και το πρώτο πράγμα που του είπε ο Ντάισελμπλουμ. Η χρηματοδότηση της Ελλάδας είχε ήδη συμφωνηθεί από ελληνικές κυβερνήσεις το 2010 και το 2012. Οι συμφωνίες αυτές επρόκειτο να λήξουν στις 31 Δεκεμβρίου του 2014, αλλά παρατάθηκαν για δύο μήνες μετά από αίτημα της κυβέρνησης Σαμαρά, λόγω των εκλογών. Συνεπώς, οι διαπραγματεύσεις με την ΕΕ δεν γινόταν να ξεκινήσουν από «μηδενική βάση», όπως έλεγαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αφού η Ελλάδα είχε ήδη πάρει τα χρήματα και είχε συμφωνήσει με τους όρους της δανειακής συμφωνίας με τους επίσημους δανειστές της. Οι φορολογούμενοι άλλων κρατών της είχαν ήδη δανείσει σχεδόν 300 δισεκατομύρια ευρώ. Η Ελλάδα είχε υποσχεθεί να μεταρρυθμίσει την οικονομία της και να αποπληρώσει πλήρως τα υπόλοιπα χρέη της. Δεν νομίζω ότι ο Βαρουφάκης κατάλαβε ποτέ τη σημασία αυτών των δεσμεύσεων.
Το βέβαιο είναι ότι άλλοι στον ΣΥΡΙΖΑ είχαν ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση. Ο Γιάννης Δραγασάκης, για παράδειγμα, είχε δηλώσει τον Ιανουάριο ότι ο  ΣΥΡΙΖΑ θα χρησιμοποιούσε το «ισχυρό επιχείρημα» ότι η δανειακή σύμβαση είναι «παράνομη» (βλ. εφημ. Η Αυγή, «Γ. Δραγασάκης: Παράνομο το Μνημόνιο», 10 Ιανουαρίου 2015). Φυσικά ίσχυε το ακριβώς αντίθετο: η δημοσιονομική πειθαρχία ήταν επιβεβλημένη από τις Συνθήκες της ΕΕ και οι διαδικασίες διάσωσης της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας είχαν ήδη κριθεί απόλυτα σύμφωνες με τις Συνθήκες από το Δικαστήριο της ΕΕ. Η Ελλάδα μπορούσε φυσικά να αποχωρήσει από τις συμφωνίες αυτές και να πει ότι δεν θα δεσμεύεται από αυτές για το μέλλον. Αν όμως τις εγκατέλειπε, θα έχανε και τη χρηματοδότηση, τόσο της κυβέρνησης όσο και του τραπεζικού συστήματος.   
Γι’ αυτό λοιπόν ο Ντάισελμπλουμ ρώτησε αμέσως τον Βαρουφάκη: «Ποιες είναι οι προθέσεις σας για το Ελληνικό Πρόγραμμα; Σχεδιάζετε να το ολοκληρώσετε;» (σ. 166). Η ερώτηση ήταν εύλογη γιατί οι δημόσιες ομιλίες και δηλώσεις του Τσίπρα υπόσχονταν ακριβώς το αντίθετο: το τέλος των μνημονίων. Ο Βαρουφάκης απάντησε ότι η νεοεκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση ήθελε να «αναδιαπραγματευτεί» τις συμφωνίες χωρίς να αποχωρήσει από αυτές. Ο Ντάισελμπλουμ τότε φαίνεται να του εξήγησε ότι αυτό δεν γίνεται. Του είπε ότι είτε το πρόγραμμα συνεχίζεται, είτε διακόπτεται, χωρίς να υπάρχει μέση λύση. Ο Βαρουφάκης, καθώς φαίνεται, δεν περίμενε την απάντηση αυτή. Γράφει ότι ενοχλήθηκε που ο ολλανδός υπουργός δεν ενδιαφερόταν να ακούσει την κριτική του στους υπολογισμούς και τη μεθοδολογία του προγράμματος. Θεώρησε προσβλητικό ότι ο Ντάισελμπλουμ δεν ήταν διατεθειμένος να ξεκινήσει αναδιαπραγμάτευση εφ’ όλης της ύλης, χωρίς να σταματήσει το ισχύον πρόγραμμα.
Κι όμως, η στάση του Γερούν Ντάισελμπλουμ ήταν απόλυτα προβλέψιμη. Κάτι που ο Βαρουφάκης δεν φαίνεται να κατάλαβε σε όλη τη διάρκεια της θητείας του –κι ακόμα δεν φαίνεται να καταλαβαίνει– είναι ότι η νομισματική ένωση της Ευρωζώνης δεν είναι σαν αυτή της Αμερικής. Οι αποφάσεις είναι διεθνείς, όχι εθνικές. Έτσι και το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας δεν εκπορεύεται από μια πηγή εξουσίας, π.χ. από έναν πρόεδρο ή από έναν πρωθυπουργό, ή από ένα Κοινοβούλιο. Εξ αιτίας του διεθνούς χαρακτήρα της Ευρωζώνης, κάθε σχετική απόφαση περνά από πολλά Κοινοβούλια, πολλές κυβερνήσεις και τουλάχιστον έναν ακόμα διεθνή οργανισμό, το ΔΝΤ. Παραδόξως, ο Βαρουφάκης κατηγορεί τον Ντάισελμπλουμ ως «υπάλληλο» της Ευρωζώνης, ενώ είναι ο εκλεγμένος υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας, που έχει δανείσει στην Ελλάδα χρήματα των φορολογουμένων του, σύμφωνα με τους όρους που περιγράφονται στα «Μνημόνια». Σε ένα σημείο, μάλιστα, ο Βαρουφάκης θεωρεί τη (διορισμένη) Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως φορέα της δημοκρατίας, ενώ τους δημοκρατικά εκλεγμένους υπουργούς Οικονομικών ως δυνάστες που δεν είχαν «νομική θεμελίωση ή δημοκρατική νομιμοποίηση» (σ. 262). Πρόκειται για μια εντελώς παράδοξη αντίληψη της δημοκρατίας. Το βιβλίο δυστυχώς είναι γεμάτο τέτοιες παραδοξότητες.
Εν προκειμένω, πάντως, ο Βαρουφάκης δεν είχε τότε μπροστά του μια κυβέρνηση ή ένα Κοινοβούλιο με το οποίο θα μπορούσε να αναδιαπραγματευτεί μια νέα χρηματοδότηση της Ελλάδας ή την αλλαγή των κανόνων της ΕΚΤ. Ακόμα και αν το ήθελε, ο  Ντάισελμπλουμ δεν μπορούσε να το κάνει. Μια νέα δανειακή συμφωνία θα έπαιρνε μήνες ή χρόνια, αν φυσικά ξεπερνούσε τα ανυπέρβλητα πολιτικά εμπόδια (δεδομένου ότι οι περισσότερες χώρες δεν εμπιστεύονται μια κεϋνσιανή πολιτική σε μια διεθνή νομισματική ένωση). Παράλληλα, μια τέτοια διαπραγμάτευση εφ’ όλης της ύλης προϋπέθετε ότι η παλιά συμφωνία θα είχε λήξει. Γι’ αυτό λοιπόν είπε ο Ντάισελμπλουμ στον Βαρουφάκη ότι αν η Ελλάδα ήθελε να συνεχίσει να εισπράττει βοήθεια με βάση το ισχύον πρόγραμμα θα έπρεπε να τηρήσει όλες τις υποχρεώσεις της, συμπεριλαμβανομένης της ολοκλήρωσης της τελευταίας αξιολόγησης του δεύτερου προγράμματος, που δεν πέτυχε να ολοκληρώσει η κυβέρνηση Σαμαρά.  Η εύλογη αυτή άρνηση ανέτρεπε τον σχεδιασμό του Βαρουφάκη. Η αναδιαπραγμάτευση για το χρέος δεν μπορούσε καν να ξεκινήσει – αφού η διακοπή του προγράμματος θα σήμαινε άμεση κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Ο Βαρουφάκης δεν φαίνεται να κατανόησε την στάση του Ντάισελμπλουμ. Του απάντησε με εντελώς παράδοξο τρόπο, που κατά τη γνώμη μου δείχνει ότι δεν είχε κατανοήσει την ερώτηση η οποία του είχε υποβληθεί. Είπε ότι το πρόγραμμα ως έχει έχει τεράστιο χρηματοδοτικό κενό και άρα δεν βγαίνει (σ. 163).  Αυτό όμως, ακόμα και αν ήταν σωστό, δεν απαντά στην ερώτηση.  Όσο και αν φαίνεται περίεργο, από τα όσα γράφει ο Βαρουφάκης φαίνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε απάντηση στο αν η Ελλάδα ήθελε να καταγγείλει το ισχύον πρόγραμμα ώστε να ξεκινήσει διαπραγμάτευση από την αρχή, ή να το συνεχίσει με νέα παράταση. Αυτό έγινε επειδή η ελληνική κυβέρνηση δεν κατανοούσε επαρκώς τη νομική δομή της Ευρωζώνης και της διάσωσης της Ελλάδας. Η άγνοια του ΣΥΡΙΖΑ γι’ αυτά τα θέματα ήταν, δυστυχώς, φανερή με γυμνό μάτι ήδη, και έτσι, σε ένα άρθρο μου λίγο πριν από τις εκλογές, προσπάθησα να εξηγήσω τα  νομικά δεδομένα της διαπραγμάτευσης, προειδοποιώντας για τους μεγάλους κινδύνους της ελλιπούς προετοιμασίας μιας νέας κυβέρνησης (βλ. «Οι νομικές Διαστάσεις της Διαπραγμάτευσης για το Χρέος», protagon.gr, 23 Ιανουαρίου 2015), χωρίς δυστυχώς να λάβω οποιαδήποτε απάντηση.
Οι συνομιλίες που είχε λίγες ημέρες αργότερα ο Γιάνης Βαρουφάκης με τον  πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Mάριο Ντράγκι (σ. 200-206) και τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόυμπλε (σ. 208-217) επανέλαβαν τις ανταλλαγές αυτές με το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Ειπώθηκαν, κατά τις αναφορές του Βαρουφάκη, τα ίδια περίπου πράγματα, ότι δηλαδή η Ελλάδα πρέπει να αποδεχθεί το υπάρχον πρόγραμμα για να λάβει τη χρηματοδότηση. Παρά τις δημόσιες δηλώσεις συμπάθειας του Μπαράκ Ομπάμα, η αμερικανική κυβέρνηση κράτησε ακριβώς την ίδια στάση με τους Ευρωπαίους, με τον αμερικανό πρέσβη να επαναλαμβάνει προς τον Βαρουφάκη τις παραινέσεις για συνέχιση του προγράμματος (σ. 224). Ο Βαρουφάκης δεν ξεκαθάρισε στις συναντήσεις αυτές αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αποδεχόταν ή κατάγγελλε (όπως έλεγε δημόσια) τις δανειακές συμφωνίες.
Στο πρώτο του Eurogroup, ο Γιάνης Βαρουφάκης αντιμετώπισε λοιπόν για άλλη μια φορά την ερώτηση αν η Ελλάδα θέλει να ολοκληρώσει το πρόγραμμα. Απάντησε, ξανά, ότι θέλει και τα δύο. Τότε ο Βόλφγκανγκ Σόυμπλε του εξήγησε εκτενώς (σ. 237) ότι οι εκλογές στην Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξουν τις Συνθήκες, τις συμφωνίες της Ελλάδας και τη δομή της διάσωσης της Ευρωζώνης, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα το 2012. Aκολούθησαν δέκα ώρες διαπραγματεύσεων για το αν η Ελλάδα θα μπορούσε να δεχθεί τη διατύπωση ενός «αναθεωρημένου» (amended) μνημονίου, διατύπωση που πρότεινε ο Βαρουφάκης αλλά δεν δέχθηκε ο Σόυμπλε, ή τη διατύπωση «προσαρμοσμένου» (adjusted) μνημονίου που πρότεινεo Ντάισελμπλουμ αλλά τελικά αρνήθηκε η Ελλάδα – έπειτα από τηλεφώνημα του Βαρουφάκη στον Αλέξη Τσίπρα. Το πρώτο Eurogroup έληξε έτσι άκαρπο, με ευθύνη όχι τόσο του Βαρουφάκη, που ήθελε το συμβιβασμό, αλλά του Τσίπρα (σ. 244-247).


Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ 20ής ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Το αδιέξοδο συνεχίστηκε για λίγες ακόμα ημέρες. Φυσικά, όπως έβλεπαν και ο Βαρουφάκης αλλά και ο Δραγασάκης, δεδομένου ότι στα τέλη Φεβρουαρίου το πρόγραμμα θα έληγε, η Ελλάδα και οι τράπεζές της θα ήταν χρεοκοπημένες και έτσι θα σταματούσε η χρηματοδότησή τους από την ΕΚΤ, ο συμβιβασμός ήταν θέμα χρόνου, εκτός αν η κυβέρνηση ήταν έτοιμη να ξεκινήσει τον μεγάλο της εκβιασμό με τα «αντίμετρα» του Βαρουφάκη, βγαίνοντας αμέσως από το πρόγραμμα. Παραδόξως, όπως φαίνεται από το γραφόμενα του Βαρουφάκη, το δεύτερο ενδεχόμενο, που ήταν κάτι πολύ πιο ορθολογικό σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό του (αφού μια στάση πληρωμών θα εξασφάλιζε πόρους για μισθούς και συντάξεις), δεν συζητήθηκε καν. Η κυβέρνηση ήθελε, πάνω απ’ όλα, να κερδίσει χρόνο.
Έτσι, έπειτα από δύο άλλα Eurοgroup και έχοντας χάσει πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο, η Ελλάδα συμφώνησε στις 20 Φεβρουαρίου να παρατείνει την ισχύουσα δανειακή συμφωνία, πάνω στη βάση τον προηγουμένων συμφωνιών. Ο Βαρουφάκης παρουσιάζει τη συμφωνία αυτή ως θρίαμβο της διαπραγμάτευσής του και ως παράδειγμα «δημιουργικής ασάφειας» (σ. 271). Η ανάγνωση όμως του ανακοινωθέντος, καθώς και της λεπτομερούς νομικής συμφωνίας που ακολούθησε, δείχνει το αντίθετο. Η κυβέρνηση συμβιβάστηκε πλήρως. Παρέτεινε το μνημόνιο χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή στους στόχους της λιτότητας.  Το ανακοινωθέν έγραφε ρητά ότι η Ελλάδα ζητά την παράταση της δανειακής συμφωνίας με στόχο την ολοκλήρωση της αξιολόγησης «στη βάση των όρων των υπαρχουσών ρυθμίσεων, κάνοντας χρήση της υπάρχουσας ευελιξίας, η οποία θα εξετασθεί από κοινού από τις ελληνικές αρχές και τους θεσμούς». Το ίδιο ακριβώς, ότι δηλαδή η παράταση ήταν πλήρης και χωρίς υποσημειώσεις η υιοθέτηση του ισχύοντος μνημονίου, δηλώνει και η επίσημη και νομικά δεσμευτική συμφωνία που υπέγραψε λίγες ημέρες μετά ο Βαρουφάκης εκ μέρους της Ελλάδας. Η ρήτρα 4 της Συμφωνίας αυτής ορίζει (σε δική μου μετάφραση): «Εκτός από τις ρήτρες της Κύριας Συμφωνίας που τροποποιούνται από τις προβλέψεις των ρητρών 1, 2 και 3 αυτής της Τρίτης Τροποποιητικής Συμφωνίας [αυτές δηλαδή που αφορούσαν τον χρόνο λήξης], όλες οι άλλες ρήτρες της Κύριας Συμφωνίας παραμένουν χωρίς αλλαγή». Με άλλα λόγια, το μνημόνιο είχε απλά παραταθεί (για περισσότερες λεπτομέρειες της συμφωνίας, βλ. το άρθρο μου: «Τι Έχει Υπογράψει η Κυβέρνηση», news247.gr, 28 Μαρτίου 2015).
Ο Γιάνης Βαρουφάκης, τώρα, δικαιολογεί το συμβιβασμό που έκανε τότε με δύο τρόπους. Πρώτον, λέει, ο συμβιβασμός ήταν μόνο ένας τακτικός ελιγμός, ώστε να κερδίσει η Ελλάδα χρόνο και χρήματα, μέσα στον οποίον θα μπορούσε να εξαπολύσει τον εκβιασμό της. Αυτό συμφωνήθηκε στο «πολεμικό συμβούλιο» του ΣΥΡΙΖΑ, λίγες ημέρες πριν (σ. 270). Η απόφαση του «πολεμικού συμβουλίου» ήταν ότι η παράταση του ισχύοντος προγράμματος, κατά τον Βαρουφάκη, δεν θα σταματούσε τη διεκδίκηση της ρύθμισης του χρέους και ότι «κάθε απόπειρα να μας κλείσουν τις τράπεζές μας και να επιβάλουν κεφαλαιακούς περιορισμούς θα συναντούσε από μέρους μας το μονομερές κούρεμα των ομολόγων SMPτης ΕΚΤ και την ενεργοποίηση του παράλληλου συστήματος πληρωμών»  (σ. 270).
Ο δεύτερος λόγος που αναφέρει ο Βαρουφάκης είναι ότι η Ελλάδα «εξαπατήθηκε». Πάνω κάτω, ο αρμόδιος για την οικονομία υπουργός τους πρώτους μήνες του 2015 ισχυρίζεται το εξής: ενώ είχε αρχικά μειοψηφήσει, ο γερμανός υπουργός Οικονομικών έπεισε με κάποιον τρόπο την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καθώς και τους υπόλοιπους υπουργούς της Ευρωζώνης αφού έληξε τοEurogroup, να αθετήσουν την συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου (σ. 288-290). Αυτό έγινε κατανοητό στον Βαρουφάκη μόνο σε μια τηλεδιάσκεψη της 24ης Φεβρουαρίου. Ο Βαρουφάκης κατηγορεί λοιπόν τον Μάριο Ντράγκι και την Κριστίν Λαγκάρντ ως ψεύτες που μαζί με τον Σόυμπλε και άλλους άλλαξαν μονομερώς τη συμφωνία του Εurogroup (σ. 289).
Πολύ φοβάμαι ότι η κατηγορία αγγίζει τα όρια του γελοίου. Τα κείμενα δεν άλλαξαν και είναι ξεκάθαρα. Όποιος τα διαβάσει καταλαβαίνει τι σημαίνουν. Τα κείμενα δείχνουν ότι οι διαπραγματεύσεις του Βαρουφάκη δεν πέτυχαν τίποτε. Το μνημόνιο παρατάθηκε. Είναι πιθανόν ότι δεν είχε κατανοήσει πλήρως τι συμφώνησε στις 20 Φεβρουαρίου. Πάντως, τώρα, ο Βαρουφάκης θεωρεί το μεγαλύτερό του σφάλμα («meamaximacullpa», σ. 290-2) ότι δεν κατήγγειλε στον Τύπο την εξαπάτησή του από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ότι δεν επέλεξε τότε αμέσως τη ρήξη. Ομολογώ ότι μου φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να πιστέψω ότι ο Βαρουφάκης, που δεν χάνει ευκαιρία να κατακεραυνώσει με ασυγκράτητη δριμύτητα όποιον διαφωνεί μαζί του, θα άφηνε να περάσει μια τόσο μεγάλη ευκαιρία να ξεμπροστιάσει με στοιχεία το «βαθύ κατεστημένο» της Ευρώπης.
Μια διαφορετική ανάγνωση είναι ότι η ακριβής διατύπωση στα δύο κείμενα δεν τον απασχολούσε. Σκεφτόταν μόνο το θέμα του χρέους και αναζητούσε λίγο χρόνο για να το θέσει την κατάλληλη στιγμή. Στόχος του ήταν, όπως λέει, ο εκβιασμός της Ευρωζώνης και της ΕΚΤ, λίγες εβδομάδες μετά, ώστε να μην εφαρμοστεί η συμφωνία και να γίνει ρύθμιση του χρέους (αυτό το εξηγεί ρητά στην σ. 283, ως ένα σημείο στο οποίο διαφωνούσε με τον Γιώργο Χουλιαράκη). Το ίδιο προκύπτει και από τη συζήτησή του με τον πρωθυπουργό. Όταν τον ενημέρωσε για τη δήθεν στροφή της Ευρωζώνης λέγοντάς του ότι οι δανειστές «μας εξαπάτησαν» και ήθελαν να «βάλουν το μνημόνιο πάλι στο τραπέζι» (σ. 292-3),oΤσίπρας τον διαβεβαίωσε ότι το πρόβλημα  της (κατά τη φαντασία τους) εξαπάτησης από το Eurogroup ήταν μικρό, αφού η κυβέρνηση  δεν θα εφάρμοζε τίποτε από όσα είχε συμφωνήσει, ούτως ή άλλως. Θα ακολουθούσαν την αρχική συγκρουσιακή στρατηγική του «ανίκητου» εκβιασμού σε προσφορότερο χρόνο (σ. 293).  Έτσι λοιπόν, μετά τη συζήτηση με τον Τσίπρα, ο Βαρουφάκης υπέγραψε και την τελική νομική συμφωνία (τη λεγόμενη «Τρίτη Τροποποίηση») που δέσμευσε και τυπικά την Ελλάδα στους όρους του υπάρχοντος μνημονίου. Το σχέδιο ήταν να αθετήσουν τη συμφωνία που μόλις υπέγραψαν.
Εδώ λοιπόν βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το κλειδί της αποτυχίας της στρατηγικής Βαρουφάκη. Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου δεν ήταν η έναρξη μιας «αναδιαπραγμάτευσης». Ήταν η συνέχιση της διάσωσης σύμφωνα με τους όρους του μνημονίου, που μόνο πλέον στις λεπτομέρειές του μπορούσε να αλλάξει με ισοδύναμα μέτρα, έπειτα από νέες συζητήσεις της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα. Από την υπογραφή αυτή το μόνο θέμα ενώπιον του Eurogroup ήταν η ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ακολουθούσε τις υπάρχουσες συμφωνίες, θα ολοκλήρωνε την εκκρεμή αξιολόγηση, ώστε να εκταμιευθεί η τελευταία δόση – και το χρέος θα συζητιόταν σε αργότερο χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, τους επόμενους μήνες, ο Βαρουφάκης, αντί να προτείνει ισοδύναμα μέτρα, διαρκώς ζητούσε αναδιάρθρωση του χρέους (π.χ., σ. 310, 329, 334). ΤαEurogroup ήταν μια διαρκής επανάληψη του ίδιου αδιεξόδου: η Ευρωζώνη περίμενε ισοδύναμα μέτρα για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και ο Βαρουφάκης τους μιλούσε για ρύθμιση του χρέους.  Η ρήξη ήταν θέμα χρόνου.


ΠΥΡΕΤΟΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ
Ο Βαρουφάκης δεν αναφέρει στο βιβλίο του πώς αντέδρασε δημοσίως η ελληνική κυβέρνηση στη συμφωνία της 20ής Φεβουαρίου. Είναι όμως εξαιρετικά κρίσιμο για την πληρότητα της αφήγησης. Η ελληνική κυβέρνηση έκανε τότε κάτι που εξόργισε ακόμα περισσότερο τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης.
Ίσως επειδή σκόπευαν ούτως ή άλλως να παραβιάσουυν τη συμφωνία, ίσως επειδή ήθελαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για κλίμα οργής των Ελλήνων εναντίον της ΕΕ, αγνόησαν εντελώς το περιεχόμενο της συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου. Ξεκίνησε τότε μια εκστρατεία συντονισμένης προπαγάνδας, σύμφωνα με την οποία η ελληνική κυβέρνηση είχε δήθεν ήδη πετύχει όλα όσα διεκδικούσε. Αν και ο Τσίπρας ήξερε ότι υπέγραψε την παράταση του μνημονίου, τη διατήρηση της λιτότητας και το τέλος της «αναδιαπραγμάτευσης», δημοσίως είπε το ακριβώς αντίθετο, ότι η αναδιαπραγμάτευση άρχισε και ότι το μνημόνιο και η λιτότητα τελείωσαν. Θα παραθέσω εδώ μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις ομιλίες του, στις οποίες ο Βαρουφάκης δεν αναφέρεται καθόλου στο βιβλίο του. Στην ομιλία του προς το Υπουργικό Συμβούλιο, στις 27/2,  ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε τα εξής:
Οι εταίροι μας ενέκριναν επέκταση της δανειακής σύμβασης με την Ελλάδα, στηβάση του αιτήματος που είχαμε καταθέσει με την επιστολή μας. Δηλαδή την επέκταση της δανειακής σύμβασης χωρίς την επέκταση των μνημονιακών δεσμεύσεων, του προγράμματος της λιτότητας δηλαδή, που μέχρι χθες τη συνόδευε αποκλειστικά. Αποδείχτηκε έτσι ότι η Ευρώπη μπορεί να προχωράει όταν υπάρχει πολιτική βούληση.
Στην ομιλία του στην Κ.Ε. του κόμματός του ο πρωθυπουργός δήλωσε, στις 28/2:
Τα μνημόνια είναι παρελθόν. Και τυπικά, αφού διαχωρίστηκαν από τη δανειακή σύμβαση, δεν τη συνοδεύουν πια. Αλλά και ουσιαστικά, με την έννοια ότι τα παράλογα μέτρα της λιτότητας δεν συνοδεύουν πια τη νέα συμφωνία μας. Τη συμφωνία γέφυρα στην οποία καταλήξαμε μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, οι οποίες έδειξαν όχι μόνο την επιμονή των δογματικών της λιτότητας, αλλά και την αποφασιστικότητα της κυβέρνησής μας να τελειώσει μ' αυτή.
Ο Νίκος Παππάς δήλωσε στις 26/3 στη Βουλή τα εξής:
Ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους εταίρους δεν έχει υπογραφεί καμία νέα δανειακή σύμβαση, πολύ περισσότερο «συμφωνία παράτασης του Μνημονίου», όπως αναφέρεται στην ερώτηση...
Όλα αυτά ήταν απολύτως ψευδή. O Αλέξης Τσίπρας έδινε την εντύπωση ότι η σκληρή στάση απέδιδε καρπούς, ενώ η πιο ήπια στάση του Αντώνη Σαμαρά είχε οδηγήσει στη λιτότητα.Oπλισμένος με τον ισχυρισμό αυτό ξεκίνησε να παρουσιάζει τη φιλευρωπαϊκή αντιπολίτευση ως ψοφοδεείς και αδύναμους κουίσλινγκ, που ή δεν είχαν το σθένος να αντισταθούν ή καθοδηγούνταν από ξένα κέντρα και τους τοπικούς ολιγάρχες και προτιμούσαν την υποτέλεια προς την τρόικα και τη φτώχεια του ελληνικού λαού. Ο εθνολαϊκιστικός λόγος του είχε, έτσι, οπλιστεί με ένα ψεύτικο γεγονός: τη δήθεν επιτυχία της σκληρής στάσης του και τη δήθεν εξασφάλιση της απαλλαγής από το μνημόνιο. Ενώ η διαπραγμάτευση όδευε με μαθηματική βεβαιότητα προς την αποτυχία και η Ελλάδα διαρκώς έχανε συμμάχους με την άνευ προηγουμένου συμπεριφορά της, ο Τσίπρας χρησιμοποιούσε την εικονική πραγματικότητα για  να κατακεραυνώνει την αντιπολίτευση και να κατηγορεί τα στελέχη της ως εθνικούς μειοδότες.
Σε μια από αυτές τις ομιλίες, τον Μάρτιο,  είπε τα εξής χαρακτηριστικά:
Με την απόφαση της 20ής Φλεβάρη, όμως, αναγνωρίζεται και η ανάγκη να ανοίξει επιτέλους η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Διότι χωρίς μια τέτοια παρέμβαση είναι αδύνατη η αποπληρωμή του χωρίς να συντελεστούν ακόμη περισσότερες και μεγαλύτερες κοινωνικές καταστροφές. [...] Και αυτή, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, είναι η μοναδική στρατηγική που μπορεί να βάλει τέλος στη λιτότητα, δηλαδή τέλος στη μνημονιακή πολιτική. Ο άλλος δρόμος είναι η άνευ όρων συνθηκολόγηση στις απαιτήσεις των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων κέντρων. Η άτακτη υποχώρηση μπροστά σε όσους έχουν προσωπικό ή κοινωνικό συμφέρον να συνεχιστεί η ίδια πολιτική που κατέστρεψε τον τόπο. Και θέλω σήμερα να απευθύνω ευθέως το ερώτημα στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Θα στηρίξετε αυτή την εθνική διαπραγματευτική στρατηγική για να μπει τέλος στη λιτότητα; Ή θα συνεχίσετε να συμπεριφέρεστε ως φερέφωνο των πιο ακραίων πολιτικών και οικονομικών κέντρων της Ελλάδας και της Ευρώπης; Ως φερέφωνο των εμπνευστών του Μνημονίου; Αυτό είναι το πολιτικό διακύβευμα. Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό δίλημμα που σήμερα πρέπει να απαντηθεί.
Η μαγική εικόνα της κυβέρνησης έδειχνε ότι οι Ευρωπαίοι υποχωρούν μπροστά στη θαρραλέα στάση των ελλήνων πατριωτών. Τα ψεύδη αυτά έφεραν την αποδοχή της κυβέρνησης από το 80% του πληθυσμού, στις δημοσκοπήσεις της εποχής, και συνεχίστηκαν για πέντε μήνες, μέχρι  την επομένη του δημοψηφίσματος, όταν ο κ. Τσίπρας παραδέχθηκε μπροστά στους πολιτικούς αρχηγούς, που επί μήνες λοιδορούσε, ότι η «σκληρή» διαπραγμάτευση έφερε τη χώρα στα πρόθυρα της καταστροφής και ζήτησε –και πήρε – τη βοήθειά τους για να αποφευχθεί η έξοδος από το ευρώ.
Ο Βαρουφάκης αφήνει την παραποίηση της συμφωνίας της 20ής Φεβρόυαρίου από την ελληνική κυβέρνηση και την εθνολαϊκιστική προπαγάνδα που την ακολούθησε εντελώς ασχολίαστη. Σαν  να μη συνέβη ποτέ.


ΠΑΡΑΛΥΣΗ
Η ανανέωση του μνημονίου στις 20 Φεβρουαρίου δημιούργησε ένα τεράστιο πρόβλημα για την ελληνική κυβέρνηση. Στο Eurogroup περίμεναν από εκείνον τα ισοδύναμα μέτρα που θα ολοκλήρωναν την αξιολόγηση, σύμφωνα με τα όσα τους είχε υποσχεθεί. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τον ακούσουν όταν ζητούσε τη ρύθμιση του χρέους. Αφού είχε συμφωνήσει να ολοκληρώσει πρώτα την αξιολόγηση, όλα τα άλλα έπρεπε να περιμένουν. Δυστυχώς, ο Βαρουφάκης δεν φαίνεται να κατάλαβε την αλληλουχία αυτή, ή τουλάχιστον δεν τη σεβάστηκε. Συνέχισε να ζητά πράγματα που είχε ήδη συμφωνήσει ότι δεν θα αλλάξουν. Εξιστορεί λοιπόν στιγμές που οι συνάδελφοί του τον αγνοούσαν, σαν να τους διάβαζε τον «Σουηδικό Εθνικό Ύμνο» (σ. 308). Ο Βαρουφάκης συμπεριφερόταν στo Eurogroup σαν να μην καταλαβαίνει τι σημαίνει ημερήσια διάταξη.
Το κλίμα για τον Βαρουφάκη άρχισε να γίνεται εντελώς αρνητικό. Τότε, όπως είναι γνωστό, ξεκίνησε η μεσολάβηση της γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ απ’ ευθείας προς τον έλληνα πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα. Όταν προέκυψε το αδιέξοδο, ο Τσίπρας ξεκίνησε παράλληλες διαπραγματεύσεις απ’ ευθείας με τη Μέρκελ, πιστεύοντας ότι εκείνη είχε τη δύναμη να δώσει στην Ελλάδα αυτά που ζητούσε (σ. 345-350). Επειδή όμως, όπως είδαμε, η στάση του Εurogroup βασιζόταν στις Συνθήκες της ΕΕ και στα ήδη συμφωνηθέντα με την Ελλάδα, ούτε κάν η Μέρκελ μπορούσε, σε εκείνη τη φάση τουλάχιστον, να ανοίξει το θέμα της ρύθμισης του χρέους. Το μόνο θέμα  που έμενε ανοικτό ήταν η αξιολόγηση.
Παράλληλα, ο Τσίπρας άλλαζε γνώμη σχεδόν από μέρα σε μέρα. Ενώ έπειτα από μια ομιλία με πάθος στο υπουργικό συμβούλιο έστειλε τον Βαρουφάκη στην Ουάσιγκτον για να ανακοινώσει ότι η Ελλάδα δεν θα πληρώσει το ΔΝΤ (σ. 355-356), λίγες ώρες αργότερα του έστειλε μήνυμα για να του πει ότι άλλαξε γνώμη (σ. 358). Στο τηλεφώνημα αυτό ο Τσίπρας λέει ότι ο Βαρουφάκης πρέπει μόνο να απειλήσει μόνο ότι η Ελλάδα δεν θα πληρώσει, αλλά ότι στην πραγματικότητα η Ελλάδα θα πλήρωνε. Επρόκειτο για απόφαση μεγάλου ρίσκου, γιατί η Ελλάδα θα έχανε την πειστικότητα των εκβιασμών της, όπως παρατηρεί ο Βαρουφάκης. Στην πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση είχε παραλύσει.


ΠΑΝΙΚΟΣ
Οι εβδομάδες περνούσαν χωρίς πρόοδο, με την κυβέρνηση να μαζεύει τα αποθεματικά δημοσίων οργανισμών και με τα σύννεφα στο Eurogroup να πυκνώνουν. Ο Τσίπρας περίμενε ένα θαύμα από τη Γερμανία, το οποίο όμως δεν ερχόταν. Ο Βαρουφάκης όμως φάνηκε να χάνει την αυτοσυγκράτησή του και, χωρίς να έχει την άδεια του Τσίπρα, στα μέσα Απριλίου, για πρώτη φορά αποκαλύπτει στην ΕΚΤ, σε μια κατά τα άλλη ιδιωτική τηλεφωνική συνομιλία, ότι η Ελλάδα σκοπεύει να μην ανεχτεί τη διακοπή της χρηματοδότησης των τραπεζών της από την ΕΚΤ και ότι σκοπεύει να πάρει επιθετικά αντίμετρα με στόχο την ίδια την ΕΚΤ.
Είναι σημαντικό ότι η συνομιλία έγινε με τον Μπενουά Κερέ (Benoit Coeuré), το μέλος του ανώτατου οργάνου της ΕΚΤ, της Εκτελεστικής Επιτροπής, με αρμοδιότητα την Ελλάδα. Ο  Βαρουφάκης του είπε ότι, σε περίπτωση διακοπής της στήριξης των τραπεζών από την ΕΚΤ, η Ελλάδα θα προχωρήσει σε παράλληλο ηλεκτρονικό σύστημα πληρωμών και ότι δεν θα πληρώσει τις δόσεις των ομολόγων τον Ιούλιο (σ. 383).  Του αποκάλυψε δηλαδή δύο από τα τρία «αντίμετρα». Ο Κερέ συνειδητοποίησε αμέσως τη σημασία της αποκάλυψης αυτής, γιατί απάντησε στον Βαρουφάκη: «Αν δω ότι τα πράγματα βαίνουν προς τα εκεί, παρά τη θέλησή μας, σου υπόσχομαι ότι θα σου το πω εκ των προτέρων, ώστε να καλέσετε εξαιρετικό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για να ζητήσετε πολιτική λύση στο υψηλότερο επίπεδο» (σ. 383). Αν και ο Βαρουφάκης δεν δίνει ιδιαίτερο βάρος στη συνομιλία αυτή, είναι φανερό, τουλάχιστον σε εμένα, ότι από το σημείο αυτό η στάση της Ευρωζώνης έγινε ακόμα σκληρότερη (θεωρώ δε απίθανο ότι ο Μπενουά Κερέ δεν μετέφερε την συζήτηση αυτή στον Μάριο Ντράγκι).
Λίγες ημέρες μετά, την παραμονή του Eurogroup της Ρίγας, ο Βαρουφάκης αναφέρει ότι συναντά τυχαία στο μπαρ του ξενοδοχείου τους να συζητούν όλοι οι σημαντικοί παίκτες της Ευρωζώνης: Κερέ, Βίζερ, Τόμσεν, Ντάισελμπλουμ, Μοσκοβισί και άλλοι. Όταν τους πλησιάζει, μετά τους χαιρετισμούς, τον παρακαλούν να μην καθίσει μαζί τους γιατί συζητούν κάτι (σ. 384). Την επόμενη μέρα, ο Βαρουφάκης δέχεται δριμύτατη επίθεση από όλους για την άρνησή του να διαπραγματευθεί με σοβαρότητα (σ. 385-388). Η υπομονή τους είχε εξαντληθεί. Ακόμα και η Μέρκελ αρνήθηκε να βοηθήσει τον Τσίπρα μέσω των δικών τους διαύλων επικονωνίας (σ. 398). Ο ξένος Τύπος γράφει ότι ο έλληνας υπουργός Οικονομικών είναι απόλυτα απομονωμένος. Το τέλος ήταν κοντά. 
Λίγες ημέρες μετά, στις 27 Απριλίου, το «πολεμικό συμβούλιο» του ΣΥΡΙΖΑ αποφασίζει τη συνθηκολόγηση. Εγκαταλείποντας τα σχέδια του Βαρουφάκη για επιθετικά αντίμετρα, ο Τσίπρας και η πλειονότητα των παρόντων αποδέχονται την ανάγκη συμβιβασμού και αποφασίζουν την αντικατάσταση του Γιάνη Βαρουφάκη ως κεντρικού διαπραγματευτή από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο (σ. 390-392). Ο Σπύρος Σαγιάς, καθ’ όσον γνωρίζω ο μόνος νομικός στην ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, εξήγησε τότε στον Βαρουφάκη ότι πρέπει πλέον η Ελλάδα να σεβαστεί τις διαδικασίες του Eurogroup και ότι μέχρι τότε ακολουθούσε τη «λάθος διαδικασία» (σ. 391). Για πρώτη –και μοναδική– φορά στο βιβλίο, ο Βαρουφάκης φαίνεται να παραδέχεται ότι συνειδητά αγνοούσε τη διαδικασία που προβλεπόταν στη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, αφού γράφει ότι η απόφαση της πλειψηφίας του «πολεμικού συμβουλίου» υιοθετούσε πλήρως τη «διαδικασία του Μνημονίου» (“a course of complete alignment with the MoU process”) σε αντίθεση με το δικό του σχέδιο (σ. 391-392).
Η αλλαγή στάσης όμως δεν έβγαλε την ελληνική πλευρά από το αδιέξοδο. Στα τελευταία τρία κεφάλαια, ο Βαρουφάκης παρουσιάζει με λίγες αλλά ξεκάθαρες αναφορές την αργή εσωτερική κατάρρευση του Τσίπρα. Έχοντας αποξενώσει τους διεθνείς συνομιλητές του με την αλλοπρόσαλλη πολιτική του των πρώτων τριών μηνών, τώρα ελπίζει σε συμβιβασμό με ρύθμιση του χρέους ή κάποια άλλη κρίσιμη παραχώρηση. H στάση των Ευρωπαίων όμως δεν αλλάζει. Ενώ οι συζητήσεις συνεχίζονται άκαρπες, στις αρχές Μαΐου και ξανά τον Ιούνιο ο Σόυμπλε, με δική του πρωτοβουλία και χωρίς την έγκριση της Μέρκελ, συζητά με τον Βαρουφάκη την πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ (σ. 407-416). Η στρατηγική Τσίπρα έχει καταρρεύσει: η Ευρωζώνη δεν φοβάται πια τις οικονομικές συνέπειες της εξόδου της Ελλάδας από το κοινό νόμισμα. Ο Βαρουφάκης, κατά μία έννοια, είχε δίκιο: εφ’ όσον η Ελλάδα δεν απειλεί με επιθετικά «αντίμετρα» και αποδέχεται τη διαδικασία της αξιολόγησης, τότε δεν έχει κανένα περιθώριο για να ζητήσει εδώ και τώρα ρύθμιση του χρέους. Μπορεί μόνο να προτείνει κάποια ήσσονος σημασίας ισοδύναμα μέτρα (που μεθοδικά ετοίμαζαν τότε οι Τσακαλώτος, Χουλιαράκης και Σαγιάς).
Ο Αλέξης Τσίπρας, όμως, είχε αυτοπαγιδευθεί. Ώς τότε προετοίμαζε την εκλογική του βάση για θρίαμβο ή ρήξη, και όχι για συμβιβασμό. Όπως είδαμε παραπάνω, κατακεραύνωνε τους πολιτικούς του αντιπάλους ως προδότες, δειλούς και ανίκανους, κάτι που τώρα θα στρεφόταν μπούμερανγκ εναντίον του. Ο συμβιβασμός με τους έως τότε «εχθρούς» του έθνους θα έκανε τον ίδιο να φαίνεται άλλος ένας ανίκανος κουίσλινγκ. Δεν είχε εξηγήσει ποτέ σε κανέναν μέχρι τότε ότι τα μνημόνια ήταν ένα επώδυνο αλλά απόλυτα αναγκαίο φάρμακο για να ορθοποδήσει η χώρα. Με το συμβιβασμό, οι δύο απάτες του Τσίπρα, το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και η δήθεν νίκη της «σκληρής διαπραγμάτευσης» επρόκειτο να αποκαλυφθούν την ίδια στιγμή.
Για να ξεφύγει από το τραγικό αδιέξοδο χωρίς να αναλάβει τις ευθύνες του, ο Τσίπρας επέλεξε μια τρίτη απάτη: το δημοψήφισμα. Λίγες ημέρες πριν από τη λήξη του προγράμματος επιλέγει –μόνος του και χωρίς τη συναίνεση του Βαρουφάκη– το δημοψήφισμα, με αντικείμενο την τελευταία πρόταση του Eurogroup. Το δημοψήφισμα  θα του επέτρεπε να πει ότι συμβιβάστηκε επειδή του το ζήτησε ο ελληνικός λαός, όχι επειδή ο ίδιος συμβιβάστηκε. Γι αυτό ο ίδιος έκανε εκστρατεία υπέρ του «Όχι», ενώ, όπως γράφει ο κ. Βαρουφάκης, ήλπιζε να βγει το «Ναι». Ο Γιάννης Δραγασάκης την ημέρα που ο Τσίπρας τους ανακοίνωσε το δημοψήφισμα είπε στον Βαρουφάκη: «Χρειαζόμαστε μια έξοδο ανάγκης» (“emergency exit”, σ. 443).  Το δημοψήφισμα ήταν δηλαδή μια πράξη δειλίας από τους Τσίπρα και Δραγασάκη. Ήθελαν να ρίξουν από πάνω τους και πίσω στο λαό την ευθύνη του συμβιβασμού, αν και ήξεραν ότι ο συμβιβασμός ήταν η μόνη λύση για τη χώρα. Η ηγετική ομάδα του Τσίπρα είχε όμως υποτιμήσει την δύναμη της προπαγάνδας της. Το «Όχι» επικράτησε θριαμβευτικά και, έτσι, το βράδυ του δημοψηφίσματος, το αδιέξοδο του Αλέξη Τσίπρα ήταν ακόμα χειρότερο από αυτό που είχε μπροστά του πριν από το δημοψήφισμα.
Τέλος, αφού η ελληνική κυβέρνηση προκήρυξε το δημοψήφισμα χωρίς συνεννόηση και έκανε εκστρατεία υπέρ του «Όχι», εξόργισε για άλλη μια φορά τους εταίρους της, οι οποίοι αρνήθηκαν να δώσουν παράταση στο πρόγραμμα, που έληξε έτσι στις 30 Ιουνίου, καταστρέφοντας το τραπεζικό σύστημα (σ. 446). Υπεύθυνος για το κλείσιμο των τραπεζών δεν είναι συνεπώς ο κ. Βαρουφάκης, αλλά αποκλειστικά ο κ. Τσίπρας.


ΘΑ ΠΕΤΥΧΑΙΝΑΝ ΤΑ «ΑΝΤΙΜΕΤΡΑ» ΒΑΡΟΥΦΑΚΗ;
Θα μπορούσαν όμως να έχουν έλθει τα πράγματα διαφορετικά; Τι θα είχε γίνει αν ο Τσίπρας ακολουθούσε τις συμβουλές του Βαρουφάκη μέχρι το τέλος, εκβιάζοντας την Ευρωζώνη με συγκεκριμένα «αντίμετρα»; Ήταν μια εξαιρετικά ριψοκίνδυνη στρατηγική, αλλά τουλάχιστον είχε μια εσωτερική λογική. Ενώ ο αυτοσχεδιασμός Τσίπρα δεν είχε καμία. Ενώ ξεκίνησε με πρόθεση να συγκρουστεί σύμφωνα με το σχέδιο Βαρουφάκη, ο Τσίπρας άλλαξε γνώμη στις 27 Απριλίου και στράφηκε στο συμβιβασμό. Το έκανε όμως αφού είχε ήδη συγκρουστεί με τους εταίρους του, κάνοντας το συμβιβασμό ακόμα πιο δύσκολο από ό,τι ήταν αρχικά.
Τι θα είχε γίνει αν η Ελλάδα είχε ακολουθήσει το παράτολμο σχέδιο Βαρουφάκη μέχρι το τέλος; Χωρίς καμία αμφιβολία, πιστεύω ότι τoσχέδιο θα αποτύγχανε. Η  Ελλάδα θα είχε βγει το καλοκαίρι του 2015 από το ευρώ, ηττημένη και απομονωμένη από τους συμμάχους της. Το σχέδιο Βαρουφάκη δεν είχε την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας.
Ο πρώτος και σπουδαιότερος λόγος είναι πολιτικός. Η διάσωση της Ελλάδας, ούτως ή άλλως, δεν είχε λαϊκή στήριξη στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Θα ήταν πολιτικά αδύνατο στη Γερμανία ή και σε όλες τις δεκαοκτώ δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις της Ευρωζώνης να δώσουν ακόμα περισσότερα χρήματα υποχωρώντας στον ωμό εκβιασμό  του Αλέξη Τσίπρα, ιδίως αφού η διαπραγμάτευση ήταν το πρώτο θέμα στις ειδήσεις όλου του κόσμου. Θα ήταν αδιανόητο για εκλεγμένους δημοκρατικούς ηγέτες, που θα ήθελαν να επανεκλεγούν, να υποχωρήσουν στους εκβιασμούς και τους ελιγμούς του Τσίπρα (έχοντας ήδη δώσει στην Ελλάδα 300 δισεκατομύρια βοήθεια). Για λόγους εθνικής περηφάνειας και μόνο θα καταδίκαζαν την Ελλάδα στην έξοδο, όποιο και αν ήταν το οικονομικό κόστος.
Αλλά και τα αντίμετρα του Βαρουφάκη ήταν όλα άσφαιρα. Η έκδοση παράλληλου ηλεκτρονικού νομίσματος βασισμένο στα φορολογικά έσοδα ήταν ευθέως αντίθετο στο δίκαιο της ΕΕ, αφού η νομισματική πολιτική είναι «αποκλειστική αρμοδιότητα» της ΕΚΤ για τις χώρες της Ευρωζώνης.  Το ίδιο παράνομη θα ήταν και η αλλαγή του καθεστώτος της Τράπεζας της Ελλάδος. Τα δύο αυτά αντίμετρα παραβίαζαν εξόφθαλμα τις Συνθήκες της ΕΕ και ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσαν σε δικαστική διαμάχη με την ΕΕ ενώπιον του δικαστηρίου της ΕΕ – με παράλληλο αποτέλεσμα, να σταματήσει η Ευρωπαική Επιτροπή να είναι σύμμαχος της Ελλάδας.
Αλλά και η θεωρία του, ότι η μη πληρωμή των ομολόγων προς την ΕΚΤ θα δημιουργούσε νομικά προβλήματα για την Ευρωζώνη στο σύνολό της, μέσω του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι επίσης μη πειστική. Η δικαστική διαμάχη για το πρόγραμμα ΟΜΤ της ΕΚΤ είχε ήδη δοθεί στο Συνταγματικό Δικαστήριο και είχε μεταφερθεί στο Δικαστήριο της ΕΕ. Αν και δεν κατανοώ πλήρως το συλλογισμό του, δεν βλέπω με ποιον τρόπο η υπερημερία της Ελλάδας στα δάνεια του προγράμματος SMPθα επηρέαζε την αφηρημένη νομιμότητα του διαφορετικού προγράμματος αγοράς ομολόγων OMT (που δεν έχει ποτέ τεθεί σε εφαρμογή). Η συμπεριφορά της Ελλάδας δεν μπορούσε να αλλαξει κάτι στα νομικά επιχειρήματα για την κατ’ αρχήν νομιμότητα αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ – οι κίνδυνοι ήταν πάντα γνωστοί. Και σε κάθε περίπτωση, αδυνατώ να καταλάβω πώς ο Γιάνης Βαρουφάκης ήταν τόσο σίγουρος για τη νομική φύση  της αγοράς κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ τον Μάιο 2014, όταν παρουσίασε το σχέδιό του στον Αλέξη Τσίπρα. Η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ εκδόθηκε ένα χρόνο αργότερα, στις 16 Ιουνίου 2015. Η απόφαση C 62/14 Gauweiler, μάλιστα, απαντά στις αιτιάσεις του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, εγκρίνοντας το  πρόγραμμα ΟΜΤ, κρίνοντας, σε αντίθεση με αυτό που περίμενε ο Βαρουφάκης, ότι το πρόγραμμα της ΕΚΤ ήταν απολύτως νόμιμο, παρά τους κινδύνους δανεισμού προς κράτη που βρίσκονταν σε πρόγραμμα διάσωσης. Το ίδιο έκρινε και το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο στην τελική του απόφαση για το ΟΜΤ, τον Ιούνιο 2016. Άρα η απειλή της Ελλάδας να μην πληρώσει την ΕΚΤ δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα. Το δήθεν ανίκητο «αντίμετρο» του κ. Βαρουφάκη θα έβλαπτε μόνο την αξιοπιστία της Ελλάδας.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η αφήγηση του κ. Βαρουφάκη τελικά δικαιώνει το ιταλικό περιοδικό Panorama που παρουσίασε το δίδυμο Τσίπρα/Βαρουφάκη ως περιοδεύοντα θίασο διασκεδαστών, δηλαδή ως «παλιάτσους». Η κυβέρνηση Σύριζα/ΑNEΛ αποδείχτηκε πρόχειρη, ανεπαρκής και ανώριμη. Οι ηγέτες της αυτοσχεδίασαν, πανικοβλήθηκαν, απείλησαν και εξαπάτησαν επί έξι μήνες με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Την κύρια ευθύνη για την ιλαροτραγική διαπραγμάτευση τη φέρει, φυσικά, ο Αλέξης Τσίπρας. Ποια όμως είναι η ευθύνη του Γιάνη Βαρουφάκη;
Πιστεύω ότι η δική του ευθύνη είναι επίσης μεγάλη. Δεν τον υποχρέωσε κανείς να συνεργαστεί με πρόσωπα που, κατά τη δική του αφήγηση, γνώριζε ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2014 ότι ήταν  αναξιόπιστα. Όταν διαπίστωσε, μετά το πρώτο Eurogroup, ότι είχε εκτιμήσει λάθος την κατάσταση της διαπραγμάτευσης, έκλεισε τα μάτια στην πραγματικότητα. Υπέγραψε τη συμφωνία της 20ήςΦεβρουαρίου χωρίς να καταλαβαίνει τη σημασία της. Συγκρούστηκε αναίτια με τους συναδέλφους του στο Eurogroup. Συμμετείχε στην εκστρατεία εθνικιστικής προπαγάνδας του Αλέξη Τσίπρα παραπλανώντας τον ελληνικό λαό για το πραγματικό περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης. Τέλος, δεν προειδοποίησε τον Αλέξη Τσίπρα, ως όφειλε, για τα καταστροφικά αποτελέσματα της προκήρυξης του δημοψηφίσματος ακριβώς στο τέλος του προγράμματος, που επειδή διεξήχθη μετά τη λήξη του, κατέστρεψε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα (με κόστος τουλάχιστον 30 δισ. ευρώ για τον έλληνα φορολογούμενο). Φέρει κι αυτός ακέραιη την ευθύνη της οικονομικής καταστροφής του 2015.
Όσοι διαβάσουν το βιβλίο αυτό σίγουρα θα νιώσουν συμπάθεια, ίσως και θαυμασμό για έναν χαρισματικό άνθρωπο και ένα γνήσια ελεύθερο πνεύμα. Η ελαφρότητα, όμως, με την οποία πολιτεύθηκε, η αδιαφορία για τις ηθικές διαστάσεις της απόφασής του να συνεργαστεί με κυνικούς δημαγωγούς και η  ευκολία με την οποία αποδέχτηκε το  ανθρώπινο κόστος της παράτολμης στρατηγικής του για εκατομύρια Έλληνες, τους οποίους τελικά έσπρωξε βαθύτερα στη φτώχεια και την αβεβαιότητα,  δεν είναι δυνατόν να του συγχωρηθούν. Η ιστορία θα σταθεί μαζί του αυστηρή.  Χωρίς ίσως να είναι ο μόνος ή ο κύριος υπεύθυνος γι’ αυτό, η «Άνοιξη της Ελλάδας» του Βαρουφάκη ήταν τελικά μια άνοιξη ανεντιμότητας, ανωριμότητας και ανοησίας.

Πηγή
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.