ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ, μέρος γ΄


 


«Πρέπει να σε δω. Έχω να σου πω πολλά», κατάφεραν τελικά ανάμεσα σε λυγμούς να συνεννοηθούν.
   «Θα περάσω αύριο το απόγευμα από εκεί», υποσχέθηκε χωρίς να πει περισσότερα και έκλεισε.
   Η Φρόσω ήτανε μέρες τώρα άγρυπνη και νηστική, μα ήταν λες και ο πόνος της για τον Μίχο να γινόταν όλος ομορφιά και να τη στόλιζε. Ο Στρατής τη βρήκε στην αυλόπορτα, κι αμέσως σαν να τους έδενε μια ακλόνητη σχέση αγκαλιάστηκαν κι έκλαψαν και μπήκαν μέσα στο σπίτι πιασμένοι από τους ώμους.
   Δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσουν για να τους πει.
   «Έκατσε σαν καπετάνιος πάνω στο καράβι για να γλιτώσει όποιον μπορούσε. Είχαμε μείνει καμιά δεκαριά πάνω στο κατάστρωμα και τα κύματα έφταναν πέντε έξη μέτρα ψηλά. Βοή, πανικός, έτριζαν οι λαμαρίνες κι έσπαγαν κι ότι μπορείς να φανταστείς πετούσε στον αέρα. Η μια αλυσίδα του αμπαριού λύθηκε και τινάχτηκε σα μαστίγιο. Σκότωσε τον μάγειρα επιτόπου, χτύπησε πάνω στην τιμονιέρα κι η άκρη της σφύριξε δίπλα μου κι έσκασε πάνω στο Μίχο. Νόμισα πως άκουσα τα κόκαλά του να σπάνε. Στάθηκε για λίγο σαν να θελε να αποφασίσει αν θα έπεφτε ή θα έμενε όρθιος. Έγειρε, μα ύστερα σηκώθηκε και τρεκλίζοντας με βούτηξε από το τσουλούφι. Εγώ είχα παγώσει. Αν δε με πέταγε στη θάλασσα δίπλα στη σωστική λέμβο θα χα βουλιάξει μαζί με το καράβι. Του φώναξα να πέσει κι αυτός, αλλά ήθελε να πάει να λύσει την τελευταία λέμβο. Μου πέταξε το τσαντάκι του, που φύλαγε όλα τα χαρτιά και τα λεφτά του και μου πε «άντε, γεια, εγώ πάω για την Καζαμπλάνκα». Πάντοτε έτσι έλεγε όταν μιλούσε για τον θάνατο... «όταν θα πάω στην Καζαμπλάνκα».
   Ο Στρατής σταμάτησε για να σκουπίσει τα μάτια του με τα χέρια του , κι άπλωσε να δώσει στη Φρόσω το μαύρο δερμάτινο τσαντάκι.
   «Τα βράδια όταν δεν είχαμε βάρδια, μου μιλούσε για σένα. Σαν μικρό παιδί έκανε. Γελούσε και μου λεγε να, ένα τέτοιο κορίτσι θα θελα να σου βρω κι εσένα».
   Μέσα στο τσαντάκι η Φρόσω βρήκε ένα πάκο χαρτιά, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης, τίτλους ιδιοκτησίας, βιβλιάρια, ένα πάκο χαρτονομίσματα, έναν χρυσό σταυρό και ένα κουτάκι με δυο πλατινένιες βέρες. Μέσα στο κουτάκι, πολλές φορές διπλωμένο, ήτανε ένα γράμμα. Η Φρόσω το διάβασε σαν χαμένη και το έδωσε και στον Στρατή να το διαβάσει.

   «Φροσάκι μου,
Αν διαβάζεις τώρα αυτές τις λέξεις θα πει πως εγώ έχω φύγει για την Καζαμπλάνκα, και πως ο Στρατής μάλλον είναι απέναντί σου. Το πόσο σας αγαπώ και τους δύο δεν το φαντάζεστε. Μέσα στο κουτάκι έχω δυο βέρες. Τις πήρα για μας, μωρό μου, μα μην κλαις. Θα θελα στη μια να γράψεις μέσα Φρόσω, και στην άλλη Στρατής. Ότι υλικά αγαθά έχω τα χω γράψει στο όνομά σου, μα την ψυχή μου την έχω κρύψει μέσα στον Στρατή. Αν είσαστε μαζί τότε κι εγώ μπορώ να είμαι αναπαυμένος. Να χτίσετε ένα πέτρινο σπιτάκι στο κτήμα στο χωριό και στον κήπο να φυτέψετε πολλές μαργαρίτες. Κι αν κάνετε κάποτε ένα αγοράκι, θα θελα να το βγάλετε Μιχάλη. Έτσι θα ναι σαν να μαι ζωντανός ξανά. Να με αφήνετε στον κήπο να παίζω με τις μαργαρίτες. Βιαστείτε, δεν μπορώ να περιμένω. Σας φιλώ και τους δυο,
                                                      ο Μίχος σας»  

Μέρος πέμπτο 

   Δεν χρειάστηκε να το συζητήσουν. Κοιτάχτηκαν στα μάτια μόνο και συμφώνησαν κι οι δυο πως ήταν ο μόνος τρόπος για να τον τιμήσουν. Μέσα σε μια παράξενη μελαγχολία, άρχισαν τις ετοιμασίες για τον γάμο. Θα ήταν ο πιο αλλόκοτος γάμος που θα χε γίνει ποτέ. Δεν της πήγαινε η καρδιά της Φρόσως να φορέσει το λουλουδάτο φουστανάκι που χε φτιάξει για τον Μίχο, έτσι αγόρασε ένα θαλασσί ταγιεράκι. Ο Στρατής έτρεξε να ετοιμάσει τα χαρτιά τους και βρήκε έναν παπά για να τελέσει το μυστήριο. Έκλεισαν ημερομηνία, κι έτυχε να πέφτει πάνω στις σαράντα μέρες από το ναυάγιο. Η τελετή θα γινόταν σε ένα μικρό εκκλησάκι με θέα τη θάλασσα. Όλες αυτές τις μέρες η Φρόσω κι ο Στρατής βλέπονταν λίγο, κι όλο για το Μιχάλη μιλούσαν. Πολλές φορές έκλαιγαν, άλλες γελούσαν. Τη νύφη θα συνόδευε στην εκκλησία ο καπετάν- Αργύρης. Μόνο η μάνα του Στρατή θα τανε ακόμα, και ένας φίλος του που θα τανε ο κουμπάρος. Την τελευταία στιγμή, δυο μέρες πριν το γάμο, σκέφτηκαν να καλέσουν και τον αδερφό του Μίχου, τον Γιώρη. Δυστυχώς δεν τον βρήκαν. Κάποια ξαδέρφη του στην Κρήτη που βρήκαν το τηλέφωνό της τους είπε πως είχε φύγει δυο μέρες πριν άρων άρων από το σπίτι του και δεν είχε επικοινωνήσει ακόμα.
   «Αν επικοινωνήσει να του πείτε στον Άγιο Νικόλα στη Βάρκιζα, στις 8», άφησε μήνυμα ο Στρατής κι έκλεισε.
   Από τις εφτάμιση περίμενε έξω από το εκκλησάκι ο γαμπρός, στενάχωρος μέσα στο μαύρο κοστούμι του. Ένα σφίξιμο στην καρδιά τον έπνιγε.
   «Αχ, ρε Μίχο, εγώ έπρεπε να μαι στην Καζαμπλάνκα τώρα, κι εσύ να σαι εδώ», μουρμούραγε και κράταγε με κόπο τα δάκρια να μην ξεχειλίσουν από τα μάτια του.
   Λίγα λεπτά πριν φτάσει η Φρόσω με το αμάξι, κάποιος ηλιοκαμένος γέρο ναυτικός πλησίασε τον Στρατή και του πε πέντε κουβέντες σοβαρός. Ο Στρατής μπήκε στο ιερό βιαστικός και κάτι είπε στον παπά, που τον κοίταξε καλά καλά και σταυροκοπήθηκε. Μίλησε και στη μάνα του, που έβαλε αγριεμένη τις φωνές.
   «Τι με τραβολογάς παιδάκι μου πέρα δώθε, αν δεν το χεις πάρει ακόμα απόφαση να παντρευτείς;»
   «Είναι πράματα αυτά τώρα;», τον κατσάδιαζε ακόμη, όταν το αυτοκίνητο με τη Φρόσω σταμάτησε στο χωματόδρομο έξω από το εκκλησάκι.
   «Αναβάλλεται για την άλλη Κυριακή ο γάμος, Φροσάκι. Συγχώρεσέ με, κάτι μου έτυχε», είπε αινιγματικά ο Στρατής κι έκανε νόημα στον οδηγό να ξαναφύγει.
   Η Φρόσω βουβάθηκε.
    «Το μετάνιωσε», σκέφτηκε. «Ίσως να ναι καλύτερα».
   Όλη την εβδομάδα ο Στρατής δεν έδωσε σημεία ζωής, και μόνο την Κυριακή το πρωί πήρε τηλέφωνο τον καπετάν Αργύρη και του πε να φέρει τη Φρόσω στην εκκλησία. Αυτή τη φορά κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και μπήκαν στο ναό, αλλά πάλι κάποια παράξενη αναμονή δημιουργούσε ταραχή και σχόλια. Στο τέλος ο παπάς φουρκίστηκε, έπιασε τον Στρατή από το μπράτσο και τον πήρε παράμερα να του τα ψάλει. Εκείνος του πε κάτι εμπιστευτικά, του δωσε ένα χαρτί και έκανε ένα νόημα σαν να λεγε περίμενε μισό λεπτό. Ο παπάς σταυροκοπήθηκε πολλές φορές και μπήκε φουριόζος στο ιερό. Η Φρόσω ήθελε να πάει να πει στον Στρατή πως δεν πείραζε αν το μετάνιωσε, αλλά ο καπετάν Αργύρης δεν την άφησε. Ένα αυτοκίνητο ακούστηκε να σπινιάρει στα χαλίκια και να φρενάρει απότομα. Πόρτες άνοιξαν κι έκλεισαν με πάταγο. Κόντευε εννιά. Ο Στρατής ειδοποίησε τον παπά να βγει, κι ύστερα έτρεξε στην πορτούλα της εκκλησίας, όπου εμφανίστηκε η ψηλή και γεροδεμένη φιγούρα του Γιώρη.

Μέρος έκτο

   Ο γάμος έγινε κανονικά τελικά. Η νύφη έκλαιγε, ο γαμπρός γέλαγε. Έκαναν αργά το γύρο της αγίας τράπεζας κι ήπιαν από το ίδιο ποτήρι. Μόλις ακούστηκε το «ο γαμπρός να φιλήσει τη νύφη», βούιξε το εκκλησάκι από χειροκροτήματα. Μέχρι κι ο παπάς χειροκρότησε. Μετά από όλα τα ευτράπελα που είχαν προηγηθεί, ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Βλέπεις πίσω απ τον Γιώρη, στηριγμένος στον ώμο του και με αγωνιώδη προσπάθεια, μέτραγε ένα ένα τα βήματά του ο Μίχος. Το χάραμα που τον είχανε ψαρέψει μισοπεθαμένο από τα κύματα το μόνο που μουρμούραγε ήταν ένα ιταλικό τραγουδάκι. Χαρτιά δεν είχε πάνω του, ήταν και σε κρίσιμη κατάσταση και δεν έψαξαν παραπάνω την ταυτότητά του. Τον είχανε εξάλλου ξεγραμμένο. Χαμένα τα λογικά του, χτυπημένος στα πλευρά και στο κεφάλι από την αλυσίδα του αμπαριού, με τα πόδια του να αρνούνται να υπακούσουν τις εντολές του, είχε μείνει στο νοσοκομείο της Σεβίλλης σε κωματώδη κατάσταση πάνω από ένα μήνα, χωρίς να τον αναζητήσει κανείς. Πριν καμιά δεκαριά μέρες που χε αρχίσει να συνέρχεται είχε ζητήσει τον αδερφό του. Κι εκείνος έτρεξε αμέσως. Όλα τα υπόλοιπα έγιναν σαν παραμύθι. Η Φρόσω όταν τον είδε πήγε να λιποθυμήσει. Μέχρι και το φουστανάκι με τις μαργαρίτες της είχε φέρει να φορέσει. Αργά το ίδιο βράδυ, εκείνα τα δύο βασανισμένα πλάσματα, αγκαλιασμένα μέσα στα κάτασπρα σεντόνια, δεν ήτανε η Φρόσω η πουτάνα και ο Μιχάλης ο σακάτης, αλλά δυο άγγελοι πανέμορφοι που ακτινοβολούσανε αγάπη κι ευτυχία. Το άλλο πρωί ένα ταξίδι τους περίμενε. Ένα ταξίδι στην Καζαμπλάνκα για να περάσουν το μήνα του μέλιτος.

ΤΕΛΟΣ


Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου.
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.