Check in




Με είχε καλέσει ο Νεκτάριος σπίτι του εκείνο το βράδυ, εμένα και πέντε – έξι άλλους, σε μια συγκέντρωση που έκανε με αφορμή την Μεγάλη Έκλειψη της 28ης Σεπτεμβρίου. Θα είχε ξανά τέτοια το 2033 λέει. Ο Νεκτάριος ήταν παιδικός μου φίλος και ερασιτέχνης αστρονόμος ή μάλλον «παρατηρητής του ουρανού», έτσι το έλεγε. Φυσικά ήξερε πως δεν μ’ ενδιέφεραν καθόλου τα άστρα, ειδικά μετά το χωρισμό μου με την Πέπη, αλλά επέμενε να πάω σε σημείο φορτικότητας. Για να τον ξεφορτωθώ του είπα -ψέματα- ναι. Ήταν ηλίου φαεινότερο πως η συγκέντρωση δεν είχε σκοπό την έκλειψη ή τα άστρα αλλά εμένα και κάποιο απίθανο πάλι προξενιό που θα σκαρφίστηκε η δικιά του για μένα και ποιος ξέρει ποια φίλη της. Ήξερα πολύ καλά πως του άρεσε να παρατηρεί τη νύχτα τον ουρανό μόνος του με ησυχία. Σιχαινόμουνα τα προξενιά, με τη μοναξιά τα είχα βρει από καιρό, την καταλάβαινα και με καταλάβαινε. Δε πήγα λοιπόν, κατέβασα τηλέφωνα, έκλεισα κινητό, και χαλάρωσα στο κρεβάτι μ’ ένα βιβλίο, ένα single malt με λίγο, ελάχιστο νερό και ένα cohiba από αυτά που ήταν αδύνατον ν’ απολαύσω ξάπλα στο υπνοδωμάτιο, όσο ζούσα με την Πέπη. Άσε το Νεκτάριο την έκλειψη και τα προξενιά να βουρλίζονται. Η ώρα πέρασε ήρεμα κι ευχάριστα. Νύσταξα, θα την έπεφτα για ύπνο. Φόρεσα τη μάσκα, το λαμπάκι άναψε, ακούστηκε ο γνωστός βόμβος και το φύσημα του αέρα έσκασε σαν ξαφνικό κύμα στα ρουθούνια μου.
Βυθίστηκα αργά και σταθερά σε μια γκρίζα σιωπή με ακαθόριστα σχήματα και μορφές αχνές που διαδέχονταν σε μια ρευστή χορογραφία η μία την άλλη, μπλέκονταν μεταξύ τους ενώνονταν και διαιρούνταν. Τώρα έπλεα σε μια μαύρη άγνωστη θάλασσα. Το μόνο που με κρατούσε σε επαφή με αυτό που θεωρούσα ελάχιστη πραγματικότητα, ήταν ο βόμβος του αέρα που έστελνε ρυθμικά το μηχάνημα. Εισπνοή...Εκπνοή...
Ήταν μουντή εκείνη η μέρα με το ακαθόριστο χρώμα που παίρνει καμιά φορά ο ουρανός όταν προσπαθούν τα σύννεφα να τα βρουν μεταξύ τους μα δεν τα καταφέρνουν. Έκοβες την υγρασία με το μαχαίρι του βουτύρου.
Το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο, αν εξαιρέσουμε εμένα και τον Σίτκατ τον Μονόφθαλμο που ρονρόνιζε κουλουριασμένος στη σαραβαλιασμένη δερμάτινη γεμάτη γρατζουνιές και σκισίματα πολυθρόνα της γωνίας. Αυτή η πολυθρόνα του είχε στοιχίσει το ένα του μάτι και μέρος του δεξιού του αυτιού. Τη διεκδίκησε και τη κέρδισε σε μια άγρια μονομαχία με το χλεμπονιάρη λεφτά, αυτόν, που πριν είχε το μαγαζί και το έφαγε ένα βράδυ στα ζάρια. Μόνο η πολυθρόνα του είχε απομείνει και πάνω της μεθοκόπαγε και κλαιγόταν όλη μέρα, μέχρι εκείνο το βράδυ που ο Σίτκατ αποφάσισε πως του άρεσε πολύ. Ήταν αστείο και τρομακτικό να βλέπεις ένα πελώριο κεραμιδί γάτο να κουλουριάζεται και να ορμάει με ένα εφιαλτικά οξύ άγριο νιαούρισμα στον αποστεωμένο Θεόφιλο, ενώ μισομεθυσμένος σκάλιζε το δεξί του ρουθούνι με το μακρύ βρώμικο νύχι του αριστερού μικρού δαχτύλου του. Ξαφνιασμένος με την επίθεση, άπλωσε τα σαν αδράχτια χέρια του μπροστά να πιάσει τη κεραμιδί βολίδα. Δεν τα κατάφερε, και η επόμενη κίνηση ήταν να τινάξει το δεξί του χέρι με μια κίνηση εμφανίζοντας το στιλέτο, το στερεωμένο στο μπράτσο του. Δεχόταν καταιγισμό από νυχιές αυλακωτές άλικες γραμμές, στο υποκίτρινου χρώματος μακρύ άχαρο πρόσωπο του. Το στιλέτο χάραζε αδέξια τον υγρό αέρα με ολοένα μειούμενη ένταση, υποτονικά, όπως υποτονικός κι άχρωμος ήταν κι ο κάτοχός του. Κατά λάθος περισσότερο παρά σκόπιμα, μια τέτοια κίνηση έκοψε το μισό αυτί του γάτου και χαράζοντας ένα ημικύκλιο, χώθηκε στο μάτι του κι εκείνο έσκασε με ένα υγρό πλοπ . Το ζώο φρύαξε. Τώρα τον νύχιαζε με τα τέσσερα πόδια στο πρόσωπο μετατρέποντας το σε μια αιμάτινη σάρκινη μάζα. Στο τέλος βύθισε τα δόντια στο πλάι του λαιμού ξεσχίζοντας τη καρωτίδα του Θεόφιλου και ανταμείφθηκε με ένα αχνιστό βαθυκόκκινο ντους, συνοδεία επιθανάτιου ρόγχου, και φυσικά με την πολυθρόνα, την αιτία του καυγά. Με τον Σίτκατ τα πήγαινα πολύ καλά, όσο του είχα το πιάτο του γεμάτο και αυτός πάλι είχε μάθει να σέβεται την αστραπή που εμφανιζόταν στα μάτια μου όποτε θεωρούσα πως η γενικότερη κατάσταση εκτρέπονταν σε επισφαλείς καταστάσεις. Την αστραπή συνήθως ακολουθούσαν δικαννιές και σπαθιές. Στο αίθριο έξω ήταν δυο παρέες γέρων, έπαιζαν ήσυχα χαρτιά και κάθε τόσο χασκογελούσαν ξεσπώντας σε σπαρακτικά βηξίματα και ξερεχιάσματα κάθε φορά. Δυο πουτάνες σε ένα πιο μακρινό τραπέζι λέγαν τα πεπραγμένα της νύχτας και κουτσομπολεύανε με χάχανα.
Ο Αλέξανδρος έσκασε μύτη από το πουθενά, με το σαλιωμένο μόνιμα τσιγάρο να κρέμεται από τα χείλια του. Φίλος καλός, όμως τον έβλεπα πια σπάνια λόγω της δουλειάς του. Δεν μου είχε πει ποτέ ποιά ήταν η δουλειά του γιατί ποτέ δεν τον ρώτησα. Παρήγγειλε χυμό πορτοκάλι και τον σιχτίρισα βάζοντάς του μια γερή δόση τεκίλα από τον Κόρακα Ιωσήφ, τη πλατινένια μποτίλια που φίλαγα μόνο για πάρτη μου και για όσους άξιζε να γουστάρω. Έβαλα άλλη μια και για μένα, δεν είν' σωστό ένας φίλος και σύντροφος παλιών καιρών να πίνει μόνος. Δεν είπαμε πολλά, ποτέ δε λέγαμε. Καπνίζαμε, πίναμε, πετάγαμε καμιά κουβέντα που και που. Κάθε τόσο κοιτούσε το ατσάλινο ρολόι του χεριού του νευρικά. Κάτι είχε, κάτι έτρεχε. “Δουλειά;” τον ρώτησα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι και ασυναίσθητα το χέρι του χάιδεψε το παλιό σαρανταπεντάρι που κούρνιαζε στη θαλπωρή της δερμάτινης θήκης του στην αριστερή πλευρά του. Είναι καλά όπλα τα 45άρια, παλιά αλλά δυνατά. Προσωπικά προτιμώ τα περίστροφα και τα κοντόκαννα, εκτός κι αν έχεις να μου δώσεις φίνες παλιές δαμασκηνές λεπίδες, τις καινούριες δεν τις φτιάχνουνε πια όπως παλιά, οπότε αρκούμαι στα δυο δίδυμα οχτάσφαιρα S&W 0.357 magnum, τον κύριο Smith και τον κύριο Wesson. Α ναι, τι βλάκας που είμαι, ασυγχώρητα αγενής. Οι κυρίες προηγούνται έλεγαν στο καιρό μου. Φυσικά έτσι πρέπει. Για τις στενές επαφές με συντρόφευε η γιαπωνέζα Betty Wakizashi και τις ακόμα πιο στενές η σαρακηνή κυρτή δαμασκηνιά, Blu.
Έλιωσα βαριεστημένα μια μικρή κατσαρίδα, μη συγχωρώντας της το θράσος να εμφανιστεί στον σχετικά καθαρό πάγκο, με τον αντίχειρα και σκούπισα το χέρι μου στο γκρι ποτηρόπανο, το ανέμελα ριγμένο στο σβέρκο μου, πιο πολύ για να απορροφά τον ιδρώτα και την υγρασία, παρά για να σκουπίζει ποτήρια. Το ραδιόφωνο έπαιζε όπως πάντα τζαζ, ποτέ δε μου πολυάρεσε αλλά και ποτέ δεν την άλλαζα.
“Θα φύγω, θες νά ρθεις; Μούχλιασες σ' αυτό το μπουρδέλο. Ζήσε λίγο σα το παλιό καιρό” είπε ο Αλέξανδρος.
Κοίταξα έξω, οι γέροι συνέχιζαν να παίζουν χαρτιά, τα κορίτσια είχανε ξαναπιάσει δουλειά με μια παρέα ξενέρωτους γιάπηδες, μεθυσμένοι ήταν, μάλλον κατά λάθος βρεθήκανε εδώ. Έτσι κι αλλιώς δουλειά δεν είχε, λεφτά να χάσω δεν υπήρχε περίπτωση, κανείς δε πλήρωνε με λεφτά εδώ, ήταν ο “νόμος” μου. Ανταλλαγή υπηρεσιών δεχόμουν μόνο, χάρες, τις οποίες όλοι όφειλαν και έπρεπε να εξοφλήσουν σε πρώτη ζήτηση. Σε αντάλλαγμα, παρείχα άσυλο, αμφίβολης ποιότητας διασκέδαση, μα καθαρά ποτά και το κυριότερο, εχεμύθεια.
“-Φύγαμε” είπα πιάνοντας τον “παππού” κάτω από το πάγκο. Το στρογγυλεμένο κομμένο καρυδί κοντάκι, θηκιάστηκε ευχάριστα γνώριμα στο χέρι μου. Τσέκαρα και τις 2 θαλάμες, είχαν φυσίγγια μέσα. Στις τσέπες του μαύρου δερμάτινου γιλέκου μου, έριξα δυο χούφτες ακόμα. Ποτέ δεν ξέρεις.
Βγήκαμε στον έρημο στενό δρόμο. Ένα σκουπιδιάρικο τον έφραζε. Ποιος γαμημένος αφήνει ένα σκουπιδιάρικο στη μέση του δρόμου κι εξαφανίζεται;. “-Πάμε από γύρω” είπα, ο Αλέξανδρος κούνησε το κεφάλι αρνητικά, “Όχι θα περάσουμε από μέσα” είπε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα σάλταρε στο ανοιχτό στόμα του οχήματος μη δίνοντας σημασία στο γεγονός πως βρωμούσε κι έζεχνε. Χάθηκε από τα μάτια μου. Με κάποιο μυστηριώδη τρόπο είχε καταφέρει να περάσει. Δοκίμασα κι εγώ να κάνω το ίδιο. Ότι περιείχε το στομάχι μου σαν να τραβήχτηκε με βία προς τα έξω από μια αρπάγη με δάχτυλα σκουπιδιών, Βγήκα έξω ξανά φτύνοντας σάλια και βλαστήμιες. Η μπόχα με είχε κάνει να δακρύσω, έζεχνα ολόκληρος. Είχα αποτύχει να περάσω αλλά δεν θα το έβαζα κάτω, σκαρφάλωσα και πέρασα από την άλλη. Ο Αλέξανδρος δε φαινόταν πουθενά. Στο τέλος του δρόμου μια ομίχλη απλωνόταν και σερνόταν αργά προς τα εμένα. Περπάτησα αργά προς τα εκεί με τη Betty στο ένα χέρι και τον κ. Wesson στο άλλο. Μια μορφή μου έγνεφε από μέσα από την ομίχλη να πλησιάσω. Το έκανα σα βλάκας. Ούτε που κατάλαβα τα πλοκάμια που με άρπαξαν σφιχτά ακινητοποιώντας με. Ένα όμορφο γυναικείο πρόσωπο με βαθιά βιολετιά μάτια και σαρκώδη μαύρα χείλη, εμφανίστηκε μπροστά στο δικό μου. Χάζεψα. Παραδόθηκα στο λαίμαργο φιλί των χειλιών της άπληστα, εκείνα επίμονα ρουφούσαν τα δικά μου. Ένιωσα μια απαλή πανίσχυρη γλώσσα να χώνεται μέσα στο στόμα μου και να ενώνεται με τη δική μου. Λιποθύμησα. ...
Ξύπνησα σε ένα άγνωστο δωμάτιο, ένα πρωί μιας άγνωστης μέρας, με το κεφάλι βαρύ και το κορμί μου αδύναμο και γυμνό. Τα ρούχα μου καθαρά και τακτοποιημένα σε μια καρέκλα πλάι στο κρεβάτι. Τα όπλα μου κι αυτά εκεί, απείραχτα. Διψούσα τρομερά και πεινούσα, θεέ μου πως πεινούσα. Δεν βρήκα όμως εκεί ούτε νερό, ούτε κάτι που να μπορούσα να φάω. Το δωμάτιο εκτός από το κρεβάτι και τη καρέκλα, δεν είχε τίποτα άλλο. Άδειο σα συλημένος από καιρό τάφος. Ντύθηκα, πήρα τα όπλα μου και βγήκα από τη πόρτα. Ο διάδρομος, ατέλειωτος με πανομοιότυπες πόρτες σα τη δική μου και στις δύο πλευρές του, πόρτες σε όλες τις αποχρώσεις του μοβ. Περπάτησα σε όλο το μήκος του, χωρίς να ακούσω το παραμικρό ήχο. Εκεί που έστριβε είδα επιτέλους ένα ανθρώπινο πλάσμα, ή έτσι νόμισα στην αρχή. Μια καμαριέρα με τη στολή της, σκούπιζε με μια παράξενα αθόρυβη ηλεκτρική σκούπα τη μαύρη μοκέτα. Ήταν σκυμμένη, δεν έβλεπα το πρόσωπό της. Τη ρώτησα ποιο ήταν αυτό το μέρος και δεν απάντησε, δεν σήκωσε καν το κεφάλι. Ξαναρώτησα, τα ίδια. Έσκυψα να τη δω. Ένα πρόσωπο χωρίς μάτια και ραμμένο στόμα με χοντρό σπάγκο. Δεν υπήρχε περίπτωση να μου πει σκέφτηκα. Έκανα λάθος. Ύψωσε αργά το χέρι δείχνοντας προς τη σκάλα στο τέλος του διαδρόμου, προς τα κάτω. Την άφησα και πήγα προς τα εκεί. Κατέβηκα. Βγήκα σε μια μεγάλη αίθουσα. Το λόμπυ ενός ξενοδοχείου. Διάφοροι παράξενοι τύποι κάθονταν εκεί, σερνικοί και θηλυκοί, άλλοι άνθρωποι άλλοι σχεδόν, ή παραλίγο. Δεν μου έδωσε κανείς σημασία. Τους έγραψα κι εγώ και κατευθύνθηκα στο βάθος σε αυτό που έμοιαζε κάτι ανάμεσα σε ρεσεψιόν και μπαρ. Μια ξερακιανή εξηντάρα με βγαλμένα μάτια αλλά όχι ραμμένο στόμα στεκόταν πίσω από τη μπάρα. Παράγγειλα Κόρακα Ιωσήφ πλατινένιο, σε κοντό ποτήρι με ένα πάγο και πολύ ταμπάσκο. Μου έβαλε το ποτό που ζήτησα.
“Που είμαι, τι είναι εδώ;”
Αντί να απαντήσει, έβγαλε μια ασημένια κορνέτα και άρχισε να παίζει ένα γνώριμο αγαπημένο σκοπό.
Οι θαμώνες της αίθουσας, ακίνητοι άρχισαν όλοι μαζί να τραγουδούν χορωδιακά :
“ Welcome to the Hotel California
Such a lovely place (Such a lovely place)
Such a lovely face
Plenty of room at the Hotel California
Any time of year (Any time of year)
You can find it here “
Η μελωδία σταμάτησε το ίδιο ξαφνικά όπως είχε αρχίσει. Το ίδιο και το τραγούδι.
“Ψάχνω τον Αλέξανδρο, ένα φίλο, πέρασε από δω μήπως;” τη ρώτησα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
Αποτέλειωσα το ποτό μου, είχε βγει διαολεμένα καλό, σα πρωινό πήδημα της γυναίκας που ποθείς καιρό και δεν σου κάθεται και σε ξυπνάει ένα πρωί με γλωσσόφιλο κι αναρωτιέσαι αν είσαι ξύπνιος ή όχι. Τέτοια καύλα μιλάμε. Παράταιρη καύλα όμως.
“Πάω να φύγω από δω, πόσο θες για το ποτό;”
Μια ταμπέλα νέον που δεν είχα προσέξει μέχρι τότε άναψε χαρωπά πίσω της, “On the house
Η κορνέτα εμφανίστηκε πάλι, το ίδιο και το τραγούδι της παράξενης χορωδίας.
“You can check-out any time you like,
But you can never leave!
"
Δεν έδωσα σημασία, άρχισα να περιφέρομαι ένα γύρω ψάχνοντας την έξοδο. Έξοδος πουθενά. Πήγα όλο νεύρα πίσω στη ξερακιανή. Τη ρώτησα ξανά και ξανά. Αυτή το ίδιο βιολί, ή μάλλον την ίδια κορνέτα και το ίδιο ρεφραίν
You can check-out any time you like,
But you can never leave!
"
Θόλωσα, με την ίδια συνεχόμενη κίνηση η Blu χάραξε ένα αιμάτινο χαμόγελο στο λαιμό της ενώ η Betty στο άλλο χέρι κατέβαινε μα δύναμη στο κρανίο της χωρίζοντας το στα δύο από τη βάση μέχρι τα μέσα του λαιμού, δίνοντας του σχήμα καρδιάς.
Βιολετί αίμα πολύ, έβαψε το πάγκο.
“Such a lovely face “
τραγουδούσε η χορωδία ξανά και ξανά και ξανά.
Δεν έβγαζα άκρη. Τότε είδα μια πόρτα κάτω από τη σκάλα. Παράτησα τα φρικιά στο σπαστικό τραγούδι τους και πήγα κατά κει. Μπήκα μέσα ή μάλλον μπήκα κάπου με απροσδιόριστο χώρο. Ανθρωπόμορφοι κρεμασμένοι σε τσαμπιά λίγα μέτρα από το έδαφος, ξέσχιζαν ο ένας τις σάρκες του άλλου με μανία, κοκάλωσαν ξαφνικά σαν με είδαν .
“What a nice surprise (what a nice surprise)”
βρυχήθηκαν κι άρχισαν να πέφτουν προς τα μένα με πεινασμένα όλο δόντια χαμογελαστά πρόσωπα.
Ο παππούς βρυχήθηκε με τη σειρά του 2 φορές, τον ακολούθησαν ο κ. Smith και ο κ. Wesson.
Μετά ήταν η σειρά των κυριών να πάρουν μέρος στο χορό. Το θανάσιμο μπαλέτο τους ξεκίνησε μεγαλόπρεπα με κινήσεις όλο ακρίβεια και χάρη, σκορπούσαν φιλιά και χάδια θανάσιμα. Σώματα σε πορφυρές υγρές σφαίρες αποχωρίζονταν μέλη και κεφάλια. Πάρτι με σερπαντίνες σπλάχνα. Μουγκρητά, βογκητά και οιμωγές πόνου κι αγωνίας ανάμεικτα με την λύσσα της ανικανοποίητης πείνας. Δεν είμαι σε θέση να προσδιορίσω τον ακριβή χρόνο που διήρκεσε αυτή τη παράλογη και λυσσαλέα σφαγή, μπορεί να ήταν μερικά λεπτά ή αρκετές ώρες. Τα μέλη μου, όλο μου το κορμί πονούσε από την ένταση της προσπάθειας και ο ιδρώτας και το αίμα που χάραζαν ρυάκια στο πρόσωπό μου και μου έτσουζαν τα μάτια γεννώντας νέα ρυάκια από δάκρια, ήταν τα σημάδια που πιστοποιούσαν πως ήμουν στο κόσμο των ζωντανών. Γεγονός είναι πως στο τέλος βρέθηκα να περιφέρομαι σε ένα αιμάτινο χαλί από τσακισμένα σώματα και κομμένα μέλη τερατόμορφων παραλίγο ανθρώπινων πλασμάτων. Δεν ήξερα τι να κάνω, προς όποια κατεύθυνση κι αν πήγαινα, πάντα με κάποιο τρόπο κατέληγα στο σημείο της σφαγής. Ήμουν ξεθεωμένος και βρώμικος. Γύρισα πίσω. Τα ίδια άτομα στο λόμπυ, ακόμα κι η ξερακιανή με το σα καρδιά πια κεφάλι, όρθια πίσω από το πάγκο, ακίνητη ως όφειλε. Γύρισα στο δωμάτιό μου. Έβγαλα τα ρούχα και τα πέταξα στο πάτωμα. Ήξερα με κάποιο τρόπο πως θα τα έβρισκα καθαρά και τακτοποιημένα όταν ξυπνούσα, αν ξυπνούσα. Ξάπλωσα γυμνός και βυθίστηκα σε ένα μαύρο ύπνο, σε μια άβυσσο. Κάπου ένιωσα μια παρουσία αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Ήμουν πολύ κουρασμένος, πολύ μπερδεμένος. Έκλεισα τα μάτια. Έτσουζαν. Αισθάνθηκα την αύρα από ένα χάδι. Θα μπορούσε να ήταν χάδι. Ένιωσα αδιόρατα μια ζεστή υγρή γλώσσα να χώνεται, απαλά μα επίμονα στο στόμα μου. Δεν ήθελα να αντισταθώ σε αυτό το απόκοσμο και συνάμα λυτρωτικό φιλί. Ήταν σίγουρα αυτή, Αυτή με τα βιολετιά μάτια και τα μαύρα χείλη. Προσπάθησα να ψιθυρίσω ή έστω να σκεφτώ ένα «ποια είσαι;». Αδύνατον να σταματήσω την απόλυτη, μεθυστική κάθοδο στην πρωτόγνωρη καταλυτική ηδονή αυτού του φιλιού που τώρα ένιωθα να ρουφάει κάθε εκατοστό του κορμιού μου. Σταμάτησα ν’ αναρωτιέμαι. Μόνο να παραδοθώ σε αυτό, σε Αυτήν ζητούσα . Απώλεια συνείδησης, έκλειψη εαυτού.
«Έκλειψη» ένιωσα παρά άκουσα μια απαλή μα συνάμα τρομερά απόλυτη φωνή μέσα στο μυαλό μου. Δυο βιολετιοί γαλαξίες με ζάλιζαν. Χανόμουν, μα ταυτόχρονα ένιωθα πιο ζωντανός, πιο υπαρκτός από ποτέ. Την είδα! Όμορφη και τρομερή Θεά. Απόκοσμα θελκτική μα και φρικώδης συνάμα. Το λεπτό της κορμί στο χρώμα του αλάβαστρου κάλυπτε αραχνοΰφαντος κοντός χιτώνας, τα μέλη της κατέληγαν σε δεκάδες πλοκάμια . Τα μακριά μαλλιά της γεννούσαν τη νύχτα. Δυο βιολετιοί γαλαξίες. Μέσα τους έπεφτα, στροβιλιζόμουν. Βυθιζόμουν...
Βυθιζόμουν στο σκοτάδι…
Ένιωσα το φύσημα του αέρα που έσκασε σαν ξαφνικό κύμα στα ρουθούνια μου. Άκουσα ένα γνώριμο βόμβο. Άνοιξα με κόπο τα μάτια. Είδα το λαμπάκι της συσκευής CPAP.
Δίπλα της, το ψηφιακό ρολόι έδειχνε MONDAY 28 09 2015 05:59.
Από το ανοιχτό παράθυρο είδα το σκοτάδι να χάνει αργά μα σταθερά τη μάχη με το φως και ψηλά, ένα μαύρο κατάμαυρο κύκλο. Έκλεισα τα μάτια είχα μια ώρα και τρία τέταρτα ύπνο ακόμα.
Έκλειψη σελήνης σκέφτηκα καθώς με τραβούσε πίσω ο ύπνος. Βυθιζόμουν. Τρομαχτικά, ηδονικά, αμετάκλητα…
Βυθιζόμουν …
Η απαίσια οσμή που αναδυόταν από το διαμέρισμα του Μηνά Καπερώνη, σαράντα τριών ετών, αρχιτέκτονα, ανάγκασε τους γείτονες να καλέσουν την αστυνομία, μία εβδομάδα μετά. Το πτώμα βρέθηκε σε κατάσταση προχωρημένης σήψης στο κρεβάτι, φορώντας τη μάσκα της συσκευής CPAP.
Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο είχε τα μάτια ανοιχτά και γύρω τους είχαν σχηματιστεί δυο βιολετιοί κύκλοι, μάλλον από μικρά αιμοφόρα αγγεία που έσπασαν λίγο πριν ή την στιγμή του θανάτου. Η νεκροψία θα έδειχνε.


Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.