Ποτέ δεν είναι ο «άλλος» ο αντίπαλος, πάντα με τον εαυτό μας παλεύουμε.




Η ΠΛΑΓΙΑ

 

Κάποτε πολλά χρόνια πριν, στα χρόνια της περιπλάνησης μου, έτσι μου αρέσει να τα ονομάζω, βρέθηκα σε ένα μοναστήρι, δεν έχει σημασία ποιάς θρησκείας, δεν με ενδιέφερε ούτε τότε ούτε τώρα η θρησκεία. Έφτασα εκεί έχοντας χάσει το δρόμο μου μέσα στα βουνά, μα αυτό που είχα χάσει ήταν κάτι περισσότερο, είχα χάσει εμένα, το ποιος είμαι. Πέστε το κρίση ταυτότητας, συνείδησης, ότι θέλετε. Τριγυρνούσα χωρίς σκοπό, μετά τη καταστροφή στο χωριό και το θάνατο όλων όσων αυτούς τους μήνες με είχαν μαζέψει, περιθάλψει και συγχωρήσει. Ο μόνος που δεν μπορούσε να δώσει συγχώρεση σε μένα, ήμουν εγώ. Ότι είχε απομείνει από το ρημάδι το εγώ. Δεν ξέρω ούτε πως, ούτε γιατί έφτασα μέχρι τη πόρτα του μοναστηριού, ίσως το ένστικτο με οδήγησε μέχρι εκεί. Τέλος πάντων. Με δέχτηκαν χωρίς να μου μιλήσουν, χωρίς να με ρωτήσουν ποιος είμαι, τι θέλω, πως , γιατί. Παντού βασίλευε η σιωπή, μια ήρεμη γαλήνια σιωπή, το μόνο που τη διέκοπτε ήταν κάθε λίγες ώρες ο υπόκωφος μουντός ήχος από της παράξενες καμπάνες τους και άλλες ο θρηνητικός κι ένρινος μακρόσυρτος σαν θρήνος ήχος των κόρνων, ποτέ δεν έμαθα πως τα λέγανε. Το πρώτο πράγμα που είδαν τα μάτια μου μόλις άνοιξε η βαριά ξύλινη πόρτα με τα μπρούτζινα μεγάλα καρφιά, ήταν τη λιπόσαρκη εικόνα ενός μοναχού με ξυρισμένο κεφάλι και πορτοκαλιά ρόμπα ή ράσο. Έφερε γαλήνια το δείκτη του δεξιού χεριού στο στόμα, νεύοντας μου να μη μιλήσω. Υπάκουσα. Μου φάνηκε απόλυτα φυσικό και εδώ που τα λέμε ήταν για το μέρος εκείνο. Με έπλυναν, μου έδωσαν ρούχα, με τάισαν, μου έδωσαν μέρος να κοιμηθώ, όλα όμως πάντα μέσα στη σιωπή. Αν μιλούσαν ποτέ μεταξύ τους δεν το κατάλαβα, είχαν όμως κάποιο είδος ακατανόητης σε μένα επικοινωνίας μεταξύ τους.
Δούλευαν συνέχεια σε διάφορα, από τους κήπους τους που σα σμαράγδια ξεφύτρωναν ανάμεσα στα θεόρατα απότομα βράχια μέχρι να φτιάχνουν πράγματα καθημερινά, τα πορτοκαλιά ράσα τους, τα σανδάλια που τα φορούσαν μόνο εκτός του μοναστηριού. Έκαναν χίλια δυο καθημερινά πράγματα. Ασκούνταν κάθε χάραμα και κάθε δειλινό σε κάτι που έμοιαζε με πολεμική τέχνη. Διαλογίζονταν άλλες ώρες. Εμένα με άφηναν να πηγαίνω όπου ήθελα από την αρχή λες και δεν υπήρχα, δεν ήμουν εκεί. Αν ήθελα κάτι, εμφανιζόταν ο ίδιος μοναχός που μου είχε ανοίξει στην αρχή τη πύλη και μου το έδινε, ή με οδηγούσε από το χέρι, πριν προλάβω να το ζητήσω. Δεν κατάλαβα ποτέ πως ήταν συνεχώς εκεί που τον χρειαζόμουν. Έτσι πέρασε πάνω από μήνας, δεν μπορώ να υπολογίσω με ακρίβεια, εκεί μέσα ο χρόνος μέτραγε θαρρείς αλλιώς. Ένα χάραμα, μπήκε ο μοναχός στο μικρό λιτό δωμάτιο και μ ένα μικρό γκονγκ χτύπησε τρεις φορές απαλά, ίσα να ξυπνήσω. Μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω, δεν είχε χαράξει ακόμα. Βγήκαμε από το μοναστήρι, περπατήσαμε κάμποσο στο σκοτάδι που έχανε τη μάχη λεπτό το λεπτό με το φως. Είδαμε το γέρο ηγούμενο στα πρώτα χρώματα της αυγής καθισμένο στη στάση του λωτού κατάχαμα. Με κράτησε από το χέρι και μου έκανε νόημα να καθίσω κι εγώ. Αυτός πισωπάτησε και χάθηκε στις σκιές αθόρυβος σαν φάντασμα, ένας ίσκιος μέσα τους. Κάθισα έτσι κάμποση ώρα περιμένοντας δεν ήξερα τι.
Η ήρεμη φωνή του ακούστηκε στο κεφάλι μου σαν κεραυνός μετά από τόσο καιρό που είχα να ακούσω ανθρώπινη φωνή.
«Σκέψου… Τι περιμένεις από τη μέρα;»
Αυτό μόνο. Δεν θυμάμαι σε τι γλώσσα με ρώτησε τη πρώτη εκείνη φορά, υπέθεσα αγγλικά μια που σε αυτή τη γλώσσα μιλήσαμε όλες τις άλλες φορές. Σαστισμένος δεν ήξερα, δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Η κίνηση του χεριού του με απάλλαξε από την αγωνιώδη προσπάθεια να απαντήσω. Δεν ήθελε απάντηση. Με ευλυγισία και σβελτάδα έφηβου σηκώθηκε από τη πέτρα που καθόταν και ξεκίνησε το δρόμο της επιστροφής, νεύοντάς μου να τον ακολουθήσω. Γυρίσαμε σιωπηλοί στο μοναστήρι. Στη πόρτα περίμενε ο ίδιος μοναχός που με είχε αναλάβει με δυο τσάπες στα χέρια. Μου έδωσε τη μία και ξεκίνησε πρώτος. Τον ακολούθησα. Δουλέψαμε όλη μέρα, εγώ αυτός και πέντε έξι άλλοι σε κάποιο κήπο της μονής. Μόνο νερό ήπιαμε. Είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος όταν σταματήσαμε.
Ήμουν κατάκοπος, σερνόμουν.
Με οδήγησαν πίσω στα υπαίθρια λουτρά να καθαριστώ. Mετά μου έβαλαν μια αλοιφή στα καταματωμένα χέρια μου. Πονούσαν φρικτά. Με την αλοιφή ένιωσα να παίρνουν φωτιά στην αρχή και μετά μια λυτρωτική δροσιά να τα ανακουφίζει. Φάγαμε στο κοινό τραπέζι. Τις επόμενες δέκα μέρες επαναλήφθηκε η ίδια ιστορία. Ο ηγούμενος, ο κήπος η επιστροφή. Την εντεκάτη μέρα, περίμενα πια το μοναχό να με ξυπνήσει, όπως και έγινε. Με πήγε στην αυλή του μοναστηριού όπου δεκάδες άλλοι μοναχοί ασκούνταν στην εξωτική τέχνη τους. Μου έκανε νόημανα βλέπω. Ασκούνταν με τις ώρες. Εγώ εκεί. Έβλεπα. Τέλειωσε η ομάδα αυτή και άλλη πήρε τη θέση της. Μέχρι το απόγευμα. Εκεί εγώ, ή όρθιος ή καθισμένος στη στάση του λωτού που πια είχα αρχίσει να συνηθίζω, μέχρι το απόγευμα. Στο δείπνο, με οδήγησε στη θέση δίπλα στον ηγούμενο, η οποία ήταν κενή. Φάγαμε όλοι μαζί το λιτό βραδινό μας, οι μοναχοί στη συνέχεια, αποσύρθηκαν μετά το νεύμα του ηγούμενου. Εμένα με κράτησε από το χέρι να καθίσω. Πέρασαν μερικά λεπτά σιωπής. «Τι έφερε η μέρα;» με ρώτησε. Αυτή τη φορά περίμενε απάντηση.
-Δεν ξέρω, ψέλλισα. Δεν ρώτησε τίποτε άλλο. Σηκώθηκε και έφυγε.
Για πολλές μέρες επαναλαμβανόταν το ίδιο. Με μια διαφορά, άρχισα να γυμνάζομαι με τους μοναχούς, δειλά κι αδέξια στην αρχή, μια γκροτέσκα καρικατούρα στην συγχρονισμένη αρμονία τους, που μέρα με τη μέρα γινόταν ένα αναπόσπαστο κι αξεχώριστο στοιχείο του συνόλου.
Κάποιο βράδυ, τόλμησα να απαντήσω στην ερώτηση για το τι μου έφερε η μέρα.
-Την ανάσα των αδερφών, που μοιραστήκαμε τον ίδιο αέρα, είπα. Ένευσε με ένα ελαφρύ χαμόγελο.
Το επόμενο βράδυ είπα:
-Τη γνώση του τι δε μπορεί το σώμα μου να κάνει.
« Δεν είσαι μόνο σώμα» είπε.
Κάθε βράδυ λέγαμε και κάτι. Πέρασαν πολλά τέτοια βράδια.
Το κορμί μου είχε δυναμώσει, αλλά περισσότερο το πνεύμα μου.
Κάποιο από αυτά τα βράδια του είπα πως σκέφτομαι να μείνω εκεί ως μοναχός.
Με κοίταξε σοβαρός και μου είπε πως μόνο εγώ μπορώ και πρέπει να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Οι λόγοι που ήθελα να μείνω εκεί ήταν λάθος, έτσι είπε. Την γαλήνη που έψαχνα, δεν θα την έβρισκα εκεί, αλλά μέσα μου. Φυσικά μπορούσα να μείνω μαζί τους όσο ήθελα, αλλά όχι σαν μοναχός. Είχε διαβάσει το σκοτάδι της ψυχής μου και είχε ακούσει την εσωτερική μου αγωνία για εξιλέωση. Σιγά σιγά με οδήγησε βήμα το βήμα να πλησιάσω αυτό που πραγματικά ήμουν και να το κοιτάξω στα μάτια. Και ήταν συντριβή και τρόμος, απογοήτευση μα και εκπλήρωση μιας προσμονής. Αυτής του τέλους της εσωτερικής αγωνίας. Να αγαπήσω τον άνθρωπο που έκανε τα λάθη , να μάθω από αυτά, να μάθω εμένα. Η «πολεμική» τέχνη; Ε, λοιπόν δεν ήταν καθόλου πολεμική με την έννοια που της δίνει ο πιο πολύς κόσμος. Στέκονται στα χτυπήματα, στα μπλοκαρίσματα και σε ότι εντυπωσιάζει το μάτι, αφήνοντας έξω το πιο σπουδαίο. Την αυτογνωσία, την αρμονία σώματος και πνεύματος, την εναρμόνιση με το όλο του φυσικού κόσμου. Αυτά είναι ψιλά γράμματα. Ναι υπάρχει και το κομμάτι το σωματικό, ποτέ όμως δεν είναι ξεκομμένο από το πνεύμα. Ποτέ δεν είναι ο «άλλος» ο αντίπαλος, πάντα με τον εαυτό μαςπαλεύουμε. Ή τον βελτιώνουμε ή τον υποβιβάζουμε.



Μανόλης Κωνσταντάκης
Απόσπασμα από το υπό συγγραφή sci fi horror μυθιστόρημα "ο Γέρος"


Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.