Ζύμπερ, Πάβελ Ζύμπερ

  


Πάνω στο κολονάκι στο λόφο του Στρέφη η Καλυψώ ένιωθε πάντα πως βρισκόταν στο σωστό σημείο. Εκεί ανέβαινε πάντα για να σκεφτεί, για να ηρεμήσει όταν τσακωνόταν με τον πατέρα της, για να κλάψει όταν νοσταλγούσε την χρόνια πια νεκρή μητέρα της. Εκεί επάνω προτιμούσε να γιορτάζει τα γενέθλιά της, να πανηγυρίζει τις επιτυχίες της και να δίνει ραντεβού στα αγόρια που της άρεσαν. Απόψε είχαν συμπέσει τόσα πολλά που έπρεπε να σηκωθεί όρθια πάνω στη μικρή κολόνα και να γίνει το άγαλμά της. Γιόρταζε τα εικοστά της γενέθλια, την υποτροφία των τριών χιλιάδων ευρώ για τον αριστούχο του δεύτερου έτους της αρχιτεκτονικής και το ραντεβού της με μια απίστευτη ξεχασμένη ανάμνηση. Κατέβηκε προσεκτικά από το βάθρο της κι έκατσε στο χώμα μπερδεμένη. Πώς ήταν δυνατόν να είχαν σβηστεί από τη μνήμη της για τόσα χρόνια εκείνα τα υπέροχα παιδικά της όνειρα; Πρέπει να ήταν τα πέντε τελευταία χρόνια πριν το θάνατο της μητέρας της, από τα οχτώ της ως τα δεκατρία της. Θυμήθηκε πως κάθε βράδυ μέσα σε εκείνα τα πέντε χρόνια, όταν έπεφτε στο κρεβάτι της ονειρευόταν ένα σκοτεινό αλσάκι με ένα πέτρινο παγκάκι. Εκεί ήταν που ερχόταν και της μιλούσε εκείνος, ο σύντροφος των παιδικών της ονείρων, ο πλατωνικός εραστής. Γέμιζε το νου της με γνώσεις, με προβληματισμούς, με ερωτήματα μακράν πέραν της ηλικίας της. Μιλούσανε για τέχνη, για μουσική, για πάθη, για ανεκπλήρωτους έρωτες. Είχε μια αχνή ανάμνηση της μορφής του, ένα ψιλόλιγνο περίγραμμα, μακριά σπαστά μαλλιά και δυο απίστευτα λαμπερά μάτια, σαν γάτας, στο σκοτάδι. Και το όνομά του ήταν Πάβελ. Παρόλο που ο θάνατος της μητέρας της είχε βγάλει απ το μυαλό της εκείνα τα ονειρικά βράδια, υποσυνείδητα πάντα είχε τη μορφή του Πάβελ σαν πρότυπο για κάθε άντρα που διάλεγε.
   «Πού να σαι άραγε;», ρώτησε τη νύχτα να της πει μα το μόνο που ακουγόταν ήταν ένα καλοκαιρινό αεράκι ανάμεσα στα φύλλα.
   Στο σπίτι της την περίμενε ο πατέρας της, ο Σταύρος,  αυστηρός και μουτρωμένος.
   «Πού γυρνούσες πάλι εσύ;» Πάντα τη ρώταγε, κι ας μην περίμενε απάντηση. Τη ρώταγε μόνο για να τη ρωτήσει.
   «Στο λόφο ήμουνα».
Την επομένη το πρωί, μόλις ο πατέρας της έφυγε για τη δουλειά, η Καλυψώ βάλθηκε να ψάξει τα πράγματα της μητέρας της που εφτά χρόνια τώρα είχανε μείνει στη θέση τους, μέσα στα συρτάρια και τις ντουλάπες. Κάτι της έλεγε πως η οικογένειά της έκρυβε ένα παλιό μυστικό. Έψαξε σε τσέπες, σε τσάντες, σε βιβλία. Βρήκε διακόσια κολλαριστά ευρώ μέσα στο αγαπημένο ερωτικό μυθιστόρημα της μητέρας της. Βρήκε μέχρι και τα από χρόνια χαμένα σκουλαρίκια της με τις μεγάλες μπλε πέτρες. Εκείνο το μπλε..... σαν να της έμοιασε πως έβλεπε τα μάτια του Πάβελ να αστράφτουν. Στο τέλος έψαξε στο κομοδίνο της. Ένα παλιό μεταλλικό κουτί από μπισκότα.... ναι, κάτι την περίμενε εκεί μέσα, το ήξερε. Το άνοιξε διστακτικά και βρήκε ένα πάκο ξεθωριασμένες φωτογραφίες, ένα παμπάλαιο βελούδινο κουτάκι από κάποιο κόσμημα, ένα πετρωμένο κομμάτι πηλό ζουλιγμένο από κάποιο χέρι κι ένα παλιό χιλιοδιαβασμένο γράμμα, γραμμένο στα ρώσικα. Ήξερε πως οι προπαππούδες της είχαν έρθει από τη Ρωσία, όταν η γιαγιά της ήταν ακόμη μωρό. Η γιαγιά! Αυτή θα ήξερε να της διαβάσει το γράμμα.
   Μέσα στο λεωφορείο για το Παγκράτι, κοιτούσε τις φωτογραφίες ξανά και ξανά και ένας κόμπος είχε κάτσει στο λαιμό της. Η μητέρα της στην ηλικία της με φίλες της, με τους γονείς της, και σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία αγκαλιά με έναν νεαρό που θα μπορούσε να είναι ο δικός της ο Πάβελ! Το μυαλό της πήγαινε να σπάσει. Τι συνέβαινε ξαφνικά στη ζωή της; Ποια πόρτα είχε ανοίξει και την είχε πετάξει έξω από την ήσυχη πραγματικότητα; Ποιος ήταν αυτός ο άντρας που την σκλάβωνε, αν όχι δημιούργημα της φαντασίας της; Είχε αρχίσει να υποπτεύεται πως ο άνθρωπος εκείνος ήταν πατέρας της. Ήτανε και που είχε μοιάσει τόσο πολύ στη μητέρα της που σε όλη της τη ζωή άκουγε «δεν είναι δικό σου παιδί η Καλυψώ Σταύρο! Η Αναστασία μόνη της την έκανε».
   Η γιαγιά την υποδέχτηκε με φιλιά και της έφτιαξε καφέ. Τη ρώτησε χίλια δυο πράγματα και γελούσε συνέχεια. Μόλις όμως η Καλυψώ της έδωσε το γράμμα η γιαγιά γούρλωσε τα μάτια της μετά τις πρώτες γραμμές κι άρχισε να σταυροκοπιέται.
   «Όχι, καταραμένε, όχι!» φώναξε τελικά κι έσκισε με τρελό βλέμμα το γράμμα, πριν η Καλυψώ προλάβει να αντιδράσει.
   «Τι κάνεις εκεί;», όρμησε στον καναπέ να πιάσει το γράμμα η μικρή, μα ήταν αργά. Μόνο ένα κομματάκι της έμεινε μέσα στη χούφτα, από το κάτω μέρος του χαρτιού.
   Πετάχτηκε έξαλλη και βρόντηξε την πόρτα πίσω της. Η γιαγιά βγήκε από πίσω της και της φώναζε κουνώντας τα χέρια.
   «Μακριά από αυτόν τον δαίμονα, κακομοίρα μου!»
   «Είσαι ηλίθια!», μούντζωνε τον εαυτό της η Καλυψώ και μέχρι να φτάσει σπίτι τα μάτια της ήταν κατακόκκινα από το κλάμα.
   Μπήκε στο ίντερνετ κι έψαξε τη μετάφραση για τις τέσσερις τελευταίες λεξούλες που είχαν απομείνει στη χούφτα της.
   «Θα σε περιμένω ψυχή μου», έγραφαν.
   Της φάνηκε σαν να ταν η πιο μαγική πρόταση στον κόσμο. Λες και απευθυνόταν σε αυτήν την ίδια και όχι στη μητέρα της.
   «Θα σε βρω, όπου κι αν είσαι, με ακούς;», μίλησε στο κομματάκι από το σχισμένο γράμμα και το έκρυψε με τρυφερότητα στο πορτοφόλι της.
   Κοιτώντας πιο προσεχτικά τις φωτογραφίες βρήκε στο πίσω μέρος μιας από αυτές μια σβησμένη λέξη.
   «Λουτράκι».
   Η φωτογραφία έδειχνε ένα παλιό τρίπατο αρχοντικό μέσα σε ένα δεντροφυτεμένο κήπο. Στο τρίτο πάτωμα, που ήταν πιο μικρό, ένα πέτρινο κυκλικό οικόσημο στόλιζε ένα τρίγωνο αέτωμα. Και στο πίσω μέρος,  μια τεράστια βεράντα κατέληγε στην κορφή μιας μυστήριας κατασκευής με αψίδες και κολόνες που ξεκινούσαν από τον δεύτερο όροφο. Ποιο αλλόκοτο πλάσμα άραγε θα καθόταν πάνω σε εκείνες τις αψίδες κοιτώντας το φεγγάρι, όπως το κοιτούσε εκείνη καθισμένη πάνω στο κολονάκι του λόφου του Στρέφη; Κι αν εκείνο το σπίτι ήταν το δικό του; Αρπάχτηκε από την πιθανότητα χωρίς να το σκεφτεί ξανά. Έβαλε δυο ρούχα, το πορτοφόλι και το κινητό της σε μια τσάντα κι έφυγε τρέχοντας για τα ΚΤΕΛ. Λίγο μετά τον Ισθμό, από χρόνια πάντα εκεί σαν να την περίμενε, το παλιό αρχοντικό εμφανίστηκε μπροστά της στο πλάι του δρόμου και την έκανε να καρδιοχτυπήσει άγρια. Πετάχτηκε από το κάθισμα και πάτησε τη στάση. Όλα ήταν σαν να τα ζούσε σε όνειρο. Στάθηκε έξω από το σπίτι και κοιτούσε τα σφαλισμένα πατζούρια και τα σκουριασμένα του κάγκελα, τα σκουπίδια που είχαν γίνει στοίβα μπροστά στην πόρτα, τον άγριο απεριποίητο κήπο. Παντού εγκατάλειψη. Πίσω από την μεγάλη καγκελόπορτα του κήπου όμως το χώμα ήταν πατημένο και χωρίς πολλά χορτάρια. Ένα μικρό μονοπάτι φαινόταν να πηγαίνει στο πίσω μέρος του σπιτιού.
   «Και τώρα τι κάνω;», μουρμούρισε απογοητευμένη αλλά περίμενε εκεί, μέσα στη λάβρα του απομεσήμερου, μήπως περάσει κάποιος περαστικός να τον ρωτήσει.
   Μερικά αυτοκίνητα περνούσαν γκαζωμένα. Πεζός κανείς. Η περιοχή γύρω είχε ελάχιστα σπίτια, τα περισσότερα νεόκτιστα ή οικοδομές. Πέρασε το δρόμο απέναντι μήπως κατέβει κανείς από το επόμενο λεωφορείο. Τίποτα. Έγινε κατακόκκινη από τη ζέστη, και δεν είχε πάρει μαζί της ούτε νερό. Πήρε τηλέφωνο την Αφροδίτη την συμφοιτήτριά της και συνεννοήθηκε πως θα έμενε τάχα σπίτι της απόψε. Ύστερα πήρε σπίτι, αγνοώντας επιδεικτικά πως ο πατέρας της είχε στη δουλειά του το κινητό του. Άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή, με καθαρή σταθερή φωνή, χαρούμενη και πειστική. Άρχισε να διψάει βασανιστικά. Πεινούσε κιόλας. Τελικά κατέβηκε στο κέντρο της πόλης, πήρε νερό, ένα σάντουιτς και ένα μπολάκι φράουλες, και ρώτησε τη μπακάλισσα για το παλιό αρχοντικό.
   «Ποιο, του γλύπτη λες;», τη ρώτησε η μεσόκοπη γυναίκα και την κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια εξεταστικά.    
   «Θες να πας για μοντέλο; Πρόσεχέ τον, δεν είναι και πολύ στα καλά του», έκανε τη χαρακτηριστική χειρονομία πως του χει λασκάρει η βίδα και την έπιασε από το μπράτσο ενοχλητικά.
   «Αυτός είναι ξένος και δεν βγαίνει έξω παρά μόνο το βράδυ. Κάποια αρρώστια λένε έχει».
   Η Καλυψώ είχε γουρλώσει τα μάτια φοβισμένη. Πήρε τα ψώνια της και προχώρησε προς την κοντινή πλατεία. Η μπακάλισσα βγήκε έξω με τα χέρια στη μέση και την παρακολουθούσε για ώρα, ώσπου η Καλυψώ της κούνησε το χέρι και την έκανε να μπει πάλι στο μαγαζί βιαστικά.
Όλα έμοιαζαν ονειρικά. Ένιωθε λες και ήταν μεθυσμένη, όπως τότε που ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο της άκουγε τον Πάβελ να της μιλάει. Λίγο πριν το σούρουπο μπήκε πάλι στο λεωφορείο και κατέβηκε έξω από το παλιό αρχοντικό. Προσπάθησε να ανοίξει την καγκελόπορτα. Έτριξε δυνατά αλλά έμεινε κλειστή. Κλειδωμένη. Ένα αχνό τρεμουλιαστό φως φάνηκε στο πίσω μέρος του κήπου. Κόντευε να νυχτώσει. Άκουσε τον ήχο μηχανής και λίγα δευτερόλεπτα μετά τον είδε. Φορούσε κράνος κι ήταν πάνω σε μια μηχανή μεγάλου κυβισμού. Η Καλυψώ έγινε ένα άγαλμα έξω από την καγκελόπορτα. Κατέβηκε από τη μηχανή και ξεκλείδωσε. Εκείνη στεκόταν ακόμα εκεί και τον εμπόδιζε να βγει.
   «Καλησπέρα. Ψάχνεις κάτι;», άκουσε τη φωνή του για πρώτη φορά. Τα ελληνικά του άψογα μα ο τρόπος που τόνιζε το «σ» και βάραινε τα φωνήεντα της θύμισε αμέσως τον προπάππου της.
    Μουγκή. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ο άντρας την κοίταξε επίμονα, κι έβγαλε αργά την κάσκα από το κεφάλι του. Ένας χείμαρρος από κάτασπρα σπαστά μαλλιά φώτισε το από πάντα γνώριμο πρόσωπό του. Τα αλλόκοτα μπλε μάτια του γυάλιζαν στο μισοσκόταδο. Ολόιδια με τα σκουλαρίκια της μητέρας της που φορούσε τώρα στα αυτιά της. Σαραντάρης, ίσως σαράντα πέντε. Ένα μικρό γκρίζο γένι έκρυβε τη λακουβίτσα στο πηγούνι του. Τελικά δεν ήταν τόσο ψηλός όπως τον φανταζόταν. Ίσως δέκα πόντους ψηλότερος από αυτήν. Τα γόνατά της λύγισαν και μετά βίας ακούστηκε σαν λυγμός από το λαρύγγι της το «Πάβελ». Κατάλαβε πως το παντελόνι της έγινε μούσκεμα και πως εκείνος την κράτησε για να μην πέσει κάτω. Μετά λιποθύμησε.
   Ξύπνησε από τη γεύση κάποιου παχύρευστου λικέρ στο στόμα της. Ήταν ξαπλωμένη σε έναν παμπάλαιο βελούδινο καναπέ που μύριζε στεγνή σκόνη. Μαρμαρόσκονη. Στο μισοφωτισμένο δωμάτιο ο φύλακας δαίμονάς της της ανασήκωνε το κεφάλι και κρατούσε στα χείλη της ένα σκαλιστό ασημένιο δισκοπότηρο. Κατάλαβε πως ήταν ημίγυμνη, σκεπασμένη με ένα λευκό δαντελωτό σεντόνι.
   «Ονειρεύομαι», χαμογέλασε.
   «Έχουν είκοσι χρόνια να με πούνε Πάβελ», της ψιθύρισε σχεδόν δίπλα στο αυτί. Το αυτί που φορούσε τα σκουλαρίκια της γιαγιάς του. Εκείνα που είχε δώσει στην Αναστασία, την πρώτη και παντοτινή του αγαπημένη.
   Ύστερα η Καλυψώ συνήλθε και άρχισε να καταλαβαίνει την πραγματικότητα. Ήταν άνθρωπος τελικά ο Πάβελ. Ένας ζωντανός πραγματικός άνθρωπος.
   «Πάβελ Ζύμπερ», της συστήθηκε.
   «Είσαι κόρη της Αναστασίας;» τη ρώτησε εντελώς ανθρώπινα.
   «Είσαι πατέρας μου;», τόλμησε να ψελλίσει εκείνη.
   «Χαχαχαχα»!
   Ο Πάβελ γέλασε τρανταχτά.
   «Όχι μικρή μου, εσύ δεν είσαι Ζύμπερ, μην τρελαίνεσαι».
   Η Καλυψώ για κάποιον περίεργο λόγο ένιωσε μια αγαλιαστική ανακούφιση. Ώστε δεν ήταν κόρη του. Άδειασε το μεταλλικό κύπελλο και ανασηκώθηκε στον καναπέ. Όλα τα έπιπλα μέσα στο δωμάτιο ήταν σκεπασμένα με σεντόνια. Μόνο ένα πορτατίφ άναβε πάνω σε ένα μικρό σκαλιστό μαρμάρινο τραπεζάκι. Την άφησε μόνη της και χάθηκε μέσα στα σκοτεινά δωμάτια. Η Καλυψώ βρήκε την τσάντα της και φόρεσε το σορτσάκι που είχε φέρει μαζί της Έψαξε μέσα στο αχανές σκοτεινό σπίτι να τον βρει. Τα βήματά της ακούγονταν υπόκωφα πάνω στο πέτρινο πάτωμα. Παντού πίνακες, έργα τέχνης, αγάλματα. Και σκόνη. Παλιά σκονισμένα σεντόνια πάνω σε κάθε καρέκλα, κάθε τραπέζι, κάθε πολυθρόνα. Ότι είχε ποτέ της επιθυμήσει βρισκόταν μέσα σε αυτό το σπίτι. Ότι είχε ονειρευτεί το έβλεπε μπροστά της. Ντεζαβού.  Άρωμα καπνού. Ακολούθησε το άρωμα και βρέθηκε σε ένα τεράστιο άδειο δωμάτιο. Αχνό βραδινό φως έμπαινε από τα μεγάλα βιτρό παράθυρα. Ο Πάβελ καθόταν σε ένα πέτρινο κάθισμα μπροστά σε έναν τεράστιο ξύλινο πάγκο λερωμένο από στεγνό πηλό. Κοπίδια και άλλα εργαλεία ήταν πεταμένα πάνω του. Κάπνιζε μια σκούρη ξύλινη πίπα. Στο λιγοστό φως είδε πως φορούσε μόνο ένα παράξενο παρεό γύρω από τη μέση του κι ένα ζευγάρι σανδάλια. Το δεξί του χέρι φαινόταν ασυνήθιστα πιο μυώδες από το αριστερό. Το αριστερό πάλι ήταν γεμάτο με μικρές κόκκινες αμυχές, σαν χιλιογρατζουνισμένο από γάτα.
   «Μην ανάψεις το φως», την προειδοποίησε επιτακτικά. Κι ύστερα πιο ήπια της εξήγησε. «Δεν βλέπω στο φως. Γενετική εκφυλιστική νόσος», γέλασε πικρά και την κοίταξε κατάματα με εκείνα τα μάτια του σαν γαλάζιες φωτιές.
   Της έδειξε τον άδειο χώρο στο κάθισμα.
   «Κάτσε».
   Τον ρώτησε και της απάντησε σε όλα της τα ερωτήματα. Πως είχε γνωρίσει τη μητέρα της στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου ερχόταν σαν μοντέλο για να βγάλει το χαρτζιλίκι της. Πως την είχε ερωτευτεί παράφορα, και την είχαν κοπανήσει από τα σπίτια τους για να μείνουν μαζί εκεί, στο σπίτι της γιαγιάς του. Πως την κυνηγούσαν οι δικοί της για να την γλιτώσουν από τον «καταραμένο».
   «Ξέρεις, αυτή η ασθένεια που έχω θεωρείται κατάρα στην πατρίδα μου. Αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα τυφλωθώ. Εδώ δε νομίζω πως της δίνουν σημασία καν».
   Γελούσε πικρά, χλευάζοντας τον εαυτό του, τόσο αποστασιοποιημένος, σαν να μιλούσε για κάποιον ξένο. Όταν τη ρώτησε τελικά τι κάνει η μητέρα της, η Καλυψώ άρχισε να κλαίει, όχι για αυτήν πια, αλλά για εκείνον.
   «Καρκίνος. Πέθανε πριν εφτά χρόνια», κατάφερε τελικά να του πει, κι ένιωσε την ανάγκη να τον αγκαλιάσει.
   Αγκαλιάστηκαν στο σκοτάδι, τόσο συγγενείς και τόσο ξένοι, δυο κομμάτια από το ίδιο σπασμένο άγαλμα. Η μυρωδιά του κορμιού του κάτω από το βαρύ άρωμα του καπνού. Μύριζε χώμα, χαμομήλι και γρασίδι. Μύριζε λόφο του Στρέφη. Σηκώθηκε και ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη της για να της πει να τον ακολουθήσει. Σε ένα μικρό δωμάτιο πίσω από το εργαστήριο η Καλυψώ βρέθηκε μπροστά στη μητέρα της. Το άγαλμά της ήταν τόσο ζωντανό μέσα στο μισοσκόταδο που την τρόμαξε.
   «Αγκάλιασέ την», της είπε με φωνή που έτρεμε.
   Η Καλυψώ αγκάλιασε το άγαλμα κι ένιωσε σαν να την αγκάλιαζε κι εκείνο.
   «Πώς είσαι σίγουρος πως δεν είμαι δική σου;» του φώναξε κλαίγοντας.
   «Είμαι σίγουρος γιατί δεν την είχα ποτέ. Θα γινόταν δική μου όταν θα τελείωνα το άγαλμα. Έφυγε. Την περίμενα. Την περίμενα μέχρι σήμερα».
   «Και τόσα χρόνια δεν...;», φοβήθηκε να αποτελειώσει την πρόταση η Καλυψώ.
   «Τόσα χρόνια είχα πολλές. Αλλά ποτέ κάποια που να την αγαπούσα».
   Μετά από ώρα σιωπής στο σκοτάδι, ο Πάβελ της είπε μια λέξη που ακούστηκε σαν σιωπή και σαν ξόρκι. Και την τρόμαξε.
   «Γδύσου».
   Δεν μπορούσε παρά να υπακούσει. Πάλι όλα είχαν γίνει ένα μυστήριο μαγικό όνειρο. Στάθηκε ολόγυμνη μπροστά του κι η ταραχή της είχε γίνει τρέμουλο σε όλο της το κορμί. Ο Πάβελ έκλεισε τα μάτια του κι άπλωσε τα χέρια του σαν σε ιεροτελεστία πάνω της. Πρώτα στα μαλλιά της, στο πρόσωπό της, τα δάχτυλά του άγγιζαν σαν αυτόνομα μικρά όντα κάθε εκατοστό της σάρκας της. Το τόξο των φρυδιών της, τα κοχύλια των αυτιών της. Έγειρε κι άγγιξε την καμπύλη του λαιμού της με το πρόσωπό του. Την ανάσανε. Μέτρησε όλα τα κόκαλά της. Οι παλάμες του γέμισαν με τα στήθη της. Κύλησαν στη μέση της, στους γοφούς, στα πόδια της. Κάθε της δαχτυλάκι ξεχωριστά το μελέτησε με τα ακροδάχτυλά του. Και στο τέλος ανέβηκε η παλάμη του ανοιχτή ανάμεσα στα πόδια της και το υγρό αιδοίο της βρέθηκε μέσα στη χούφτα του. Η Καλυψώ έγειρε πίσω το κεφάλι και με έναν αργόσυρτο στεναγμό τελείωσε μέσα στο χέρι του. Άνοιξε τα μάτια του κι έκανε ένα βήμα πίσω. Μετά έφυγε βιαστικά από το μικρό δωμάτιο και της φώναξε «φύγε».
   Η Καλυψώ ντύθηκε σαν υπνωτισμένη, μάζεψε τα πράγματά της και βγήκε κλαίγοντας από το σπίτι. Χάραζε.  
   Ούτε που κατάλαβε πως μπήκε στο πρώτο πρωινό λεωφορείο και γύρισε σπίτι της. Ούτε που κατάλαβε πως ξαναπήγε στη σχολή της το Σεπτέμβρη κι άρχισε να διαβάζει πάλι. Ούτε που κατάλαβε πως τα επόμενα Χριστούγεννα έπεσε στην αγκαλιά του Νικόλα κι έμεινε εκεί για ενάμιση χρόνο. Σε λίγο θα έπαιρνε πτυχίο. Μετά είχαν κανονίσει να γίνει ο αρραβώνας. Ο αρραβώνας με ποιόν; Μα, με τον Νικόλα! Την ημέρα των εικοστών δεύτερων γενεθλίων της ανέβηκε πάλι στο κολονάκι στο λόφο του Στρέφη. Είχε δυο χρόνια ακριβώς να πατήσει το πόδι της εκεί.
   «Όλες οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται πάνω σε ένα κομμάτι γης», της είχε πει κάποτε η μητέρα της.
   Η μητέρα της. Κοντά δέκα χρόνια πεθαμένη. Η Καλυψώ άνοιξε το σαραβαλιασμένο πια πορτοφόλι που δεν έλεγε να αποχωριστεί και έβγαλε από μέσα ένα μικρό κομματάκι χαρτί που πάνω έγραφε τέσσερις λεξούλες στα ρώσικα.
   «Θα σε περιμένω ψυχή μου».
   Φύσαγε πάλι απόψε. Το χαρτάκι τρεμούλιασε στην παλάμη της κι ύστερα πέταξε στα φτερά του ανέμου.
   «Θα σε βρω, όπου κι αν είσαι, μ ακούς;», το αποχαιρέτησε στοργικά.
   Πρόλαβε το τελευταίο βραδινό λεωφορείο για το Λουτράκι. Κατέβηκε στη σωστή στάση. Καβάλησε την κλειδωμένη καγκελόπορτα και πήγε στην μικρή πίσω πόρτα. Τη χτύπησε δυνατά και φώναξε «Πάβελ»! Όλα πάλι ήταν μέσα σε ένα όνειρο. Κι εκείνος άνοιξε την πόρτα φορώντας το ίδιο παρεό και τα ίδια σανδάλια. Μόνο το γκρίζο γενάκι στο σαγόνι του είχε κι εκείνο ασπρίσει.
   «Το τελείωσες;», τον ρώτησε τρελά.
   «Ναι», απάντησε.
   Χύθηκε πάνω του μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Φιλήθηκαν άγρια. Σαν να λιμοκτονούσαν για φιλί. Τα χέρια τους έσφιγγαν και ζητούσαν τον μοναδικό προορισμό τους.
   «Πες μου το όνομά σου», θυμήθηκε να τη ρωτήσει λαχανιασμένος.
   «Καλυψώ. Καλυψώ Βουτσινά».
   «Όχι πια. Καλυψώ Ζύμπερ πια μικρή μου», την βάφτισε ο θεότρελος αγαπημένος της και την ξάπλωσε στο χορταριασμένο κήπο, μέσα στο σκοτεινό αλσάκι, λίγο πιο πέρα από το πέτρινο παγκάκι.
   Κι έκαναν έρωτα σαν άγγελοι. Σαν δαίμονες. Σαν ζωντανοί θεοί. Ξανά. Και ξανά.
   Στις τρεις τη νύχτα, το φεγγάρι που μεσουρανούσε είδε δυο αλλόκοτες ονειρικές μορφές γυμνές πάνω σε πέτρινες αψίδες, να ατενίζουν την απέραντη θάλασσα. Κι ο ήλιος πήρε το μήνυμα του φεγγαριού και την ημέρα εκείνη άργησε πολύ, πάρα πολύ να σηκωθεί. Γιατί ήτανε η ημέρα που χρόνια αμέτρητα μια κατάρα την περίμενε για να σπάσει. Γιατί ήτανε η ημέρα που χρόνια αμέτρητα μια καινούρια ζωή την περίμενε για να ξεκινήσει.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου 
Share on Google Plus

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος30/8/17, 4:24 μ.μ.

    Είμαι φαν πια...!

    Δημήτρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τιμή μου. Λαδώνεις τα γρανάζια μου για να συνεχίζουν να δουλεύουν, σε ευχαριστώ, Δημήτρη!

      Διαγραφή

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.