Ο Γκιώνης



Ήταν δυο αδέρφια
πάντα αγαπημένα
Γκιώνη λεν τον ένα
Δήμο λεν τον άλλο
πρόβατα βοσκούσαν
σ άρχοντα μεγάλο

Κάποια μέρα ο Γκιώνης
δυο αρνάδες χάνει
ψάχνει δεν τις βρίσκει
τριγυρνάει και κλαίει
έρχεται στη στάνη
του αδερφού το λέει

Βρέθηκε κι εκείνος
στην κακή του ώρα
άδικα χολιάζει
σα θεριό θυμώνει
το μαχαίρι φόρα
και τον εσκοτώνει

Οι αρνάδες ήρθαν
πάλι στο κοπάδι
κι ο φονιάς τις βλέπει
στέκεται κλαμμένος
το κεφάλι γέρνει
παραπονεμένος

Κι ο θεός τον είδε
που κτυπάει τα στήθη
και πουλί τον κάνει
τι τον ελυπήθει

Και γι αυτό το βράδυ
άμα σκοτεινιάζει
το πουλί θλιμμένο
στο δεντρί κλαρώνει

Κι όλη νύχτα κράζει
Γκιώνη, Γκιώνη, Γκιώνη!

ποίημα, παραδοσιακό, άγνωστος δημιουργός (;) 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.