Καυλάντα ούμπερ άλες

Τώρα θα μου πεις, σιγά την ανακάλυψη. Όμως εντάξει, όταν ασχολείσαι για μεγάλο χρονικό διάστημα με τον έναν (που κι αυτός ασχολείται μαζί σου), όσο να ‘ναι, έχεις κάτι να γεμίζει ένα κομμάτι της ζωής σου κι έτσι αργείς να καταλάβεις ότι γύρω σου οι άνθρωποι επιλέγουν να βυθιστούν στη μοναξιά τους, απομονώνονται στο μικρόκοσμό τους, τον φτιάχνουν όσο μπορούν πιο μίζερο, προσαρμόζονται εκεί και θωρακίζονται από την πιθανότητα οποιασδήποτε παρέμβασης, γιατί μόνο εκεί νιώθουν ασφαλείς.
Μόνο εκεί στην απομόνωση υπάρχει ασφάλεια, όταν αρνούμαστε να δώσουμε χρόνο, φροντίδα κι όσα χρειάζεται να δώσουμε σε κάποιον που, επιστρέφοντάς μας τα ίδια, θα μας βοηθήσει να νιώσουμε συναισθηματικά ασφαλείς ή μήπως θα ήμασταν απλώς αφελείς, άλλωστε το πάθαμε κι εμείς και κάποια στιγμή μας τελείωσε η ασφάλεια αυτού του είδους και δε μας άρεσε καθόλου.
Πρέπει να το πάρω απόφαση. Ζούμε στην εποχή της άσκοπης καυλάντας. Και, με τη λογική ότι θα δούμε την πούτσα του αλλουνού και θα στάζουμε τρεις μέρες, πήξανε τα ίνμποξ στην ντικ πικ. Στείλε μου τα βυζιά σου, θα σου στείλω το πουλί μου, να αδειάσουμε, να ξεφορτωθούμε τον πόνο που εκδηλώνεται με τη μορφή της καύλας, η καύλα να περάσει, ας παραμείνει ο πόνος, κι ας κάνουμε μισές δουλειές, καθώς το παυσίπονο μπορεί να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα, όχι όμως και τα αίτια που τα προκαλούν, για τα οποία απαιτείται ειδική θεραπεία κι εμείς δεν είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε τη θεραπευτική αγωγή, η οποία ωστόσο, αν πιάσει, μαθαίνεις ότι πέθανε ο Μητσοτάκης ένα χρόνο μετά, τυχαία σε μια συζήτηση ή δεν παίρνεις χαμπάρι ότι οι “παραιτηθείτε” έχουν πάλι μάζωξη, κι ακόμη κι αν βρεθείς στο Σύνταγμα εκείνη τη στιγμή, μπορεί να τους περάσεις για τίποτα τουρίστες που φέρανε την ανάπτυξη. Αν δεν πιάσει, θα επιμείνουμε στα παυσίπονα μέχρι να γίνει μόνιμη η βλάβη και να μην αποκαθίσταται ούτε με χειρουργείο. Κι εκεί είναι που το σκέφτεσαι και λες ότι δεν είναι καιρός για πειράματα κι ας προχωρήσουμε κατευθείαν στην επέμβαση της αφαίρεσης της οργάνου που προκαλεί τον πόνο. Κι ας μείνεις μισός.
Ξεκαύλωμα και τίποτα πιο πέρα απ’ αυτό. Και τι διάολο τον θέλεις τον άλλον και δεν το κάνεις μόνος σου; Τόσα τσοντοσάιτ μπορούν να βοηθήσουν να ξεχαρμανιάσεις γρήγορα, εύκολα, ανέξοδα και, κυρίως, ανώδυνα. Τα αγγίγματα είναι ικανά να φέρουν οικειότητα και είναι περιττά, οι αγκαλιές δεν έχουν καμία αξία, άσε που μπορεί και να τις συνηθίσεις και στο τέλος να τον χρεωθείς. Καλύτερα να λείπουν.
Δε θέλουμε να νοιαστούμε για κανέναν και κανείς να μη νοιαστεί για μας, την ησυχία μας να έχουμε. Δε θέλουμε να μοιραστούμε τίποτα και με κανέναν. Δεν περισσεύει. Και δε θέλουμε τίποτα από κανέναν, δεν είναι καιροί για αλισβερίσια. Ό,τι έχω μου ανήκει κι ο εαυτός μου μού ανήκει, σιγά μη σου χαρίσω κάνα κομμάτι του και να μην μπορώ να το αναπληρώσω, τι θαρρείς πως είμαι; φυτό να με κλαδέψεις και να φουντώσω;
Κι έτσι κλεισμένοι στους θλιβερούς μας εαυτούληδες, αδυνατούμε να κοιτάξουμε πιο πέρα κι έτσι γινόμαστε ακόμα πιο μόνοι, ακόμα πιο θλιβεροί. Και συνεχίζουμε να υπάρχουμε, σαπίζοντας στο κενό μας. Κενοί, στυγνοί, στεγνοί και μόνοι, περιμένουμε κάποιο ξύπνημα ίσως, αγνώστου είδους, που δε λέει να συμβεί.
Πρέπει να το πάρω απόφαση. Ζούμε στην εποχή της άσκοπης καυλάντας. Πήξανε τα ίνμποξ στην ντικ πικ. Τι δράμα! Τόσες πούτσες διαθέσιμες κι ούτε μια αγκαλιά.


Νάντια Κατσαρού
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.