Μύθοι μ' ήθη, παραμύθι- Οι εραστές του μεγάλου Χειμώνα



Περνώντας έξω από το γραφείο του βαρόνου καθώς επέστρεφε στο δωμάτιό της, αναρωτήθηκε αν ήταν μέσα. Χτύπησε την πόρτα διστακτικά. Της άνοιξε αργοπορημένα, τη στιγμή που γύρναγε να φύγει. Πάλι έτρεμε, παρόλο που δεν την άγγιξε καθόλου. Ο βαρόνος τάισε το τζάκι με ξερά κλαριά, θέλοντας να της δώσει τη δικαιολογία πως έτρεμε από το κρύο. Δεν ήταν σίγουρη πώς έγινε και βρέθηκαν για μια αμήχανη στιγμή ο ένας απέναντι στον άλλο, πάντως το τρέμουλό της μετατράπηκε αμέσως σε πυρκαγιά. Το διαισθάνθηκε κι εκείνος και απομακρύνθηκε από κοντά της με σπασμωδικές βιαστικές κινήσεις. Σωριάστηκε στο γραφείο του και κατέβασε ένα ποτήρι απ το ποτό του με όλα του τα κόκαλα σφιγμένα.

«Λοιπόν, Ρουσώ, τι θα θελες να απολαύσεις σήμερα;», κατάφερε να τη ρωτήσει με επαρκή τυπικότητα τελικά.

«Ένα βιβλίο», απάντησε εντελώς αυθόρμητα εκείνη, αρχίζοντας πια να θυμάται πώς να συνομιλεί.

Της είχαν μάθει να διαβάζει και να γράφει στη μονή, για να μπορεί να αντιγράφει τα ιερά κείμενα, αλλά ποτέ της δεν είχε διαβάσει κάτι άλλο πέρα από παραβολές, καταλόγους με αμαρτίες και τις τιμωρίες τους και φοβερές απειλές για την κόλαση και τα βασανιστήριά της. Ο βαρόνος την κοίταξε με ένα ξαλαφρωμένο χαμόγελο. Αυτό μάλιστα, ήταν κάτι απλό. Και είχε και το κατάλληλο βιβλίο γι αυτήν, έναν αφορισμένο τόμο με ερωτικά ποιήματα και διηγήματα που το είχε γράψει κάποιος ανισόρροπος ευγενής μέσα από το ψυχιατρείο. Το βιβλίο είχε τον τίτλο «Οι εραστές του μεγάλου χειμώνα», χαραγμένο ανάγλυφα πάνω σε μπορντό δερμάτινο εξώφυλλο, κι ήταν ραμμένο με χρυσές κερωμένες κλωστές που πότιζαν σιγά σιγά τις κόχες των σελίδων σαν στάλες κολασμένου ιδρώτα. Το έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου και το έσπρωξε προς το μέρος της με την κρυφή ελπίδα να το ανοίξει και να διαβάσει έστω λίγες γραμμές μπροστά του. Σαν να άκουσε τις σκέψεις του η Ρουσώ έπιασε το βιβλίο στα χέρια της κι εκείνο άνοιξε από μόνο του σε μια σελίδα που είχε τσακίσει.

«... και θα σε ποτίσω αχόρταγη γη μου,
όχι μονάχα με τους σπόρους,
μα με κάθε σταγόνα του κορμιού μου.
Αναστεναγμούς θα σε σπείρω,
τα βογγητά σου θα θερίσω.
Και η συγκομιδή μου θα ναι
απ όλων των ειδών οι ηδονές,
οι αποδεκτές μα κι οι ανεπίτρεπτες,
οι ανθρωπινές μα κι οι απάνθρωπες.
Αχ, πώς να στο υποσχεθώ,
πώς να σε κάνω να πιστέψεις;
Την τελευταία σου ανάσα θα ανασάνω,
να σε κατασπαράξω, να χορτάσω.
Γιατί άλλο τρόπο δεν γνωρίζω
για να σου δείξω πόσο σε ποθώ
από το να σε αφανίσω και να αφανιστώ...».

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, "Μύθοι μ' ήθη, παραμύθι", σελ.41-43
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.