Μια φορά κι έναν καιρό στην μυθική επαρχία του Λεκαρντέ...



Εκείνη την εποχή οι προφορικές διαδόσεις ήταν ο πιο εύκολος και γρήγορος τρόπος να επιβάλλονται οι νέες ή παλιότερες πεποιθήσεις, οι νεογέννητες ιδεολογικές σοφιστείες ή οι μισοξεχασμένες στο υποσυνείδητο αρχαίες δοξασίες.


Όποιος είχε τη δύναμη να εξαπολύσει μια φήμη, κρατούσε στα χέρια του τον κόσμο ολόκληρο. Και η επαρχεία του Λεκαρντέ ήταν μια περιοχή ποτισμένη μέχρι κορεσμού από μύθους, θρύλους, φήμες και διαδόσεις. Το παράδοξο ξεχείλιζε από τα παράθυρα των σπιτιών.


Οι παλιές θρησκείες κρατούσαν και βύζαιναν στα στήθια τους τον νεόκοπο χριστιανισμό, χορταίνοντάς τον με γάλα και αίμα. Δεν υπήρχε πόρτα που να μην έκρυβε έναν ιερέα, μια ιερόδουλη ή ένα ιερό μυστικό. Ακόμα και οι πύλες του Μοναστηριού πάνω στο λόφο, σφάλιζαν γύρω από μουρμουρητά ακατάληπτων προσευχών, στεναγμούς ηδονών και θροΐσματα αρχέγονων τελετών.


Δυο εξουσίες κρατούσαν την πλάστιγγα στην μεγάλη και πλούσια επαρχεία. Η μία ήταν ο Βαρόνος του Λεκαρντέ, που λογοδοτούσε απευθείας στο Βασιλιά. Η άλλη ήταν η Ηγουμένη του Μοναστηριού, που λογοδοτούσε απευθείας στο Θεό.


Λεγόταν πως οι δύο αυτές ισχυρές μορφές της περιοχής αντιμάχονταν για την εδραίωση του θώκου τους, σπέρνοντας όλες εκείνες τις φήμες που στοίχειωναν κάθε σπιθαμή της πανάρχαιας γης.


Μα, όπως σοφά επίσης λέγεται, κάτω από τον καπνό αναζήτα πάντα μια φωτιά, έστω και μια μικρή αθώα σπίθα. Η αλήθεια κρύβεται σαν διαμάντι μέσα σε θρυμματισμένο πάγο, ανάμεσα σε ίσκιους ή μέσα σε νεφέλες. Το φως του ήλιου δεν την ευνοεί, γιατί, όπως μια άλλη φήμη λέει, η Αλήθεια είναι μια κακάσχημη γριά μέγαιρα, που ψεύτικα διαδίδει πως είναι πεντάμορφη καλόκαρδη και νια, μόνο και μόνο για να την αναζητούν όλοι.


Εμείς πάλι εδώ δεν έχουμε κανέναν ιδιαίτερο λόγο να κοπιάσουμε ψάχνοντας για την σπίθα της αλήθειας. Σαν ελαφρώς τεμπέληδες κι αγαθοί παραμυθάδες, μας καλοπιάσαν με ένα φίλεμα να πούμε ένα παλιό λησμονημένο παραμύθι. Ένα παραμύθι που ο χρόνος το τρύπησε με τις λεπίδες του και ρήγματα ανοιχτά χάσκουν σαν μπαλώματα στο μπερντέ του.


Πιάσε λοιπόν μαζί μου τις βελόνες σου, πιάσε μπογιές και κόλλες και χρυσά σιρίτια, χάντρες κι αστέρια, γούνες, πούπουλα. Κι άιντε να φύγουμε, να το μπαλώσουμε το κουρελιάρικο το παραμύθι μας, να διασκεδάσουμε και να το φτιάξουμε στα μέτρα μας, να μας αρέσει, να μας συνεπάρει, να μας διδάξει την σοφία μας και μόνο. Και να μας παίξει μια παράσταση στερνή, ένα έργο αφιερωμένο αποκλειστικά σε εμάς, εμάς τους ονειροβάτες θεατές του.


Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Μύθοι μ΄ήθη, παραμύθι, εισαγωγή


η εικόνα είναι από έργο του Παρασκευά (δεν ξέρω απώνυμο) από έκθεση που έγινε στο μεσαιωνικό κάστρο της Πάφου το καλοκαίρι του 2013





Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.