Λύκε λύκε, είσαι εδώ;






Στο κλαμπ η βαριά ατμόσφαιρα μυστηρίου με την κατανυκτική και σκληρή μουσική, τα αργά φωτορυθμικά, οι αλλόκοτοι σιωπηλοί θαμώνες μαζί με τη γλυκιά γεύση της παγωμένης μαυροδάφνης και του σοκολατένιου καπνού μάγεψαν τις αισθήσεις της μικρής Θεανώς και την έκαναν να μοιάζει με άγγελο χαμένο μέσα σε ένα κολασμένο πάρτυ. Η φαντασία της κάλπαζε σε παραμυθένια δάση με ανθρώπους λύκους, με μαγικά ποτάμια που χύνονταν από τον ουρανό και δράκους που ερωτεύονταν γοργόνες. Κολυμπούσε σε ένα τέτοιο ποτάμι και η ορμή του την παρέσερνε όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος. Κι έκλαιγαν με βραχνή φωνή οι δαίμονες, γιατί οι άγγελοι πρόδωσαν την αγάπη τους. Και ούρλιαζαν θλιμμένα οι νεκροί, για την ανάγκη τους να αγγίξουν τους ζωντανούς. Και τα πουλιά φτεροκοπούσαν από πόνο και χαρίζανε το αίμα της καρδιάς τους σε κάποιο κόκκινο τριαντάφυλλο. Κι οι εραστές αγαπιούνταν ως το θάνατο κι ακόμα παραπέρα. Κι ο θάνατος ο ίδιος δάκρυζε γιατί παράφορα αγαπούσε τη ζωή που τον αρνιότανε. Κάπου στις τρεις το πρωί, μεθυσμένη από τη μουσική και τη μαυροδάφνη, η Θεανώ ανακάλυψε πως είχε μείνει μόνη. Ο Δημήτρης με την Ισμήνη κάπου είχαν σίγουρα ξεμοναχιαστεί για να παιδέψουν τον νεοφώτιστο έρωτά τους, η Ζωή φλέρταρε με έναν νεαρό γκοθά από τη διπλανή πόλη κι ο Στέλιος εντελώς φέσι είχε αποκοιμηθεί πάνω σε έναν πέτρινο καναπέ με σκαλισμένες νεκροκεφαλές και λουλούδια. Κι εκείνη τη στιγμή της μοναξιάς, μια αφόρητα θελκτική δαιμονική μορφή πέρασε φευγαλέα από δίπλα της, σαν όραμα βγαλμένο από την παιδική φαντασία της. Μύριζε λιβάνι, φωτιά και άγριο σκοτεινό δάσος. Ένα απαλό σούσουρο σαν αχός την ακολούθησε, κι όλοι άρχισαν μετά από λίγο να κινούνται προς την κατεύθυνση που είχε χαθεί. Ακολούθησε κι η Θεανώ υπνωτισμένη, και βρέθηκε μετά από έναν σκοτεινό διάδρομο σε μια λίγο μεγαλύτερη αίθουσα με ξύλινο πάλκο, κλειδωμένη ως τώρα πίσω από βαριές σκαλιστές δρύινες πόρτες. Μια κιθάρα πάνω σε μια καρέκλα κι ένα μικρόφωνο φωτίζονταν από έναν μικρό προβολέα. Ο σαγηνευτικός μαυροντυμένος άντρας με την γκρίζα μακριά κοτσίδα και τις αναγεννησιακές φαβορίτες έδωσε ένα σάλτο και ανέβηκε στο σανίδι με χάρη χορευτή. Το στενό μαύρο κολάν άφηνε να φανούν οι κινήσεις των μυών του κάτω από το ύφασμα. Μαύρες βελούδινες κορδέλες ήταν πλεγμένες στην παχιά γκρίζα πλεξούδα των μαλλιών του. Το πουκάμισο ανοιχτό μέχρι την κοιλιά, μισόκρυβε ένα μεγάλο τατουάζ, κάτω από μαύρες ζωώδεις τρίχες. Έπιασε την κιθάρα στα χέρια του κι έκατσε στην καρέκλα σιωπηλός και αγέλαστος, μα τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να είχε προϊδεάσει τη Θεανώ γι αυτό που θα ακολουθούσε.
   Έσκυψε το βαμμένο σαν λύκου πρόσωπο πάνω στην κιθάρα του για λίγο, σαν να προσευχόταν στην ιερότητά της, κι ύστερα ύψωσε το κεφάλι και δυο μάτια με άσπρους φακούς επαφής προκάλεσαν ψίθυρους κι ανατριχίλα σε  όλους. Η Θεανώ νόμιζε πως κοιτούσε κατευθείαν πάνω της. Κι ύστερα μακριά δάχτυλα ντυμένα με μυτερά μεταλλικά νύχια πλησίασαν ευλαβικά την κιθάρα. Αηδόνια κελάηδησαν πεθαίνοντας πάνω στις χορδές του, Ιούδες πρόδωσαν Χριστούς με απόηχα φιλιά και ξερά κλαδάκια τσάκισαν κάτω από μπότες βέβηλων εισβολέων. Σφύριξε ο άνεμος ανάμεσα σε δέντρα υστερικός και λυκοκούταβα έκλαψαν για μάνα. Κι όταν τα χείλη του άνοιξαν αργά και φούσκωσε το στήθος του με αέρα, μια βαθιά τρομακτική φωνή συνόδεψε την ηδονή της μελωδίας του κι έκανε μάτια να δακρύσουν και γόνατα να τρέμουν. Σφαλιάρα τη χαστούκισε η απωθημένη παιδική ανάμνηση κι ούρλιαξε κοροϊδευτικά μες στο κεφάλι της. «Είδα το λύκο! Είδα το λύκο!». Γύρισε την πλάτη της κι έφυγε απ την αίθουσα παραπατώντας. Ήθελε να φύγουν όσο γινόταν γρηγορότερα, μα έκανε ώρα να βρει την Ισμήνη και τον Δημήτρη. Και μετά, ώσπου να συνεφέρουν λιγάκι και τον Στέλιο, η μουσική σώπασε και ο κόσμος άρχισε να φεύγει. Η Θεανώ ένιωσε πάλι την μεθυστική παρουσία να περνάει από δίπλα της και σαστίζοντας για μια στιγμή φώναξε στους άλλους να την περιμένουν στο αμάξι κι έτρεξε πίσω από τον ζωντανό της εφιάλτη. Τον είδε να μπαίνει στις τουαλέτες και ντράπηκε λίγο που τον παρακολουθούσε. Περίμενε δυο λεπτά απέξω κι όταν βγήκε τον ακολούθησε ξανά. Έξω από το μαγαζί έστριψε προς το δάσος και μπερδεύτηκε η μορφή του με τα πρώτα δέντρα. Το καλοκαίρι τελείωνε και τις πρωινές ώρες είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα. Η Θεανώ έτρεξε. Μα για να κάνει τι; Ούτε κι εκείνη ήξερε. Όταν ο Λύκος πετάχτηκε πίσω από έναν κορμό και της έδειξε τα δόντια αγριεμένος, η καρδιά της έπεσε στο στομάχι της απ την τρομάρα και κοκάλωσε απέναντί του.
   «Τι θες από μένα;», της είπε πιο ήρεμος, μα όχι λιγότερο άγριος.
   «Σ... συγνώμη. Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη», τραύλισε η Θεανώ, κι ο Λύκος έδειξε να ξέρει πολύ καλά πoια ήταν.
   «Ζήτα συγνώμη από τους φίλους σου, όχι από μένα. Εκείνοι πρέπει να σε συγχωρέσουν για όσα πέρασαν», της είπε σκληρά, μα όταν την είδε να κλαίει σιωπηλά αναστέναξε και μαλάκωσε κάπως το βλέμμα του.
   «Τράβα σπίτι σου μικρή. Μη βασανίζεις το μυαλουδάκι σου. Ήσουνα παιδί, δεν μπορούσες να κρίνεις».
   Γύρισε για να φύγει, μα σαν να το μετάνιωσε την ξανακοίταξε για μια στιγμή και συμπλήρωσε χαμηλόφωνα.
   «Αν κάτι φταίει είναι οι προκαταλήψεις και η άγνοια, κι όχι εσύ». Ύστερα χάθηκε μέσα στο δάσος, αφήνοντάς την με ένα παραλυτικό συναίσθημα χαρμολύπης στην ψυχή κι ένα κλαμένο χαμόγελο στο πρόσωπο.


Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Λύκε λύκε, είσαι εδώ; απόσπασμα
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.