Guitar X.






Ο χρόνος περνάει γρήγορα.. πολύ γρήγορα.. τρέχει σαν ορμητικός ποταμός.
Και μέσα του κυλούν κι όλα όσα έχουμε ζήσει… ανακατεμένα σαν να αιωρούνται  στην ορμή μιας δίνης.
Δεν προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις πως τα φύλλα έχουν αρχίσει να πέφτουν , πως ο αέρας σε ξύριζε το πρωί βοηθώντας το τσουχτερό κρύο να σου παγώσει το πρόσωπο….. και «τσουπ» νάσου ξανά το πράσινο ξαναγίνεται πράσινο και τα λουλούδια σκεπάζουν πάλι τα λιβάδια.  Ούτε μετά προλαβαίνεις να καταλάβεις πότε έφτασε το καλοκαίρι που θα προλόγιζε κατά το τέλος του το «νέο» φθινόπωρο, κι εσύ θα έμενες  στο παράθυρο να μετράς  τις ήσυχες ώρες,  τις ελεύθερες πτώσεις των φύλλων που θα σκέπαζαν το βρεγμένο χώμα.
Έπρεπε ωστόσο να αποδεχτώ πως ο Max δεν ήταν πια κοντά μου.
Ένα περίπου χρόνο μετά και κανείς δεν θα μου χτυπούσε την πόρτα στις 9 και 25 λεπτά ακριβώς, και κανένα βήμα πάνω στο ξύλινο πάτωμα δεν θα διέκοπτε τη μαραθώνια σιωπή του σπιτιού.
Καθόμουν κι «άκουγα» τη σιωπή και μου φαινόταν παράξενη σα γριά που προσπαθούσε επίμονα αλλά μάταια να τακτοποιήσει το μισοφόρι της.
Μου βάραινε το στήθος η απουσία του Max.
Τριγύριζα το σπίτι ανακαλύπτοντας τη σιωπή που αφήνουν πίσω τους όσοι φεύγουν για να μην ξανάρθουν  ποτέ, και πόνεσα.
Γυρεύεις παντού, σε κάθε γωνιά με το βλέμμα. Το βλέμμα παγιδευμένου ζώου που το κατασπαράσσει η γύμνια των τοίχων.
Ήθελα να πιστέψω πως θα γίνονταν όλα πάλι όπως πριν, μα τίποτα μέσα μου δεν θα έμενε ίδιο, όσο κι αν θα μπορούσε να επαναληφθεί….
Εξάντληση και πόνος.
Κάτι μέσα μου είχε σπάσει ξανά.
Έψαξα πάλι με το βλέμμα μου γύρω , και τα μάτια μου στάθηκαν ολόγιομα σε μια για χρόνια ακίνητη βαριά πολυθρόνα , που πάνω της αναπαυόταν η Χ.  Έμοιαζε ν’ αδιαφορεί παντελώς για ότι περνούσα, και λίγο έλειψε να νιώσω μίσος γι αυτήν.
Όμως μια ακατανίκητη δύναμη με έσπρωξε σαν ένα δυνατό άτι να με κλώτσησε ξαφνικά, και βρέθηκα κοντά της.
Άρχισα να την  χαϊδεύω. Τότε ένιωσα την αποκάλυψη… Βούρκωσαν τα μάτια μου κι η ψυχή μου γαλήνεψε.. Η τρομερή θύελλα και το βάρος στο στήθος μου καταλάγιαζαν… αποκοιμιόνταν…
Τα δάχτυλά μου γλίστρησαν στις χορδές των μαλλιών της, και μια γλυκιά βροχή από ήχους πλημμύρισε το σπίτι.
Τα είχα χαμένα … ήμουν εκτός εαυτού, λουσμένος από ιδρώτα κι αγωνία.
Άρχισα να μιλάω, κι άκουγα όσα έλεγα γιατί η Χ. μου είχε δώσει μια φωνή και μια γλώσσα. Μου είχε δανείσει την ψυχή και τα δάκρυά της.
Τότε μέσα σε μια στιγμή κατάλαβα τι είχε γίνει για μένα η Χ.
Με μέθυσαν ο πόνος κι η χαρά μαζί.
Συνειδητοποίησα ξαφνικά τη δύναμή μου… με είχε κάνει δυνατό μια μυστική δύναμη.
Δεν ήξερα να πω αν απλά είχα φτάσει εγώ με κόπο ως εδώ, ή αν η Χ. είχε καταφέρει τούτο το θαύμα…

Γιώργος Χρηστάκης
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.