Μισή δραχμή η τούμπα






Η εξουσία τους πάνω στον άλλο, είναι κάτι σαν ένα μαχαίρι στο λαιμό.
Όμως δεν είναι τίποτα άλλο από μια απλή σύμπτωση, απόρροια της αδυναμίας του άλλου…
Άρπαζαν ότι έβρισκαν μπροστά τους, απλά έτσι για να έχουν λάφυρα, με τα μάτια κλειστά, φυσικό για όσους μπαίνουν στη μάχη μέσα στο σκοτάδι.
Εκεί πιο πέρα ήταν και τα χωριά του σκότους…
Από κάτω τους κυλούσε ένας ποταμός. Από ψηλά φαινόταν σαν ξετυλιγμένο πελώριο φίδι.
Από πάνω στο βουνό οι άρπαγες έβαζαν φωτιές …
Τούτο το χωριό ήταν μικρό και τα νέα ταξίδευαν γρήγορα...
Βλαστημούσαν όλοι κι ήταν τρομαγμένοι…
Λίγες μέρες μετά έπρεπε να προχωρήσουν στην επόμενη υπομονετική ερημιά.
Απόγνωση τους είχε σκεπάσει, έτσι όπως σκεπάζει η θάλασσα τον δύτη την ώρα που βουτάει…
Καιρό μετά ήρθαν οι ειδήσεις.. Είχαν ψοφήσει όλα τα γαιδούρια στο χωριό.. ίσως και τα άλλα ζώα… Μα τα γαιδούρια ήταν τα χρησιμότερα όλων.
Τότε είδα ένα πελώριο χέρι ν’ απλώνεται , κι έτσι όπως σήκωσα το κεφάλι μου φαινόταν πως αγκάλιαζε το δάσος, τα βράχια και τη θάλασσα.. Στιγμές κουνούσε το μεσαίο δάχτυλο σαν να έκανε τη γνωστή πρόστυχη χειρονομία.  Σαν να απευθυνόταν στο θάνατο που είχε στήσει ενέδρα…
Η γη όμως εκείνη τη μέρα έδειχνε ήρεμη και φωτεινή, κι όλες τούτες οι ασχήμιες φαινόταν να την προσβάλλουν.
Είχε φανεί το κακό…., είχε βγει απ’ το απύθμενο σκοτάδι της καρδιάς τους.
Γυρίσαμε το κεφάλι κοιτώντας πίσω προς το δάσος τρομαγμένοι, λες περιμέναμε μιαν απάντηση από κάπου…
Μια μακάβρια ένδειξη εμπιστοσύνης τριγυρνούσε στο μυαλό.. Το μυαλό… πόσες τρελές ιδέες του έρχονται κάποτε…
Αλλά η απόλυτη σιγή μας προσπερνούσε κι ύστερα στεκόταν ασάλευτη κι ατένιζε εμπρός μας, και περίμενε….  μ’ εκείνη τη δική της την ιώβεια υπομονή…
Μας ακολουθούσαν πάντα δυο γελοίες ανισομεγέθεις σκιές, που σκέπαζαν τα χορτάρια και τις σκλήθρες, περνούσαν ανάμεσά τους χωρίς όμως να τα μετακινήσουν  χιλιοστό.
Πέρασαν δυό μήνες ακριβώς απ’ τις φωτιές και τις αρπαγές κάτω στα χωριά του σκότους..
Κι είχαμε κάνει πολύ κόπο να φθάσουμε ως εδώ…
Ήταν στιγμές που πέρναγε μπροστά σου ολόκληρη η ζωή σου τρέχοντας…  Σαν αγιασμένη μυρωδιά βασιλικού, που ανακάτεψε στο πέρασμά του ο μικρός τυμπανιστής με τις μπαγκέτες του.
Κι ήταν και κάποιες άλλες που σου φαινόταν ξένη… να στέκεται να σε κοιτά να χορεύεις σαν τη μαϊμού.
Να κάνεις τα δικά σου κόλπα ….
-    Κύριε εκεί στο καλαθάκι κάτω στο χώμα.
Μισή δραχμή η τούμπα ….

Γιώργος Χρηστάκης
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.