Αγάπη και Έρωτας, Πατήρ Υιός και Άγιο Ψέμα, απόσπασμα




Η συγκυρία δεν ήταν η κατάλληλη για έρωτες, όμως είναι γνωστό πως η αγάπη είναι γιατρός και του κορμιού και της ψυχής. Ήταν και ο φόβος και η ανησυχία, που σε έκαναν να θέλεις κάποιον να αγκαλιάσεις, να νιώσεις πως σε αγαπούν και σε χρειάζονται, πως έστω κάτι παραμένει ίδιο σε έναν κόσμο που ανατρέπεται και σε τρομάζει. Το ένιωσαν αυτό πολλοί τη νύχτα εκείνη, και σμίξαν τα ζευγάρια απελπισμένα. Κι όσοι ήταν μόνοι βρήκαν φίλους, συγγενείς, αδέλφια ή έστω μια εφήμερη παρέα για να περάσουν την τελευταία νύχτα ειρήνης στον πλανήτη.

Ακόμα και ο θεός τους ένιωσε βαριά τη μοναξιά του απόψε, κι αν είχε εκατό χρόνια να επισκεφτεί έναν ναό αφιερωμένο στο όνομά του, τη νύχτα αυτή, αθέλητα σχεδόν υπέκυψε στον πόνο και το πάθος και γύρεψε την αγκαλιά μιας ιέρειας. Μιας ιέρειας του έρωτα, μιας γυναίκας που είχε επιλέξει να περιμένει, να τον περιμένει να έρθει να την κάνει αυτός δική του.

Ήτανε πάντα αντίθετος με αυτές τις παράλογες εκδηλώσεις αφοσίωσης, κι όποτε του δινόταν η ευκαιρία παρακινούσε τις κοπέλες των ναών να μην περιμένουν άσκοπα ένα φάντασμα, να βρίσκουν συντρόφους και να κάνουν οικογένειες. Μα κάποιοι ακόμη επέμεναν, εδώ και τετρακόσια χρόνια, να αφιερώνουνε κορίτσια στις μονές. Άραγε ήταν πραγματικά δική τους η απόφαση, είχε πολλές φορές αναρωτηθεί, ή τις ανάγκαζαν με έμμεσο τρόπο να υποκύψουν σε αυτή την απομόνωση σαν ύστατή τους λύση επιβίωσης;

Πλησίαζε το μεσημέρι όταν ανέβηκε τα σκαλιά του πιο παλιού ναού που είχε χτιστεί στα περίχωρα πριν την πόλη. Το πέτρινο κτήριο με τους μεγάλους πρασινισμένους από την υγρασία ογκόλιθους ήταν πνιγμένο στα δέντρα και τον κισσό, και αν δεν τό ξερε ήδη, γρήγορα βεβαιώθηκε πως τα μόνα ζωντανά πλάσματα στο ναό ήταν οι σκίουροι και τα πουλιά στα δέντρα.
Παρόλα αυτά μπήκε μέσα όπως το χε σκοπό και πήγε κατευθείαν στο άδυτο. Κι αν έμοιαζε εγκαταλειμμένος από χρόνια ο ναός, προσφορές υπήρχαν ακόμα σε πιθάρια και σταμνιά. Κάποιο από αυτά, ακόμη σφραγισμένο με κερί, ήταν γεμάτο ρουμπινί γλυκό κρασί από σταφύλια και μαύρα μούρα. Πήρε τη στάμνα αγκαλιά ο γεροδαίμονας και βγήκε στον κατάφυτο κήπο.

Έκατσε σε ένα τούβλινο πεζουλάκι που κύκλωνε γύρω-γύρω τον παχύ κορμό ενός γέρικου πλάτανου, με χαμηλωμένα κάποια απ τα κλαδιά του ως κάτω στη γης, σαν ευλαβικούς προσκυνητές. Ήταν σαν ένας θρόνος ζωντανός εκείνο το προστατευμένο από τα βλέμματα πράσινο και χαλκοντυμένο καταφύγειο. Οι ακτίνες του Άστρου της ημέρας χρύσιζαν φύλλα πορτοκαλιά και καφετιά και τα πιο πράσινα από αυτά λαμπύριζαν σε αποχρώσεις ασημιές.

Ήθελε να μεθύσει γρήγορα κι όσο περισσότερο μπορούσε κι άφησε το γλυκό βαρύ κρασί να κυλήσει στο λαρύγγι του σαν νερό. Ο ήλιος έκαιγε στο απομεσήμερο, και οι ήχοι σύντομα άρχισαν να απαλαίνουν και να βαθαίνουν σαν μυστηριακές φωνές μιας χορωδίας φαντασμάτων.

«Ήρθατε να μου κάνετε παρέα;», μουρμούρισε ήδη μεθυσμένος ο Άγιος Ποταμός, κι ήπιε κι άλλο κρασί αχόρταγα, να διώξει τον εαυτό του ολωσδιόλου από μέσα του, να σβήσει από την μνήμη του οτιδήποτε θα έκανε μετά.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, "Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα", απόσπασμα
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.