Νυχτερινοί επισκέπτες








Τον κοιτούσα και δεν μπορούσα να το πιστέψω… δεν το χώραγε ο νους μου.
Στεκόταν εκεί μπροστά μου παρδαλοντυμένος, σα να είχε δραπετεύσει από κανένα θίασο σαλτιμπάγκων, ενθουσιώδης, εκθαμβωτικός.
Η ίδια η ύπαρξή του ήταν εντελώς ανέλπιστη, ανεξήγητη, σχεδόν ανεπίτρεπτη…!
Ολόκληρος ένα άλυτο αίνιγμα. Φαινόταν αδιανόητο πως είχε επιζήσει.
Η εκτυφλωτική του λάμψη τύλιγε τα πολύχρωμα ρούχα του, την έσχατη ορφάνια της μποεμοαλήτικης ζωής του, την μοναξιά του.
Κι όμως απροσδόκητα επιζούσε… επέμενε εκεί αγέρωχος, αμέριμνα ζωντανός, αποδεδειγμένα άτρωτος χάρη στα πάθη του και την αποκοτιά του.
Με συνεπήρε κάτι σαν θαυμασμός, σαν ζήλια.
Η λάμψη του τον έσπρωχνε μπροστά, τον διατηρούσε αλώβητο.
Δεν ζητούσε τίποτα από την άγρια ερημιά, μόνο λίγο χώρο για να αναπνέει μέσα του και για να τον διασχίζει.
Η μοναδική του ανάγκη ήταν να υπάρχει και να συνεχίζει το δρόμο του με το μεγαλύτερο δυνατό κίνδυνο.
Το ανυστερόβουλο, το πιο αμόλυντο πνεύμα της περιπέτειας κατοικούσε μέσα του.
Σχεδόν τον φθονούσα για τη σεμνή και πεντακάθαρη φλόγα του.
Έμοιαζε να είχε καταναλώσει κάθε έννοια του εγώ τόσο απόλυτα, ώστε και την ώρα που σου μίλαγε, την ώρα που ήταν μπροστά στα μάτια σου, ξεχνούσες ότι ήταν αυτός ο ίδιος άνθρωπος που είχε περάσει όλα αυτά.
Δεν ζήλευα όμως ένα πράγμα… την αφοσίωσή του σ’ εκείνη.
Δεν την είχε σκεφθεί, ούτε την είχε σχεδιάσει ή επιδιώξει. Του είχε απλά συμβεί και την είχε δεχτεί με μια ολοπρόθυμη μοιρολατρία.
Καμιά φορά φαινόταν να ήταν ότι πιο επικίνδυνο του είχε συμβεί ως τότε.
Είχαν συνδεθεί μοιραία, σαν δυό καράβια απαγκιασμένα, που βρέθηκαν κοντά κι ο καιρός τα έκανε να κολλήσουν σιγά σιγά.
Φαντάζομαι πως είχαν ανάγκη από ακροατήριο. Μιλούσαν ακατάπαυστα , και σιωπούσαν υπέροχα.
Μια φορά είχαν διανυκτερεύσει  στο δάσος. Πέρασαν όλη τη νύχτα μιλώντας. Μιλούσαν για τα πάντα και συχνά για τίποτα. Έμοιαζαν σαν μια ανάμνηση που είχε φέρει ένα νυχτερινό όνειρο.
Η νύχτα έμοιαζε πως κράτησε μια ώρα… «Είχα ξεχάσει πως υπάρχει ύπνος» φώναζε..
«Με έκανε να δω πράγματα, πράγματα»… Άνοιξε διάπλατα τα χέρια κι έστρεψε στ’ άστρα τα βαριά γυαλιστερά του μάτια.
Εγώ κοίταξα γύρω μου και – δεν ξέρω γιατί- , αλλά σας λέω ειλικρινά, ποτέ, ποτέ άλλοτε εκείνος ο τόπος, κι ο θόλος εκείνου του φλεγόμενου ουρανού, δεν μου φάνηκαν τόσο σκοτεινά, τόσο αδιαπέραστα για την ανθρώπινη σκέψη, τόσο αδυσώπητα για την  ανημποριά του ανθρώπου.
«Και από τότε φυσικά είσαι συνέχεια μαζί της» … είπα ..!

Γιώργος Χρηστάκης


Στο άτομο που «Με έκανε να δω πράγματα, πράγματα»..
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.