Ενήλικοι εφιάλτες






Πήρα ένα φανάρι και κίνησα μέσα στη νύχτα. Έβρεχε πολύ. Η ομίχλη έπεφτε σαν γκρίζο δίχτυ και με τύλιγε.
Δεν γινόταν να προσανατολιστώ, δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου, αν και ο προσανατολισμός δεν ήταν και το πιο δυνατό μου σημείο. Θα μπορούσα να χαθώ μέσα σε δύο οικοδομικά τετράγωνα.
Ο αέρας ούρλιαζε κι έριχνε σα χαστούκι τη βροχή στο πρόσωπό μου. Σκόνταψα πολλές  φορές μα δεν έπεσα. Μάλλον παρά  τρίχα τη γλίτωσα μια φορά , μα το έσωσα τελευταία στιγμή.
Τα χορτάρια ήταν μουσκεμένα. Γλιστρούσε πολύ. Κι εγώ αντι να πηγαίνω προσεκτικά σιγά σιγά, είχα πάρει φόρα και δεν σταματούσα με τίποτα. Ίσως γι αυτό δεν κατάλαβα έγκαιρα πως είχα χαθεί. Τότε φοβήθηκα λίγο. Δεν υπήρχε και ψυχή πουθενά γύρω να ρωτήσω. Κι από την άλλη μέσα σ’ αυτό το χαμό έτρεμα στη σκέψη μήπως συναντήσω κάποιον.
Αδύνατο να προσανατολιστώ. Έκανα κύκλους μέσα στη νύχτα και την ομίχλη,  κι η βροχή με είχε μουσκέψει ως το κόκκαλο. Έκανε κρύο και το σώμα μου άρχισε να σπαράσσει  από ρίγη.
Μου έρχονταν στο νου τα φαντάσματα και οι μάγισσες που τριγυρίζουν τη νύχτα και αρπάζουν τους ταξιδιώτες που έχουν χάσει το δρόμο τους και τους ρουφάνε το αίμα.
Ξαφνικά είδα ένα μακρινό φως .
Κοντοπλησίασα και τότε είδα ένα σπίτι.
Χτύπησα την πόρτα. Άνοιξε μια γυναίκα.
Στην αρχή δεν με είδε γιατί κοιτούσε ψηλά. Όταν όμως με αντίκρισε ούρλιαξε τρομαγμένη και τραβήχτηκε μέσα στο σπίτι αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Μάζεψα θάρρος και μπήκα με την ελπίδα να βρω τον άντρα της να τον ρωτήσω ποιο δρόμο έπρεπε να πάρω γιατί είχα χαθεί.
Είδα τη γυναίκα να στέκει δίπλα στην αναμμένη κουζίνα της κι είχε  μια έκφραση γεμάτη τρόμο η μορφή  της. Στη φωτιά έβραζε μια κατσαρόλα… και πεινούσα σαν λύκος.  Πλησίασα να της εξηγήσω τι μου συνέβαινε κι εκείνη άρπαξε την κατσαρόλα κι έριξε όλο το περιεχόμενό της στο πρόσωπό μου. Ούρλιαξα και λιποθύμησα.
Πέρασα επτά μέρες μεταξύ ζωής και θανάτου. Το έγκαυμα είχε καλύψει το πρόσωπό μου με φυσαλίδες. Ήρθε κάποτε ο γιατρός κι ήταν απόλυτος. Έπρεπε να μεταφερθώ στο πιο κοντινό νοσοκομείο.
Εκεί έμεινα επτά μήνες, σε μια πελώρια αίθουσα που βρωμούσε φάρμακα. Οι νύχτες δεν περνούσαν κι οι ώρες ήταν αβάσταχτα αργές.
Τα έβαζα με τη μοίρα μου . Ευτυχώς με φρόντιζε ένας καλός γιατρός. Μπόρεσα κάποτε να γυρίσω σπίτι.
Ήμουν τόσο άσχημος πια. Έμοιαζα με τα σκίτσα του Γκόγια που σου προκαλούν ρίγος και σου δίνουν μια πρόγευση της κόλασης.
Η εικόνα μου τρόμαζε ακόμη κι εμένα. Δεν τολμούσα πια να κοιταχτώ στον καθρέφτη.
Ανάθεμά σε γυναίκα…. Εσύ κι η κατσαρόλα σου…

Γιώργος Χρηστάκης
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.