Ψυχανάλυση κι ότι προκύψει



   Ο Σέρτζιο Αλεχάντρο, κατά κόσμον Σέργιος Αλεξόπουλος είχε στα σαράντα πέντε του κατασταλάξει σε δύο βίτσια στη ζωή του. Την πλαστοπροσωπία και το χωρίς ηθικούς φραγμούς σεξ. Άνθρωπος ιδιαίτερα ευφυής, είχε χωρίσει συνειδητά τη ζωή του σε δυο εντελώς διαφορετικά και σχετικά αντικρουόμενα μέρη. Το πρωί ήταν ο καλοσυνάτος και αφελής καθηγητής μοντέρνας λογοτεχνίας στο τμήμα φιλολογικών σπουδών του ΤΕΙ Κοζάνης. Ένα ντροπαλό και ευάλωτο πλάσμα που συχνά έπεφτε θύμα καζούρας μέσα στην τάξη του κι αντιμετώπιζε τα πειράγματα των συναδέλφων του. Τα βράδια άλλαζε χαρακτήρα και ντύσιμο, άφηνε τα μαλλιά και τα μυαλά του ελεύθερα και μετατρεπόταν σε κυνηγό απαγορευμένων απολαύσεων. Έδινε άφεση αμαρτιών στον εαυτό του βέβαια, επιμένοντας νοερά πως η ακόρεστη και καταπιεστική ανάγκη του να παριστάνει την αναίσθητη μηχανή του σεξ του έδινε τις εμπειρίες και το απαραίτητο υλικό για να γράφει ως Αλεχάντρο τα ερωτικά μυθιστορήματα που τον είχαν κάνει εξαιρετικά πλούσιο. Είχε είκοσι χρόνια σχεδόν που εξασκούσε την τέχνη του, από τα είκοσι πέντε του περίπου. Ο πρόωρος θάνατος των γονιών του τον είχε αφήσει κληρονόμο μιας χρηματοβόρας ακίνητης περιουσίας αλλά και ενός ανικανοποίητου παιδικού πόθου για τη γονική στοργή και τρυφερότητα που η αυστηρή δεσποτική οικογένεια του είχε στερήσει. Τα τελευταία χρόνια είχε ανακαλύψει έναν πολύ βολικό και ολοκαίνουριο τρόπο να βρίσκει τις ερωτικές συντροφιές του. Το διαδίκτυο! Έριχνε τα δίχτυα του προσεκτικά, πάντα με το συγγραφικό του ψευδώνυμο, αποπλανούσε, έπειθε, παρέσερνε νεαρές γυναίκες για να ικανοποιήσει τα ασυνήθιστα γούστα του. Σπάνια εννοείται επικοινωνούσε ξανά με κάποια από αυτές, ακόμα κι αν του το ζητούσαν. Συνήθως η ψυχαναγκαστική του πειθώ έχανε τη δύναμή της μετά από μια ασελγή και πολλές φορές βάναυση νύχτα που άγγιζε τα όρια του βιασμού. Αυτό που τον ικανοποιούσε περισσότερο δεν ήταν η πράξη αυτή καθαυτή αλλά η διαδικασία του ξελογιάσματος. Αν έπεφτε πάνω σε κάποια εξίσου βιτσιόζα έχανε αμέσως κάθε ενδιαφέρον. Αυτό που τον εξιτάριζε ήταν να στερεί από τις γυναίκες την αθώα ρομαντική τους αντίληψη για τον έρωτα και να βλέπει στα μάτια τους την κρυμμένη απέχθεια και τον φόβο. Να τις βλέπει να κάνουν κάτι που δεν θέλουν, μόνο για χάρη του!
  
   «Είναι για το καλό σου», υποστήριζε πάντα.
Θεωρούσε πως τους έκανε καλό με αυτόν τον τρόπο, διδάσκοντάς τους την σκληρή πραγματικότητα και το θάρρος να αρνούνται ότι τις καταπίεζε. Τα τριάντα ένα μυθιστορήματα σεξ και βίας που είχε γράψει μέσα στα είκοσι αυτά χρόνια ήταν ακόμη μια ανταμοιβή για να απαλύνει τις όποιες τύψεις τον ενοχλούσαν αδιόρατα.

   Εκείνο το καλοκαίρι έγραφε ένα ιδιαίτερα σκληρό μυθιστόρημα, με ομοφυλοφιλικές όπως πάντα και μαζοχιστικές αναφορές κι έψαχνε εναγωνίως να βρει τα θύματα για την πρακτική εφαρμογή του βιβλίου του. Συνήθως του έπαιρνε περίπου ένα μήνα για να πείσει μια ανίδεη κοπέλα να συναινέσει στις φαντασιώσεις του. Η Λίτσα και η φίλη της η Ξένια, φοιτήτριες και οι δυο, τον είχαν ταλαιπωρήσει πάνω από σαράντα μέρες, κι είχε χρησιμοποιήσει όλα του τα τερτίπια και τις ικανότητες για να κανονίσει τελικά ένα ραντεβού μαζί τους.
  
   «Είναι κάτι που θα σου αλλάξει τη ζωή, στο υπόσχομαι», είχε σβήσει τους τελευταίους δισταγμούς της Λίτσας στο τελευταίο τους μήνυμα.
   Η βραδιά ήταν όντως μια αποκάλυψη, γεμάτη λαγνεία και ικανοποίηση για τον Σέργιο, αλλά ντροπή και εξευτελιστική αδυναμία για την Λίτσα και την Ξένια. Καταστρέφοντας ανεπανόρθωτα τη μέχρι τότε σχέση τους παρακολούθησε ηδονικά την προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν σεξουαλικά η μία την άλλη.
   «Θέλω να παλέψετε για να με κερδίσετε», τις διέταξε να χτυπήσουν η μια την άλλη, παριστάνοντας πως τσακώνονται για το ποια από τις δύο θα πήδαγε πρώτη.
  
   Τελικά πήρε τη μια από πίσω και χρησιμοποίησε τη δεύτερη για σφουγγαρόπανο, για να γλύψει τα προϊόντα της εκσπερμάτωσής του. Προς στιγμήν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα αποχαιρέτησε τις δυο κοπέλες και το μόνο για το οποίο μετάνιωσε αργότερα ήταν που δεν είχε πηδήξει και τη Λίτσα. Το σκεφτόταν συχνά μέσα στα επόμενα χρόνια, πώς θα ήταν άραγε να την είχε πάρει κι εκείνη. Μια τρελή εμμονή τον έκανε να την επιθυμεί αφόρητα, λες και εκτός από μουνί και κώλο εκείνη θα είχε κάτι αλλιώτικο, κάτι που οι άλλες γυναίκες δεν είχαν. Γέλασε με τον εαυτό του, όμως επέλεξε να κρατήσει την ανάμνησή της ως μέρος της ζωής του τρυφερού Σέργιου κι όχι του ανήθικου Σέρτζιο.
  
   Τώρα, δέκα χρόνια μετά, πενηνταπεντάρης και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης πια, η σταδιακή σωματική φθορά έφερνε όλο και πιο κοντά τις δυο άκρες της προσωπικότητάς του. Ως Σέργιος Αλεξόπουλος είχε πια μια δυνατή προσωπικότητα και αξιοσέβαστη αντιμετώπιση από όλους. Αλλά και ως Σέρτζιο Αλεχάντρο, η ωριμότητα και η επικείμενη στέρηση των ερωτικών απολαύσεων είχε δώσει στο γράψιμο αλλά και στην αντίληψή του ένα βάθος και μια ποιότητα που τον αποδέσμευαν από τη συνήθη αναλγησία του. Καταλάβαινε πως αργά ή γρήγορα οι σεξουαλικές του περιπέτειες θα έφταναν στο τέλος τους και θα έπρεπε να αρκεστεί σε ότι είχε αποκομίσει στη ζωή του. Αυτό, χωρίς να το περιμένει, του έδινε αβάσταχτη θλίψη και μια αίσθηση κενού και ανεκπλήρωτου. Τις τελευταίες μέρες, πάνω σε μια κρίση συναισθηματισμού είχε αποφασίσει για πρώτη φορά στη ζωή του να αναζητήσει μια ερωτική σύντροφο για τον Σέργιο και όχι τον Σέρτζιο. Μέσα στους φιλολογικούς και συγγραφικούς κύκλους που κινούταν, διατυμπανίζοντας την αβάσταχτη μοναξιά του, δέχτηκε έναν καταιγισμό μηνυμάτων από μορφωμένες μοναχικές κυρίες κάθε ηλικίας. Το ενδιαφέρον του τράβηξε αμέσως μια τριανταπεντάχρονη ψυχολόγος, η Λία, χωρισμένη από ότι του έγραψε και με έναν δεκαεξάχρονο γιο.
  
  «Η ζωή είναι αβάσταχτη χωρίς αγάπη», του είχε γράψει σε ένα από τα πρώτα τους μηνύματα, κι ο Σέργιος μόλις άρχιζε να αντιλαμβάνεται το πόσο δίκιο είχε.
  
   Η γνωριμία τους έφερε μια καθημερινή γραπτή επικοινωνία, που έκανε τον Σέργιο να νιώθει απίστευτα γεμάτος και ευτυχής. Έμπαινε στο φέισμπουκ με λαχτάρα, περιμένοντας τα μηνύματα της Λίας. Σιγά σιγά η επικοινωνία τους έγινε ερωτική, ξενυχτούσαν συζητώντας και ποθώντας ο ένας τον άλλο. Μέχρι και για τον έφηβο γιο της, τον Αλέξανδρο, είχε αρχίσει να νιώθει ενδιαφέρον, συμβουλεύοντάς τον για εργασίες στο σχολείο του και για το πώς να αντιμετωπίσει την ζηλιάρα κοπέλα του. Μια απίστευτη μεταμόρφωση έδινε στον Σέργιο τη δυνατότητα να γίνει επιτέλους ο άνθρωπος που κατά βάθος πάντα ήταν. Αποφάσισε να αποχωριστεί την γκρίζα πια χαίτη του και να αποδεχτεί την ηλικία του. Του ήταν αδύνατον πια να συνεχίσει το μυθιστόρημα που δούλευε. Έσβησε το Σέρτζιο Αλεχάντρο από το γραπτό του και διέγραψε σχεδόν τις μισές παραγράφους. Αλλά για να γράψει ούτε κουβέντα. Ένα μήνα αφότου είχαν αρχίσει να επικοινωνούν με τη Λία, εκείνη του αποκάλυψε πως είχε ήδη κάποια σχέση και πως δίσταζε να τη διαλύσει. Μαχαιριά στην καρδιά έφαγε ο Σέργιος.
  
   «Σε θέλω μόνο δική μου», την παρακάλεσε στο επόμενο μήνυμα.
  
   «Ίσως θα ήταν καλύτερα να συναντηθούμε και οι τρεις για να λυθεί αυτό το ζήτημα οριστικά».
  
   Ο Σέργιος προκειμένου να συναντήσει τη Λία δέχτηκε τελικά να επισκεφτεί την διεύθυνση που του έδωσε. Φτάνοντας στο διαμέρισμα που του είχε πει, βρήκε τη Λία με μια αέρινη ρόμπα να κάθεται άνετα στον καναπέ. Ένας θεόρατος μαυριδερός τύπος με πρασινωπά μάτια του άνοιξε την πόρτα και τον υποδέχτηκε ενοχλητικά φιλικά.
  
   «Έλα, κάτσε, αγάπη μου, μη ντρέπεσαι», του πρότεινε η Λία μια θέση στα δεξιά της, ενώ ο Κεμάλ, όπως τον αποκάλεσε σε κάποια άγνωστη αραβόφωνη γλώσσα, έκατσε αριστερά της.
   Τους φίλησε στο στόμα, πρώτα τον ένα και μετά τον άλλο, κι ο Σέργιος σοκαρισμένος σηκώθηκε για να φύγει.
  
   «Δεν είμαστε παιδιά, Σέργιε. Είμαστε ενήλικες μορφωμένοι άνθρωποι. Η ηθική δεν είναι παρά ρευστοί κανόνες που βοηθούν στην απλοποίηση της ζωής μας», του είπε αποστομωτικά και τον φίλησε τόσο παθιασμένα που όποιες ενστάσεις είχε σπάσανε.
  
   Άρχισε να τον γδύνει αργά, κι είδε το κορμί του να επιδεικνύει μια έξαψη εικοσάχρονου. Τον άγγιξε με τη γλώσσα της και τον έκανε να νιώσει πως θα λιποθυμούσε
από επιθυμία. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξανανιώσει έτσι. Στην ουσία ο Σέργιος Αλεξόπουλος, σε αντιδιαστολή με τον Σέρτζιο ήταν ένας πενηνταπεντάχρονος παρθένος. Και μετά η Λία άνοιξε τα πόδια της στον Κεμάλ και ξεσχίστηκε σαν πουτάνα. Ξεσχίζοντας και την ψυχή του Σέργιου. Κι όταν αφού είχε γαμήσει την γυναίκα που αγαπούσε ο Κεμάλ έδειξε την επιθυμία να γαμήσει και τον ίδιο, ο κύριος καθηγητής αποδέχτηκε σφίγγοντας τα δόντια τον απόλυτο εξευτελισμό και συγκράτησε τα δάκρυά του με κόπο. Ντύθηκε αμίλητος και έφυγε με το κεφάλι σκυφτό, συνειδητοποιώντας πως είχε πάρει ακριβώς αυτό που του άξιζε.
  
   Την επόμενη μέρα ένα μήνυμα της Λίας στο φέισμπουκ τον άφησε αποσβολωμένο.
  
   «Λία Δαβάκη δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως η Ευαγγελία Φανούς, η δεκαοχτάχρονη φοιτήτριά σου που πλήρωσε τον έρωτά της για σένα με τρία χρόνια ψυχανάλυση. Υπάρχει επίσης η εικοσιπεντάχρονη Λίτσα, η φίλη της Ξένιας που σπούδαζαν μαζί ψυχολογία. Υπάρχει και ο Αλέξανδρος. Όταν θα συνειδητοποιήσεις πως θα έπρεπε να λέγεται Αλέξανδρος Αλεξόπουλος, πέρνα από το γραφείο μου για μια δωρεάν πολύωρη συνεδρία. Ψυχανάλυση και ότι προκύψει.»


Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.