Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ, διήγημα, μέρος γ΄




   Η ταυτότητά της ήταν βγαλμένη με το όνομα του παππού της, το πατρικό της μάνας της, κι έτσι καμία σύνδεση δεν θα μπορούσε να χε κάνει ο Κόμης με εκείνο το παλιό γεγονός.
  
   «Ήρθες να πάρεις εκδίκηση;», τη ρώτησε προβληματισμένος.
  
   «Ναι. Όχι. Δεν ξέρω. Μάλλον ήθελα να διαπιστώσω αν μπορώ να το κάνω. Πέρασα κοντά δέκα χρόνια απ τη ζωή μου νιώθοντας ασίγαστο μίσος για σένα. Προετοιμαζόμουν για να σε σκοτώσω. Μέχρι πριν λίγους μήνες, που άρχισα να συνειδητοποιώ πως ο φονιάς ήταν ο πατέρας μου τελικά. Και όχι εσύ. Μπλεγμένη υπόθεση».
  
   «Ο πατέρας σου ήταν απλά απερίσκεπτος. Ίσως να θελε να γίνει ήρωας για χάρη σου, μικρή», της σήκωσε το σαγόνι με αυθόρμητη τρυφερότητα και σκούπισε μια σταγονίτσα που πήγε να κυλήσει από το μάτι της.
  
   «Ώστε δεν ξέρεις;», τον άφησε πάλι σε αγωνία.
   Κούνησε το κεφάλι του με απορία.
  
   «Ήταν στημένο. Κάποια γερμανική εταιρία. Πολλά λεφτά. Βρήκα τα μέιλ που του είχαν στείλει, όλες τις πληροφορίες για σένα. Λέγανε για συμφέροντα, για επιτόκια, για εξωτερική πολιτική, για δείκτες στο χρηματιστήριο. Και επίσης αναφέρανε και όλες τις επιχειρήσεις που σου ανήκουν, όλους τους εργαζόμενους που δουλεύουν σε αυτές, όλα τα έργα, τα ιδρύματα, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα πάντα».
   Ο Κόμης έσκυψε το κεφάλι σαν να ένιωσε εκτεθειμένος. Ή σαν να ντράπηκε, λες και οι αγαθοεργίες του ήταν πιο ανήθικες από τις παρανομίες του.
  
   «Δεν είμαι παρά ένας εγκληματίας, μην το ξεχνάς», προσπάθησε να φανεί σκληρός μα δεν τα κατάφερε.
  
   «Ναι, είσαι ένας εγκληματίας. Ένας εγκληματίας που πουλάει όπλα σε σκλάβους μισοτιμής. Που πουλάει ναρκωτικά σε διεφθαρμένους δικαστές, δημοσιογράφους και υπουργούς. Ένας εγκληματίας που τα μπουρδέλα του ανήκουν στις πουτάνες τους. Ένας εγκληματίας που για ότι καλό γίνεται σε αυτόν τον τόπο, έχει βάλει το μαχαίρι στο λαιμό σε κάποιους για να το κερδίσει. Που ασκεί πιέσεις στο εξωτερικό για ευνοϊκότερη αντιμετώπιση των εθνικών συμφερόντων της χώρας».
  
   «Έχω δώσει διαταγές να σκοτωθούν άνθρωποι», συνέχισε ηδονικά ο Κόμης, σαν να εξιλεωνόταν για όλα με εκείνη την εξομολόγηση.
  
   «Ναι... άνθρωποι. Παιδεραστές, προδότες, πουλημένοι δικαστές, δουλέμποροι».
  
   «Ξέρεις πολλά για μένα που δεν θα πρεπε. Έστω και ένα μυρμήγκι να σε έχει πάρει είδηση, αύριο θα βρίσκεσαι πεταμένη σε ένα χαντάκι», την προειδοποίησε αναστενάζοντας.
  
   «Κράτα με τότε κοντά σου, να δουλέψω για σένα», του είπε χαμηλόφωνα και λαχανιασμένα.
   Ο Κόμης σηκώθηκε απότομα πάλι από το σκαμπό του μπαρ και της γύρισε την πλάτη πηγαίνοντας προς το γραφείο.
  
   «Ούτε στο ένα χιλιόμετρο μη με ξαναπλησιάσεις, μικρή. Θα το πληρώσεις με τη ζωή σου και δεν θα φταίω εγώ. Δεν μπορώ να κάνω την νταντά σου». Μπήκε στο γραφείο με μεγάλα γρήγορα βήματα κι έκλεισε και την πόρτα.
   Λίγες στιγμές αργότερα άκουσε την πόρτα να κοπανάει κλείνοντας πίσω από την Πέρσα, και τα τακούνια της να κατρακυλάνε στη σκάλα. Πήρε αμέσως τηλέφωνο τον Λεωνίδα, έναν από τους μπράβους του κλαμπ και του είπε να μην την αφήσει στιγμή από τα μάτια του.
   «Σαν να φυλάς εμένα», του είπε στο τέλος κι έκλεισε.  

................

   Μια εβδομάδα μετά, μια ψιλόλιγνη σκοτεινή φιγούρα κατέβηκε από ένα Dodge έξω από ένα Άλσος στην Αθήνα κι εξαφανίστηκε ανάμεσα στα δέντρα. Έκανε πολύ ψύχρα και κούμπωσε το παλτό μέχρι το γιακά. Έκατσε σε ένα σκοτεινό παγκάκι κι έτριψε τα χέρια του να ζεσταθούν. Άκουσε στο πλακόστρωτο βιαστικά βήματα από μπότες και σηκώθηκε με αγωνία. Είδε την Πέρσα που κοιτούσε ψάχνοντάς τον.
  
   «Εδώ, μικρή», τη φώναξε και την υποδέχτηκε με ένα συγκρατημένο χαμόγελο και ένα διστακτικό άγγιγμα στην πλάτη.
  
   «Γιατί ήρθες;», τον ρώτησε με κάποια σκληρότητα στη φωνή.
   Είχε λυτά τα μαλλιά στους ώμους της και φορούσε ένα μαύρο φουστάνι. Μύριζε τριαντάφυλλο.
  
   «Σου έφερα την ταυτότητά σου», απολογήθηκε, και άπλωσε το χέρι να της τη δώσει.
  
   «Έχω άλλη», τον ξάφνιασε για άλλη μια φορά.
  
   «Κράτα τη να με θυμάσαι», συνέχισε νευρικά και κοίταξε τριγύρω με υποψία.
  
   «Είμαστε μόνοι», την διαβεβαίωσε.
  
   «Είσαι βλάκας», του απάντησε και τον κοίταξε στα μάτια με αγωνία.
   Κι έγινε, αυτό που δεν γινότανε ποτέ. Ο Κόμης έκλεισε τα μάτια του και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της σαν παιδί που δεν έχει φιλήσει ξανά. Το άγγιγμα.... η ανάσα της μέσα στο στόμα του... η άκρη της γλώσσας της που έψαξε τη δική του κι έλιωσε πάνω της... Την τράβηξε βίαια  και την έσφιξε πάνω στο κορμί του, πίεσε τη λεκάνη της πάνω στη δική του, να την κάνει να νιώσει το πώς άλλαζε η σάρκα του και πέτρωνε κι αναζητούσε διέξοδο απ τη φυλακή της. Την οδήγησε σαν να χορεύανε ταγκό και κόλλησε την πλάτη της πάνω σε μια θεόρατη λεύκα. Ξερά φύλλα έπεσαν στα κεφάλια τους. Οι γλώσσες τους ήταν πια δυο κορμιά αυτόνομα, όχι για να μιλούν πια μα για να αγγίζουν. Συνέχισε να τη φιλάει όσο το κορμί του την αναζητούσε κάτω από το φουστάνι της. Τη σήκωσε στα χέρια του σαν πούπουλο και την ανέβασε σε μια επίπεδη πέτρα για να μπορεί πιο εύκολα να μπει μέσα της. Οι κινήσεις τους ήταν τόσο νωχελικές κι αδιόρατες που έμοιαζαν σαν να φιλιούνται απλά αγκαλιασμένοι. Τα χέρια της είχαν χαθεί μέσα στο παλτό του, κάτω από το κατάλευκο πουκάμισο και έτρεχαν πάνω στο δέρμα του που έκαιγε. Τον αγκάλιασε σφιχτά. Βόγκηξε μέσα στο στόμα του  και τα πόδια της έτρεμαν καθώς τελείωνε μαζί του. Ιδρώτας κυλούσε στους κροτάφους τους και τους πάγωνε το μέτωπο. Την κατέβασε απαλά από την πέτρα και κούρνιασε τη λαχανιασμένη του ανάσα πάνω στο λαιμό της που παλλόταν με ορμή. Σαν σφυριές στο κορμί χτυπούσαν οι φλέβες τους.
  
   «Μισώ να με αγγίζουν», ψιθύρισε μόλις λιγάκι ξελαχάνιασε.
  
   «Μα πιο πολύ πια μισώ να μη σε αγγίζω».
  
   «Ποτέ δε φοράς λευκά», σιγογέλασε πάνω στο στέρνο του.
  
   «Ποτέ δεν είχα λόγο να φορέσω».
   Έμειναν εκεί, αγκαλιασμένοι, κι έμοιαζαν σαν να ήταν δυο ξέγνοιαστοι έφηβοι, για ώρα. Ένας φόβος όμως τους έπνιγε, σαν να το ξεραν πως όταν χώριζαν δε θα αντάμωναν ξανά. Είπαν πως θα βρισκόντουσαν σύντομα.
  
   «Θα σε ειδοποιήσω εγώ, να περιμένεις», της είπε λίγο πριν χωρίσουν κι έβγαλε από μια τσέπη μέσα απ το παλτό του το όπλο της και της το έδωσε.
   Στάθηκε στο μισοφωτισμένο πλακόστρωτο δρομάκι και την κοιτούσε που απομακρυνόταν προς την έξοδο. Σκέφτηκε να τρέξει να τη σταματήσει και να την βάλει μέσα στο αμάξι να την πάρει μαζί του αυτή τη στιγμή. Αλλά δεν πρόλαβε. Προτού ακόμα χαθεί η μορφή της από τα μάτια του, ένιωσε μια παρουσία πίσω του και κατάλαβε. Ήταν άοπλος. Σήκωσε τα χέρια του αργά και γύρισε να αντικρύσει την κάννη που τον σημάδευε...

συνεχίζεται

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

για το μέρος α΄εδώ
για το μέρος β΄εδώ 
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.