Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ, διήγημα, μέρος δ΄- τελευταίο



Προτού ακόμα χαθεί η μορφή της από τα μάτια του, ένιωσε μια παρουσία πίσω του και κατάλαβε. Ήταν άοπλος. Σήκωσε τα χέρια του αργά και γύρισε να αντικρύσει την κάννη που τον σημάδευε. Έλαμψε για μια στιγμή το σπαθί πάνω στο στήθος του, καθώς η σφαίρα του έσπαγε τα πλευρά και καρφωνόταν στο πνευμόνι του. Ένιωσε μόνο το τράνταγμα, λες κι ήταν ένα καΐκι που το χε χτυπήσει κύμα, κι έσκυψε να δει τον κόκκινο κύκλο πάνω στο ολοκαίνουριο άσπρο του  πουκάμισο. Του φάνηκε πως έπεσε σε πούπουλα, και πως τακούνια χόρευαν ταγκό στον ουρανό που στριφογύρναγε. Ύστερα άκουσε έναν κρότο.
  
   «Ώστε ο κόσμος τελειώνει με έναν κρότο», σκέφτηκε, κι ύστερα ένιωσε πως τα χείλη της Πέρσας φιλούσανε τρυφερά τα δικά του.
  
   «Αλμυρό φιλί», ψιθύρισε καθώς έκλεινε τα μάτια.

   ...............
 
   Η Πέρσα δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί από την είσοδο του Άλσους, όταν άκουσε τον πυροβολισμό. Έγινε κάτασπρη σαν νεκρή μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, και γύρισε τρέχοντας μανιασμένα πάνω στο πέτρινο μονοπάτι. Αυτό που είδε ήταν μια εικόνα βγαλμένη από μαύρο σουρεαλιστικό παραμύθι. Στο σημείο ακριβώς που τον είχε αφήσει, λίγα μέτρα μακριά από την ηδονική τους ευτυχία, ο Κόμης πεσμένος στο έδαφος, με τα χέρια και τα μάτια ανοιχτά και τα μαλλιά του μαύρα κύματα... το λευκό του πουκάμισο να κοκκινίζει αργά από έναν αιμάτινο κύκλο. Πάνω του έσκυβε ένα κατάμαυρο θηρίο από την κόλαση. Σήκωσε το όπλο και το πυροβόλησε στο κεφάλι χωρίς να το σκεφτεί, κόλλησε την καυτή κάννη πάνω στο χέρι της κι άφησε μετά το περίστροφο να πέσει κάτω. Σωριάστηκε πάνω στο ακίνητο κορμί κλαίγοντας και τον φίλησε απαλά στο στόμα πριν τα μάτια του κλείσουν. Τον άκουσε να ψιθυρίζει «αλμυρό φιλί», κι ύστερα έχασε τις αισθήσεις της.
  
   Την επόμενη μέρα από το πρωί σε όλα τα κανάλια γινόταν πανζουρλισμός. Ο Ηλίας Ρωμανός, ο πάμπλουτος γόνος της οικογένειας Ρωμανού, δισέγγονος και εγγονός στρατηγού, μοναχογιός καθηγητή Πανεπιστημίου και καταξιωμένου συγγραφέα και αξέχαστης κυρίας του θεάτρου, ιδρυτής και μεγάλος ευεργέτης πολλών κοινωφελών οργανισμών, σχολείων και νοσοκομείων και... και... και..., είχε πέσει νεκρός από τις σφαίρες αλλοδαπού σεσημασμένου κακοποιού μέσα σε γνωστό Άλσος της Αθήνας. Ο δράστης σκοτώθηκε από «περίστροφο αστυνομικού» στον τόπο του εγκλήματος. Ξαφνικά όλοι θυμήθηκαν τα βιβλία του πατέρα του και τις ερμηνείες της μάνας του. Κάποιο κανάλι που πήγε να αναφέρει κάτι για χαρτοπαικτικές λέσχες και οίκους ανοχής, το έκοψε πριν το αρχίσει. Την επόμενη Κυριακή θα τον κηδεύανε με δόξα και τιμές εθνικού ευεργέτη.
  
   Η Πέρσα έκλαιγε μισοναρκωμένη από τα ηρεμιστικά μέσα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Λεωνίδα, του πορτιέρη του Arcana. Ο Λεωνίδας ήταν ακριβώς από πίσω της όταν είχε πέσει πάνω στο ματωμένο κορμί του Κόμη. Είχε ανοίξει το κινητό και σε κάποιον μυστικό αριθμό είχε πει δακρυσμένος δυο λέξεις.
  
   «Κόκκινος κύκλος».
  
   Μετά την πήρε αγκαλιά και την έβαλε μέσα στο μαύρο Dodge του αφεντικού του, με προορισμό κάποιο απόμερο και έμπιστο κατάλυμα. Ωστόσο, δεν την αναζήτησε κανείς, καμία υπόνοια πως θα την κυνηγούσαν για ανθρωποκτονία. Όλα είχαν κουκουλωθεί με τρόπο μαγικό. Ο Λεωνίδας μιλούσε συνεχώς κι έστελνε μέιλ από το κινητό, ψύχραιμος και απαθής. Είχε μια ένταση συνεχώς στο βλέμμα του, σαν κυνηγόσκυλο σε φέρμα. Καμιά φορά όμως της έριχνε μια παρατεταμένη ματιά, κι ήταν τα στενά καταγάλανα μάτια του γεμάτα κατανόηση και καλοσύνη. Ύστερα απορροφιόταν πάλι στο κυνήγι του.
  
   Την ημέρα της κηδείας, έβγαλε απ την πρίζα την τηλεόραση κι έκατσε να της μάθει σκάκι με το ζόρι. Όταν εκείνη άρχισε να κλαίει, της έφερε χαρτομάντιλα και την ανάγκασε να του κάνει ρουά ματ. Πέρασαν έτσι δεκαπέντε μέρες, δεκαπέντε σκληρές και ξέχειλες από κενό μέρες. Δυο τρεις φορές την έβαλε να μιλήσει με τη μάνα της στο χωριό, φροντίζοντας να κάνει αισθητή την παρουσία του, για να νομίζουν οι δικοί της πως είχε εξαφανιστεί εξαιτίας κάποιου γκόμενου. Η Πέρσα είχε αρχίσει να ξαναβρίσκει την φυσική της περιέργεια και παρατηρητικότητα πια. Άρχισε από συνήθειο να παρακολουθεί τα τηλεφωνήματα του Λεωνίδα. Μια γλυκιά υποψία την ξαναζωντάνεψε, όταν κρυφάκουσε μια συνομιλία με κάποιο νοσηλευτικό κέντρο του εξωτερικού. Δεν ήξερε γαλλικά, αλλά από λίγες σκόρπιες λέξεις κατάλαβε πως ο Λεωνίδας ρωτούσε με ενδιαφέρον για την υγεία κάποιου.
  
   «Λέγε! Είναι ζωντανός;», του επιτέθηκε λίγες ώρες αργότερα.
  
   Ο Λεωνίδας δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Χαμογέλασε ευτυχισμένος, και το σκαμμένο λιονταρίσιο του πρόσωπο έγινε άξαφνα όμορφο σαν παιδιού.
  
   «Μη χαίρεσαι τόσο», την πείραξε στοργικά.
  
   «Θα κάνεις καιρό να τον ξαναδείς».
  
   Μα την Πέρσα δεν την ένοιαζε. Το μόνο που μέτραγε τώρα ήταν πως ο Κόμης ήταν ζωντανός και ότι κάποια στιγμή θα τον έβλεπε ξανά. Γιατί για κάθε έναν που τον μισούσε και τον έτρεμε πάνω σ αυτή τη γη, υπήρχε ένας άλλος που τον σεβόταν και τον λάτρευε. Κι η Πέρσα πια ανήκε σ αυτούς τους τελευταίους.

  Τέλος

  Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.