Τελούν άραγε υπό διωγμόν τα ανθρωπιστικά μαθήματα;






Σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή, σε μια δηλαδή κοινωνική και οικονομική συγκυρία που φαντάζει να υπονομεύει ποικιλοτρόπως την «εθνική μας κυριαρχία», φαίνεται πως αισθανόμαστε την ανάγκη να στηρίξουμε παρωχημένες ιδεολογίες ανασύροντας και πάλι με ευκολία τον πολιτισμικό μας εθνικισμό. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που στη σύγχρονη ιστορία μας ανατρέχουμε στην αρχαιότητα, για να αναζητήσουμε στηρίγματα με τρόπους που όχι μόνο δεν τιμούν το παρόν μας αλλά και υπονομεύουν και αυτό το ίδιο το μακρινό μας παρελθόν. Γιατί προσπαθούμε να κατασκευάσουμε εικόνες της αρχαιότητας, που λειτουργώντας αναπληρωματικά υπηρετούν σύγχρονες παθολογικές μας εκφάνσεις. Και σε αυτή την προσπάθεια προσδίδουμε στην αρχαιότητα υπερβατικές ιδιότητες, πολλές από τις οποίες επινοήθηκαν σε δίσεκτα χρόνια, όταν προσπαθούσαμε να καλύψουμε σοβαρές εθνικές, πολιτικές αλλά και εκπαιδευτικές ανεπάρκειες. Καταφεύγουμε έτσι σε όρους αλλά και σε ύφος που αναπαράγει ιδεολογήματα και στερεοτυπικές αντιλήψεις, που δυστυχώς δεν μας επιτρέπουν να συζητήσουμε και γιατί όχι να ανανοηματοδοτήσουμε τόσο θεωρητικά αλλά και μέσα από την εκπαιδευτική πράξη το μάθημα των αρχαίων ελληνικών και τη μορφωτική του αξία.

Εκτός εάν θεωρούμε δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο τον φρονηματιστικό και γλωσσοκεντρικό χαρακτήρα του μαθήματος, που, υπό το έμβλημα μιας ασαφούς ανθρωπιστικής παιδείας, στήριξε για πολλά χρόνια τον δογματικό τύπο  υποδοχής και προβολής της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας και Γλώσσας, όπως με ενάργεια απέδειξε ο  Μαρωνίτης, ένας μεγάλος δάσκαλος που μας άφησε πριν λίγο καιρό. Γιατί για τους νέους γλωσσαμύντορες φαίνεται ότι η αρχαιότητα συνεχίζει να αποτελεί μορφωτικό αγαθό-πρότυπο γλωσσικής και ανθρωπιστικής αγωγής με απόλυτη παραδειγματική ισχύ, που επιβάλλει  κατεστημένες πολιτισμικές ιεραρχήσεις. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την πρόσκληση που μας απευθύνουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων να ανακόψουμε την πορεία που οδηγεί στον «απορφανισμό της [εκπαίδευσής μας] από τις μεγάλες αξίες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας προς τις οποίες προσβλέπει η οικουμένη». Είναι οι ίδιοι που σε προηγούμενο κείμενό τους μας επεσήμαναν ότι «η ουσιαστική διαπαιδαγώγηση είναι βίωμα έμμεσο και καθημερινό, το οποίο αναλαμβάνουν οι πραγματικοί δάσκαλοι και τα κείμενα στα οποία η κλασική παράδοση απέσταξε τις αναλλοίωτες αξίες του ανθρωπισμού».

Τα ερωτήματα που προκύπτουν στο διαμορφούμενο πλαίσιο «διαλόγου» είναι πολλά.

-Ποιος τελικά υπονομεύει ουσιαστικά το μάθημα;

-Ποιος έφηβος θα πειστεί να εμπλακεί σε μια ανάγνωση, που έχει προκαθορίσει το αποτέλεσμά της και μάλιστα με τόσο μεγαλόστομο και στομφώδη τρόπο;

-Γιατί άραγε δεν λαμβάνουμε υπόψη μας τις ποικίλες διαφορετικές προσλήψεις «κλασικών» έργων, που θα μας επέτρεπαν να συνειδητοποιήσουμε τη μερικότητα της προσέγγισης, αλλά και την ιστορικότητα της ερμηνείας;

-Είναι θέμα απλώς προσκόλλησης σε κυρίαρχες για χρόνια προσεγγίσεις, που στην υπηρεσία της πολιτισμικής αναπαραγωγής επεδίωκαν την διατήρηση των παραδοσιακών αξιών και των «οικουμενικών» αληθειών;

-Ή μήπως αποτελεί εκδήλωση και ενός φθόνου απέναντι σε όσες νέες και όσους νέους αισθανόμαστε ότι μπορούν να απλώσουν τη σκέψη τους και να ορίσουν με διαφορετικούς όρους τον κόσμο τους αλλά και τη συνομιλία τους με το παρελθόν τους στις όποιες εκφάνσεις του;

Και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται όσο και οι ενστάσεις και τα επιχειρήματα στα οποία αυτές στηρίζονται.

Γιατί άραγε μόνο οι κλασικοί φιλόλογοι είναι οι «καθ’ ύλην αρμόδιοι» να αποφανθούν για το διδακτικό πλαίσιο του μαθήματος και την παιδευτική του αξία; Επιστρέψαμε άραγε σε προνεωτερικές εποχές τότε που η «αυθεντία» του δασκάλου εξαρτιόταν από την ακαδημαϊκή του γνώση και έναν τυπικό και αυστηρά προδιαγεγραμμένο τρόπο μετάδοσής της; Αυτοί είναι οι δάσκαλοι που θα εμπνεύσουν τους εφήβους σήμερα;

Γιατί «η  κατάργηση της αξιολόγησης […] μοιραία οδηγεί στη διδακτική του ακύρωση»;  Γιατί η όποια μορφή εναλλακτικής αξιολόγησης, που με κριτήριο την ποιοτική αποτίμηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας μας παρέχει στοιχεία ανατροφοδότησής της, «ενθαρρύνει τη ραστώνη,  επιβραβεύει  την ήσσονα προσπάθεια,  αποστρέφεται την αριστεία και εν τέλει μάχεται  την κοπιώδη αλλά  γοητευτική περιπέτεια της γνώσης»; Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι εκείνοι που δεκαετίες τώρα διαμαρτύρονται για την εξετασιοκεντρική οργάνωση του σχολείου, που τους μετατρέπει σε τεχνικούς της μάθησης με κύριο καθήκον να προετοιμάζουν τους μαθητές για τις εξετάσεις; Δεν αντιστρατεύεται μια τέτοια πρακτική την εκπαιδευτική διαδικασία, που μπορεί να αποκτήσει νόημα και συγκεκριμένο περιεχόμενο για το σύγχρονο μαθητή-αναγνώστη;

Εκτός εάν ο τίτλος του ειδικού στο γνωστικό αντικείμενο και του διαχειριστή-ελεγκτή της μάθησης φαντάζει πιο γοητευτικός πλέον στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της μέτρησης και της αποδοτικότητας.

Δεν συμβάλλουμε όμως με τέτοιες πρακτικές στη βελτίωση του σχολείου ούτε στην αναβάθμιση της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Ούτε αντιστεκόμαστε στον «διωγμό» των κλασικών γραμμάτων με παρωχημένα επιχειρήματα και μάχες χαρακωμάτων στις οποίες όλοι μας παρασυρόμαστε. Άλλα φαίνεται να είναι εκείνα που χρειαζόμαστε. Στοχαστική διερεύνηση και συζήτηση με διαφορετικούς όρους, χωρίς, όσο μπορούμε, εμμονές και ιδεοληψίες. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αναζητήσουμε τι είναι πραγματικά καλύτερο για όλα τα παιδιά. Μόνο μέσα από συλλογικό στοχασμό θα βρούμε και την τόλμη να το δοκιμάσουμε και να το αποτιμήσουμε. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο;

Του Βασίλη Τσάφου

Πηγή 
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.