Βιογραφία ενός μικρού κακού κοριτσιού, της Τριανταφυλλιάς Ηλιοπούλου




Τα μικρά κακά κορίτσια είναι σκληρά, μερικές φορές σιχαμερά και εξαιρετικά επικίνδυνα. Ζούνε σε έναν κόσμο γεμάτο τέρατα, σκουλήκια και φαντάσματα και ασχολούνται με γκροτέσκο παιχνίδια που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν εγκληματικά.
Ένα τέτοιο χαριτωμένο μικρό τερατάκι θα σας συστήσω απόψε. Το σκηνικό της πρώτης γνωριμίας μας ένα αχανές βιντάζ κατάστημα με είδη δώρων, όπου η μητέρα της ήρθε να ψωνίσει- αλλά όχι γι αυτήν. Δεν καταλαβαίνει γιατί είναι παράλογο να θέλει εκείνο το πανέμορφο ρολόι κούκο, για να το διαλύσει και να απελευθερώσει από μέσα το ξύλινο πουλί. Είναι κακιωμένη. Σουφρώνει τα χείλη.

Θα πάρω εκδίκηση σκέφτεται. Θα λερώσω το βρακί μου, αλλά όχι αμέσως. Κάτσε πρώτα να βγούμε από το μαγαζί και να κάτσω στο καροτσάκι μου- χεχε.

Ω! τι γλυκό κοριτσάκι. Πώς σε λένε αγάπη μου; Ρωτάει μια καλοντυμένη υπάλληλος.

Σκατά με λένε, απαντάει το κακιωμένο κορίτσι.

Η υπάλληλος γελάει. Ενδιαφέρον όνομα, και τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Σκατουλιέρα, επιμένει η μικρή.

Και τι επάγγελμα είναι αυτό; Τι θα κάνεις δηλαδή;

Θα μαζεύω από τους δρόμους κάτι όρθιες κουράδες που κυκλοφορούν ελεύθερες…. (σαν κι εσένα) θα συνέχιζε, αν η σωτήρια παλάμη της ντροπιασμένης μαμάς δεν της έκλεινε το στόμα.

Στο δρόμο για το σπίτι σκέφτεται πως θέλει να γίνει καπετάνιος σε πειρατικό καράβι, ή έστω κακιά μάγισσα που φτιάχνει μαγικά φίλτρα.  Τα μεσημέρια κάνει δοκιμές σε μικρά πλαστικά μπουκαλάκια. Διαλύει ληγμένα χάπια της γιαγιάς σε νερό και ρίχνει μέσα και κανένα άτυχο μικρό ζωύφιο, αράχνη, σκουληκάκι, σκαθάρι. Ύστερα τα αφήνει να ωριμάσουν στον ήλιο. Καμιά φορά δοκιμάζει κιόλας βουτώντας το δάχτυλο και γλείφοντάς το.

Το μικρό κακό κοριτσάκι μεγαλώνει και τώρα θέλει να γίνει κατάσκοπος και εξερευνητής. Κρύβεται συχνά κάτω από το τραπέζι όταν έρχονται γειτόνισσες  και ακούει όλα τα μυστικά. Αυτό είναι ένα πολύ καλό αβαντάζ για να ασκήσει πίεση όταν έχει βάλει στο μάτι τη νέα κούκλα Μπάρμπι κυνηγό θησαυρών, με μαστίγιο και καουμπόικο καπέλο. Αν τα μυστικά δεν φανούν αρκετά πιεστικά, τότε μπορεί να πλαντάξει στο κλάμα και να μην τρώει μέχρι να της έρθει ζαλάδα.

Τελευταία έχει αρχίσει να βλέπει και κάτι φρικτούς εφιάλτες με την πεθαμένη γιαγιά και προσπαθεί να πείσει τους γονείς της πως το φάντασμα της γιαγιάς έρχεται κάθε βράδυ και ζητάει να την πάρει μαζί της. Παλιόγρια! Δε φτάνει που πέθανε και τώρα έχει γεμίσει σκουλήκια σαν την ψόφια πάπια στο χωριό, την άφησε και χωρίς έστω ένα απόθεμα από μουστοκούλουρα! Άφησε μόνο κάτι τεράστιες βράκες και τσιμπιδάκια για τα μαλλιά. Και ποιος θα της λέει τώρα παραμύθια με πρίγκιπες και σπαθιά και δράκους; Ποιος θα μαγειρέψει ξανά εκείνο το κοκκινιστό κρέας με τα ολόκληρα κρεμμύδια και τα χοντρά μακαρόνια που την έκανε να ρεύεται και να κλάνει όλη μέρα; Απελπισία, πώς θα ζήσει τώρα χωρίς το πορδοφαγητό της γιαγιάς;

Τώρα πια έχει μεγαλώσει αρκετά και πάει σχολείο. Είναι πολύ καλή μαθήτρια αλλά το δάσκαλο πολλές φορές τον μισεί. Πώς τολμάει να της λέει τι να κάνει; Ποιος νομίζει πως είναι; Τον εκδικείται κάνοντας συνεχώς αταξίες και διακόπτοντας το μάθημα.

Τι θα κάνω με αυτό το παιδί; Μουρμουράει απογοητευμένη η μαμά.

Στις εκδρομές στην εξοχή δοκιμάζει να διαμελίσει μια χοντρή κατσαρίδα και μια γουρλομάτα σαύρα.  Ανάθεμα! Δεν θα το ξανακάνει ποτέ, το βλέμμα της σαύρας δεν της άρεσε καθόλου. Τώρα εκτός από το φάντασμα της γιαγιάς, την σκουληκιασμένη πάπια και τα ανθρωποφάγα ψάρια θα την κυνηγάει στον ύπνο της και η σουβλισμένη σαύρα…

Αρχίζει πια να αποκτάει ευαισθησίες για τα ζώα. Το πεθαμένο ποντίκι που πέταξε η μαμά στα σκουπίδια το μάζεψε τρυφερά στα χέρια και του έκανε μια πρώτης τάξεως κηδεία. Του έβγαλε και τραγούδι κιόλας. Αιωνία σου η μνήμη… Μετά πρέπει να έξυσε και τη μύτη της, γιατί από το κλάμα της έτρεξαν μύξες- χωρίς να πλύνει τα χέρια της βέβαια.

Έπεσε από τη σκάλα το καλοκαίρι κι έσπασε τα μούτρα της. Όλοι χέστηκαν από την τρομάρα τους, εκείνη βρήκε την ευκαιρία να ζητήσει ότι μαλακία έβλεπε και της γυάλιζε.  Ένα άχρηστο ψάρι μπαλόνι. Μα ψάρι; Γιατί ψάρι; Και την κοιτάει περίεργα μέσα στη νύχτα πάνω από το κεφάλι της. Ώρα να πεθάνεις ύπουλο ψάρι- χαχαχα.

Έχει ένα δικό της σουγιά πια και διάφορα κατασκοπικά σύνεργα. Σπίρτα για να ανάψει φωτιά άμα χρειαστεί. Κιμωλία για να γράψει μήνυμα στις πέτρες. Βελόνα και κλωστή για να ράψει τον κώλο της αν γκρεμοτσακιστεί στα κατσάβραχα που πιλαλάει. Καθρεφτάκι για να στραβώνει τα μάτια του εχθρού. Πόσο μα πόσο χειρότερο μπορεί να γίνει αυτό το κοριτσάκι πια;

Κι έρχεται και η ένδοξη εποχή της γενετήσιας συνειδητοποίησης ότι είναι γυναίκα. Η Μπάρμπι έμεινε έγκυος από την τρανσέξουαλ κολλητή της Σίντυ, αφού  της έκοψε τα μαλλιά και της ζωγράφισε γένια στα μούτρα. Ευτυχώς όταν την πάτησε το τεράστιο κίτρινο πλαστικό φορτηγό έχασε μόνο το ένα της πόδι, το μωρό γλίτωσε. Αλλά σε τέτοιο χάλι πού να μεγαλώσει παιδί; Θα το δώσει στο ορφανοτροφείο καλύτερα.

Η μικρή γειτονοπούλα που ήρθε να παίξουνε ρωτάει με απορία γιατί έχει βάψει μαύρο το πιπί της κουτσής Μπάρμπι.

Μα γιατί έτσι είναι, χαζή, εσύ είσαι μικρή ακόμα και δεν ξέρεις, να κοίτα το δικό μου!

Τώρα αρχίζει να σκέφτεται τρόπους να κατατροπώσει τα αγόρια. Δε χάνει ευκαιρία να κλωτσάει καλάμια και να ρίχνει σφαλιάρες, με τη δικαιολογία πως την πειράξανε. Φαντάζεται πως είναι γιατρός κι έρχονται στο ιατρείο της αγόρια να τα θεραπεύσει. Κι εκείνη τους κάνει μια ένεση στα απαυτά τους και πρήζονται και τσούζουν φρικτά και τα αγόρια χοροπηδάνε γύρω γύρω και φωνάζουν «Τσούζει, τσούζει!» Έλα να παίξουμε ενεσούλα τσούζει- τσούζει. Δεν θες; Καλά, έλα να παίξουμε θέατρο τότε, προσελκύει το ανύποπτο γειτονόπουλο. Όμως εκεί που παίζει θέατρο ο πρωταγωνιστής πίνει ένα ποτήρι νερό με δηλητηριασμένες αμοιβάδες. Α, πέφτει κάτω, κρατώντας το λαιμό του και τελικά μετατρέπεται σε μια τεράστια αμοιβάδα, σαν ομελέτα. Θρίαμβος! Η παράσταση είχε τεράστια επιτυχία. Θέατρο αμοιβάδα.

Στο τέλος της καριέρας του το μικρό κακό κορίτσι ανακάλυψε πως ήθελε διακαώς ένα πράγμα μόνο στη ζωή της, να κυνηγάει και να παλουκώνει βρικόλακες. Χώθηκε στο εργαστήρι του μπαμπά και με ράσπες μισό μέτρο, πριόνια, καρφιά και σφυριά κατασκεύασε τα πολύτιμα σύνεργα της δουλειάς της. Έναν ξύλινο σταυρό κι ένα τεράστιο μυτερό παλούκι που θα μπορούσε να το μπήξει και στη δική της την καρδιά αν άρχιζε να μετατρέπεται σε πτώμα. Πήρε τα σύνεργά της και ξεκίνησε το κυνήγι.

Από τότε χάθηκαν τα ίχνη της, πάνε κοντά τριάντα χρόνια.  Στοιχηματίζω όμως και το βρακί μου πως είναι κάπου εκεί έξω ακόμα στον άξιο αγώνα της, ποτέ δεν πρόδωσε τα ιδανικά της, ποτέ της δε μεγάλωσε, ποτέ δεν αγάπησε κανένα αγόρι κι ούτε έκανε τα χαζά πράγματα που κάνουν οι μεγάλοι, όπως σπουδές, οικογένεια, δάνειο τράπεζας, παιδιά, οικογενειακές συγκεντρώσεις με σιχαμερούς συγγενείς.

Σου στέλνω φιλιά μικρό κακό κοριτσάκι, σε αγαπάω τόσο πολύ που δεν το φαντάζεσαι…

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.