Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ, διήγημα, μέρος α'




Ο Κόμης ήτανε ένας άντρας που δημιουργούσε στους άλλους παράφορα συναισθήματα. Όσοι δεν τον σέβονταν και δεν τον λάτρευαν, τον μισούσαν θανάσιμα και τον έτρεμαν. Ήταν μπλεγμένος σε κάθε παράνομη δραστηριότητα που μπορούσες να φανταστείς, ένας σκληρός εραστής του υποκόσμου. Όπλα, ναρκωτικά, πορνεία και χαρτοπαιχτικές λέσχες ήτανε μέρος των πεπραγμένων του. Κι ήτανε άξιο απορίας, για τους λίγους έστω που ήξεραν το παρελθόν και την ταυτότητά του. Γιατί ο Κόμης έφερε ένα όνομα βαρύ στους ώμους του κι ήταν ο κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας και μιας ιστορίας αιώνων. Είχε πτυχία στο μάρκετινγκ, την ψυχολογία και τη χημεία, μιλούσε άπταιστα τέσσερις ξένες γλώσσες κι άλλες τόσες αρκετά καλά κι έπαιζε πιάνο σαν δαίμονας. Οι παππούδες του δειπνούσανε με βασιλείς και στρατηγούς, κι είχε κληρονομήσει μαζί με την περιουσία τους και το χάρισμα του ηγέτη.

   «Μπορώ να ρίξω τρεις κυβερνήσεις», έσφιγγε τη χούφτα του και αγριοκοιτούσε όποιον τόλμαγε να του φέρει αντίρρηση για κάτι. Και έλεγε αλήθεια.

   Το επιτελείο του ήταν γνωστό με το όνομα κόκκινος κύκλος, από τον άγραφο νόμο οι εκτελεστές του να ακουμπούν τις καυτές κάννες πάνω στα χέρια τους κάνοντας κυκλικά κόκκινα σημάδια για να μετράνε τα συμβόλαια που είχαν τελειώσει. Είχε τη φήμη πως οι γυναίκες του, έβγαιναν από το κρεβάτι του σακατεμένες στην ψυχή και στο σώμα. Οι άντρες του όμως τον έβαζαν πάνω από πατέρα κι αδερφό. Πάνω κι από τις ζωές τους. Έξη ως τώρα είχαν πάει στον τάφο για να στέκεται αυτός όρθιος, βάζοντας το κορμί τους μπροστά σε σφαίρες κι άλλα δολοφονικά εργαλεία που τον κυνηγούσαν.

   «Όταν σκοτωθώ θα διαλυθεί το κράτος», μονολογούσε σαν να λυπόταν, τις σπάνιες φορές που τράβαγε καμιά γραμμή για να φτιαχτεί.
   Το είχε δεδομένο πως θα σκοτωθεί, όπως άλλωστε κι εκείνος είχε σκοτώσει. Τρεις ως τώρα. Ο πρώτος, και ο μόνος για τον οποίο ένιωθε τύψεις, ήταν ένας εντελώς ηλίθιος νεαρός μπάτσος. Είχε πεταχτεί μπροστά του πριν δέκα χρόνια σημαδεύοντάς τον με το υπηρεσιακό περίστροφο μέσα στη μέση του δρόμου. Ντυμένος με πολιτικά. Πήρε αυτό που οπωσδήποτε ζήταγε, μια σφαίρα στο κεφάλι.  Πριν από τρία χρόνια είχε καθαρίσει έναν αμερικανό πράκτορα που είχε εντολή να τον εκτελέσει. Έκανε χάρη στην ΕΥΠ. Και πέρυσι, είχε σκοτώσει τον πατέρα του. Πλήρωσε μια ολόκληρη καινούρια πτέρυγα στο νοσοκομείο, για να τον αφήσουν να βγάλει τα σωληνάκια από τον κατάκοιτο γέρο και να σβήσει τα μηχανήματα που τον κράταγαν ζωντανό. Εκείνη την ημέρα ήταν η πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή του που είχε φιλήσει άνθρωπο στα χείλη. Τον πατέρα του, την ώρα που ξεψυχούσε. Καμιά φορά, σε ώρες μοναχικής ανασκόπησης, αναρωτιόταν αν θα βρισκόταν κάποια να φιλήσει κι εκείνον στο στόμα τη στιγμή που θα πέθαινε. Ή αν τελικά θα πέθαινε τη στιγμή που θα αποφάσιζε να φιλήσει κάποια.

   Τώρα, αυτό το φθινοπωρινό βράδυ, μέσα στο Arcana, το μεγαλύτερο κλαμπ της Θεσσαλονίκης, γινόταν πανικός. Το χρηματιστήριο είχε κλείσει με μιάμιση μονάδα άνοδο, κι αυτό ήταν κάτι που πολλοί είχαν τη διάθεση να το γιορτάσουν. Ο Κόμης ήταν καθισμένος στο μπαρ κι έπινε Lagavulin 21 ετών. Ντυμένος στα μαύρα, όπως πάντα. Μαύρο φτηνό τζην παντελόνι, μαύρες αρβύλες, ένα σκούρο μολυβί πουκάμισο και μαύρο μακρύ παλτό. Μόνο το παλιό Υβ Σεν Λοράν παλτό του και το ακριβό μπουκάλι ουίσκι τον ξεχώριζαν από τον οποιονδήποτε άλλον άντρα μέσα στο μπαρ. Α, ναι, και οι τέσσερις αγέλαστοι τύποι που αόρατοι μέσα στο πλήθος τον φύλαγαν σαν τα μάτια τους. Του άρεσε να κάθεται μόνος. Τον εκνεύριζαν οι περιττές κουβέντες και η ανούσια σωματική επαφή. Παρακολουθούσε από ώρα μια επίσης μαυροντυμένη νεαρή που έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ίδιο. Είχε κάτι παράξενο πάνω της. Το ντύσιμό της δεν ταίριαζε με το μαγαζί, ήταν πολύ ροκ για το Arcana. Κι επιπλέον, του χε φανεί για μια στιγμή πως η ματιά της έπαιξε πάνω στους τέσσερις που τον συνόδευαν.

   «Κάτι θέλεις εσύ», μουρμούρισε στον εαυτό του κι έκανε νόημα στους άλλους να μην τον ακολουθήσουν.
   «Να σε κεράσω ένα ποτό;», τη ρώτησε φωνάζοντας και σκύβοντας προς το μέρος της για να ακουστεί πάνω από τη μουσική. Γέμισε τα ρουθούνια της με μυρωδιά ακριβού ουίσκι και φτηνού Old Spice. Από το μισάνοιχτο πουκάμισο φαινόταν η κορυφή ενός τατουάζ πάνω στο στήθος του.

   «Βότκα», του πε χωρίς να διστάσει στιγμή και του κούνησε το ποτήρι με τα παγάκια μπροστά στο πρόσωπο.
   Ήταν όμορφη. Πολύ μελαχρινή και με απροσδιόριστο χρώμα στα μάτια. Όχι πάνω από είκοσι. Γυμνασμένη.
   «Μπατσίνα είσαι μωρή σκρόφα;», μουρμούρισε ο Κόμης μα της χαμογέλασε αχνά δίνοντάς της το ποτό.
   Όταν τη ρώτησε πως τη λένε είπε Μαρία.

   «Ναι, καλά. Σιγά μην είσαι εσύ Μαρία», σκέφτηκε αμέσως.
   «Ηλίας» της συστήθηκε, δίνοντας για ανεξήγητο λόγο το πραγματικό του όνομα.
   «Τώρα που σου είπα το όνομά μου θα πρέπει να σε σκοτώσω», της είπε σοβαρά, κι εκείνη για μια στιγμή πάγωσε.
   Γέλασε μετά ο Κόμης και είπε πως έκανε πλάκα. Η αντίδρασή της την είχε προδώσει, βέβαια, αλλά δεν έδειξε να πτοείται. Του την έπεφτε στα ίσια, κι ο Κόμης θαύμασε το θάρρος της. Όταν του πρότεινε να πάνε κάπου μόνοι, την ανέβασε από μια σκαλίτσα σε ένα δωμάτιο πάνω από το κλαμπ. Τι δωμάτιο, δηλαδή, διαμέρισμα ολόκληρο. Γραφείο, μπάνιο, καθιστικό και κάμαρα.
   «Βάλε να πιούμε άλλο ένα», του ζήτησε κοιτώντας τα μπουκάλια στο μπαρ του καθιστικού.

   Έβαλε δυο ποτήρια Lagavulin. Την άφησε επίτηδες για λίγο μόνη της στο καθιστικό ώσπου να βγάλει και να κρεμάσει το παλτό του κι ύστερα γύρισε κι έπιασε το ποτήρι του. Δοκίμασε μια γουλιά. Ναι, δεν τον είχε απογοητεύσει, είχε υπνωτικό μέσα.

συνεχίζεται

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

για το μέρος β΄εδώ
για το μέρος γ΄εδώ
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.