Ξεφτίλες!



















Προσωπική σύνταξη 994 ευρώ και κάτι ψηλά, από εργασία επίπονη που της άφησε κουσούρια.
Στο χωριό έφτιαχνε κουρελούδες, υφάντρια ήταν, έτσι και στην πόλη τότε έγινε περιζήτητη και δούλευε ακούραστη ολημερίς.
Να φτιάξει ήθελε κάτι για να έχουν τα μελλοντικά παιδιά της.
Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, αλλά σύντομα  έχασε τον σύντροφο της.

Με έναν μισθό και μια ελάχιστη σύνταξη από τον άντρα της και τρία παιδιά τα κατάφερε με πολύ μόχθο και έφτιαξε από ένα δυαράκι για το καθένα. Δικό της δεν κράτησε τίποτα, αφού θεωρούσε πως πέρασαν τα χρόνια και ο μισθός της, μαζί με την σύνταξη ήταν αρκετός για να πληρώνει ένα παλιό ισόγειο σπίτι. Στο νοίκι έμαθε να ζει όλα της τα χρόνια.

Σήμερα μοιάζει να έγινε φύρα για το κράτος, αφού επιμένει και ζει ακόμα, στα ογδόντα τέσσερα.
Ξεπέρασε για δαύτους, το ποθητό και το προσδόκιμο.
Εκείνη αισθάνεται άσχημα που αναγκάστηκε να μένει στα παιδιά της, για να τα βοηθάει να πληρώνουν τους φόρους. Το μόνο που ζητάει είναι ένα δυο φάρμακα να μην υποφέρει, και ένα πιάτο φαί, γιατί τρώει και λίγο. Αισθάνεται υπεύθυνη που έφτιαξε στα παιδιά τα σπίτια.

Μετακόμισε πέρυσι στα ογδόντα τρία και ακόμα ψάχνει τα πράγματα της. Για μήνες ήταν σαν χαμένη στο νέο της σπίτι, κουτί. Αλλού περπατούσε και αλλού βρισκόταν. Το βράδυ που ξυπνούσε, αντί να πάει στο μπάνιο, έβγαινε στην βεράντα.
Ήθελε να ανάψει το φως και έπιανε το πόμολο της ντουλάπας. Θα μπορούσε αργότερα να πάει να ζήσει και σε γηροκομείο, αν δεν είχαν την είχαν ανάγκη τα παιδιά της. Αυτή πληρώνει το ρεύμα, το νερό, και το τηλέφωνο.

Επιμένει πως πρέπει να έχουν ηλεκτρικό, και τρεχούμενο νερό και να μιλάνε με κανέναν άνθρωπο μια στις τόσες.  Να μιλάνε να μην νιώθουν ζωντανοί-νεκροί.
Πρέπει να φάνε για να συντηρηθούν και όταν τα λεφτά δεν τους φτάνουν, έχουν καταφέρει μέσα στα χρόνια να έχουν την εμπιστοσύνη του χασάπη και του μανάβη καθώς και του φούρναρη που καταλαβαίνουν πολύ καλά την δυσκολία, αφού και εκείνοι αισθάνονται το ίδιο βάρος που φύτρωσαν γύρω τους τόσα σούπερ μάρκετ και  πολυεθνικές. Κάποια μέρα είδα στο σπίτι της τον μπακάλη της γειτονιάς. Τους πήγαινε αυτά που χρειαζόταν.

Είναι πολύ μεγάλη για να βγαίνει πια έξω λέει στον κόσμο. Την φτάνει ως το μπαλκόνι να ποτίζει πέντε γλάστρες. Όμως ξέρω πως κατά βάθος ντρέπεται.

Στις μεγάλες ζέστες την βλέπω που βγαίνει και πλένει το μπαλκόνι, ξυπόλητη. Έτσι θυμάται λέει και τις παλιές μέρες, που έπλενε τα μικρά σκαλιά στη μονοκατοικία της. Τότε που ήλιος έκαιγε.
 Εκείνα τα απογεύματα  που έστρωνε τις κουρελούδες να καθίσουν τα παιδιά και οι φίλους τους,
προσφέροντας τους δροσερό καρπούζι, ή κάποιο γλυκό κουταλιού, λίγο κρύο νερό, πολλά αστεία και γέλια.

Παρόλο την κούραση των χρόνων της, αυτά δεν τα ξεχνάει. Την δυναμώνει λέει να τα θυμάται.

Ως τις δέκα -δεκαπέντε του μήνα δεν της έχουν μείνει παρά με το ζόρι είκοσι, άντε πενήντα ευρώ μέχρι την επόμενη πληρωμή. Από τότε και μετά δεν χρειάζεται τίποτε από ψώνια.
Γιατί κατά βάθος ξέρει πως λεφτά δεν θα της πάρουν για λίγο ρύζι, λίγα μακαρόνια, και δυο τρία φρούτα. Τώρα πια ντρέπεται. Ντρέπεται πολύ και κλαίει κρυφά από τα παιδιά της στην βεράντα Φοβάται πως θα πεθάνει  και σκέφτεται με τρόμο τι θα απογίνουν τα παιδιά της που είναι άνεργα και εκείνη ακόμα και τώρα δεν την φτάνουν να τα βοηθήσει.

Κάποιοι  από το υστέρημα τους  κρεμάμε στα κρυφά στην πετούγια της πόρτας ότι μπορούμε.
Τότε εκείνη κοιτάζει το πάτωμα, λέει ευχές και κλαίει.  Τώρα της είπαν πως πρέπει να πληρώνει κάθε μήνα εκατό ευρώ στην εφορία. Γιατί παίρνει πολλά. Αυτή δεν χρώσταγε ποτέ τίποτα σε κανέναν. Ούτε φλιτζάνι ζάχαρη. Αυτό είναι το τελειωτικό που θα την πεθάνει.

Γι αυτό οι άθλιοι φροντίζουν να ξεφτιλίσουν πρώτα τους γερόντους, μετά όλους τους άλλους, έναν έναν, κάθε μέρα. Με αυτά και εκείνα, μας βάζουν και τρωγόμαστε μεταξύ μας.
Εννιακόσια ευρώ σύνταξη και μιλάει, μου είπε μια γειτόνισσα . Τι να πούμε εμείς που παίρνουμε πεντακόσια;
Μας ξεφτιλίζουν συνεχώς. Από τον μικρότερο βιοπαλαιστή ως τον ανώτερο υπάλληλο μιας εταιρείας. Όλους, μέχρι και τον τελευταίο.
Για να είναι η δική τους απώλεια στην ξεφτίλα μικρότερη.

Αλλά ακόμα και αν πεθάνετε τους γερόντους, εσείς θα μείνετε αιώνιοι ξεφτίλες.
Γιατί η ιστορία ξέρει να γράφει μεγάλα άρθρα για τους μαλάκες της εξουσίας.

Ξεφτίλες με ιστορία δηλαδή...

Share on Google Plus

2 σχόλια:

  1. Περιγράφεις μια πραγματικότητα για πολλούς Ελένη ... συμφωνώ και επαυξάνω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νίκη για πολλούς και περισσότερους από όσους εμείς γνωρίζουμε. Η ιστορία που γράφω διαδραματίζεται απέναντι μου. Και δεν το κρύβω, πως και η μάνα μου πέθανε με τον ίδιο καημό...

      Διαγραφή

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.