Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ, διήγημα, μέρος β΄




«Τυχερή είσαι που δεν έριξες δηλητήριο», σκέφτηκε και την κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια.
   Ήταν εξαιρετικά όμορφη, με κάτι αδιόρατα εξωτικό πάνω της. Μαλλιά κατάμαυρα, πιασμένα πάνω στο λαιμό της και την πλάτη της με δερμάτινα κορδόνια. Μεγάλα μάτια, κάπως σχιστά, με βαριές πυκνές βλεφαρίδες. Κορμί γατίσιο. Κι ένα πολύ βαθύ για τα χρόνια της βλέμμα. Ένα βλέμμα που σου λεγε δεν φοβάμαι ούτε τον θάνατο. Την φαντάστηκε γυμνή, με μόνο ένα πολύχρωμο ύφασμα δεμένο ασύμμετρα γύρω απ τη μέση της, με βραχιόλια στους αστραγάλους και τα μπράτσα της κι ένα δόρυ στο χέρι να τρέχει ξυπόλητη και να κυνηγά αντιλόπες κάπου στην Αφρική.
   «Στην υγειά της Αφρικής», είπε ακαταλαβίστικα.
   Τσούγκρισε το ποτήρι του στο δικό της κι ήπιε λίγο ακόμα από το νοθευμένο του ποτό. Υπολόγιζε στο περίπου πόσο μπορούσε να αντέξει. 
   «Πάμε;» της έδειξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας τελικά.
   Όταν εκείνη προχώρησε ακάθεκτη, ο Κόμης κρυφογέλασε.
   «Έχεις κότσια πάντως, μικρή», σκέφτηκε και την ακολούθησε.
   Άφησε το ποτήρι του στο κομοδίνο δίπλα στο δικό της  και ξεκούμπωσε τα μανίκια από το πουκάμισο. Την έπιασε μετά από τη μέση και κατέβασε τα χέρια του στα οπίσθιά της. Την ένιωσε να σφίγγεται. Αναρωτήθηκε μέχρι που θα το έφτανε τελικά. Είχε αρχίσει να τον ερεθίζει πραγματικά. Πήγε να τον φιλήσει στο στόμα, μα γύρισε στο πλάι το κεφάλι του κι ίσα που άγγιξαν τα χείλη της την άκρη των δικών του. Ανατρίχιασε ολόκληρος. Του ξεκούμπωσε το πουκάμισο και το τράβηξε να βγει από το παντελόνι. Γυρνώντας της την πλάτη για να αφήσει το πουκάμισο στην καρέκλα, έπιασε τα ποτήρια με το ουίσκι από το κομοδίνο και της έδωσε το ένα. Την έβαλε να πιεί πρώτα το δικό της.
   «Άσπρο πάτο», της έκλεισε το μάτι και ήπιε κι αυτός το άλλο μονοκοπανιά.
   Έκατσε στο κρεβάτι να βγάλει τις αρβύλες του και την κοίταξε  με νόημα, περιμένοντάς την να γδυθεί. Οι διστακτικές της κινήσεις τον άναβαν απίστευτα. Εκείνη προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο παρατηρώντας το τατουάζ στο στέρνο του. Έδειχνε ένα σπαθί όρθιο πάνω από μια ξαπλωτή ημισέληνο.
   «Τι σημαίνει;», τον ρώτησε έχοντας μείνει μόνο με τα εσώρουχα. Είδε πως είχε κι άλλα, μικρότερα τατουάζ στα μπράτσα του και στους ώμους.
   «Σημαίνει... σε γαμάω με τιμή», της απάντησε με φωνή βραχνή από τον πόθο και την τράβηξε πάνω του.
   Το υπνωτικό είχε αρχίσει να πιάνει. Ο Κόμης έδειξε πως ζαλιζόταν κι έκλεισε τα μάτια του. Είχε περιέργεια να δει τι είχε σκοπό να του κάνει. Μόλις φάνηκε πως αποκοιμήθηκε η γυναίκα σηκώθηκε από το κρεβάτι και παραπατώντας πήγε ως την πολυθρόνα που είχε αφήσει την τσάντα της. Έβγαλε από μέσα ένα περίστροφο και ξαναγύρισε. Τον κοίταξε με βλέμμα θολωμένο από το υπνωτικό. Φαινόταν αφόρητα γοητευτικός έτσι όπως ήταν μισοξαπλωμένος, με τα χέρια ανοιχτά σαν παραδομένος σε σταύρωση, με το στενό τζην να διαγράφει τα ατελείωτα λεπτά πόδια του και τα μακριά σγουρά μαλλιά του να φτιάχνουν μαύρα δαχτυλίδια, κύματα κι ερωτηματικά πάνω στο σεντόνι, η ηλικία του να ακροβατεί ανάμεσα στη νιότη και την ωριμότητα. Άρχισε να συνειδητοποιεί πως τουλάχιστον το μισό από το υπνωτικό της το είχε πιεί η ίδια. Ύψωσε το όπλο με χέρια που έτρεμαν. Την τελευταία στιγμή ο Κόμης τίναξε το χέρι του και έπιασε το δικό της  από τον καρπό. Αλλά το όπλο δεν εκπυρσοκρότησε. Η νεαρή έγειρε ναρκωμένη τελικά πάνω του.

...............

   Ξύπνησε με πονοκέφαλο μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, σκεπασμένη με ένα σεντόνι. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το ρυθμικό τικ τακ του ρολογιού στον τοίχο. Έψαξε για τα ρούχα της αλλά δεν τα βρήκε. Έδεσε το σεντόνι σαν χλαμύδα στον ώμο της και βγήκε σιγοπατώντας στο καθιστικό. Η πόρτα του γραφείου ήταν ανοιχτή και λίγο πρωινό φως έμπαινε από το δωμάτιο. Κοίταξε διστακτικά μέσα, και είδε τον Κόμη καθισμένο στην περιστρεφόμενη καρέκλα, με τα μαλλιά πιασμένα σε μια μικρή αλογοουρά, τα πόδια πάνω στο γραφείο κι ένα ζευγάρι στενά γυαλιά πρεσβυωπίας στα μάτια, να διαβάζει έναν χοντρό δερματόδετο τόμο. Σήκωσε αργά το κεφάλι του από το βιβλίο και την κοίταξε πάνω από τα γυαλιά με ένα αινιγματικό στραβό χαμόγελο. Η Πέρσα έτρεξε στην πόρτα και επιβεβαίωσε πως ήταν κλειδωμένη.
   «Θέλω να φύγω», στάθηκε στην πόρτα του γραφείου αγέρωχη και τον κοίταξε με πείσμα.
   Είχε κατεβάσει τα πόδια κάτω κι είχε κλείσει το βιβλίο του. Το χαμόγελό του ίσιωσε και πλάτυνε. Έπιασε ένα μπρελόκ με κλειδιά πάνω από το γραφείο και της το πέταξε στον αέρα. Η Πέρσα τα έπιασε έκπληκτη και τα δοκίμασε στην πόρτα. Άνοιξε αμέσως. Έξω δεν υπήρχε ψυχή. Κοντοστάθηκε και γύρισε πίσω.
   «Θέλω τα ρούχα μου», είπε, πιο διστακτικά αυτή τη φορά.
   Πάντα με το ίδιο χαμόγελο, της έδειξε μια μικρή εντοιχισμένη ντουλάπα στον τοίχο. Άρχισε να χαχανίζει καθώς την παρατηρούσε να περπατάει βήμα το βήμα προς το μέρος του. Μέσα στην ντουλάπα η Πέρσα βρήκε πίσω από το κρεμασμένο παλτό του τα ρούχα της και την τσάντα της. Τα παπούτσια ήταν από κάτω. Το περίστροφο άφαντο.
   «Θέλω το σεντόνι μου», την έδειξε με το χέρι, από πάνω μέχρι κάτω και η Πέρσα παραλίγο να χαμογελάσει.
   «Θέλω το όπλο μου;», σήκωσε τα φρύδια της ερωτηματικά και ο Κόμης γέλασε.
   Το γέλιο του ήταν αργό και βαθύ σαν κύμα.
   «Κι εγώ, Πέρσα, θέλω παγκόσμια ειρήνη», της έκλεισε το μάτι και της πρότεινε μια καρέκλα μπροστά από το γραφείο του.
   Τότε παρατήρησε η Πέρσα πως για σελιδοδείκτη στο βιβλίο του είχε την ταυτότητά της!
   «Τι είδους άνθρωπος είσαι;», τον κοίταξε επίμονα, χωρίς ίχνος φόβου στα μάτια της.
   «Περίπλοκος», της απάντησε και σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα, που τσούλησε σχεδόν ως τον τοίχο. 
   Η Πέρσα τινάχτηκε ένα βήμα πίσω, αλλά εκείνος της έδειξε το δρόμο ευγενικά και την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Της έκλεισε την πόρτα για να ντυθεί και έβαλε δυο ποτήρια γάλα από το ψυγείο του μπαρ. Όταν βγήκε ντυμένη, της έδωσε το γάλα και της είπε συνωμοτικά.
   «Πιες άφοβα, δεν έχει υπνωτικό».
   Η Πέρσα τελικά χαμογέλασε. Ήταν σαν να άλλαξαν χρώμα τα μάτια της, σαν να έγιναν έναν τόνο πιο φωτεινά, πρασινωπά με καφέ μαζί, σχεδόν χακί.
   «Και τώρα πες μου», την κοίταξε κατάματα και το βλέμμα του την διαπέρασε σαν να ήταν ημιδιάφανη.
   «Είμαι η κόρη του υπαστυνόμου που σκότωσες πριν δέκα χρόνια», τον σόκαρε με την απάντησή της.

συνεχίζεται

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

για το μέρος α΄ εδώ
για το μέρος γ΄εδώ 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.