Άντε.....βρε... (της Μάρως Βλαχάκη)



Βρε έννοια που ’χαν οι μανάδες!
-Πού πας παιδί μου;
-Να παίξω.
-Άλλαξες βρακί;
-Όχι.
-Κι άμα γκρεμιστείς θα γίνουμε ρεζίλι;
Και ή άλλαζες βρακί, οπότε γκρεμιζόσουνα με την ησυχία σου ή δεν άλλαζες και συνήθως γλύτωνες το γκρέμισμα.
Μη γίνουμε ρεζίλι….
Δεν φτάνει ο πόνος και τα σημάδια στα γόνατα, δεν φτάνει η κοροιδία απ’ όλα τα αγόρια, έπρεπε και η γειτονιά να ξέρει και τι βρακί φοράς.
Πώς να μη ξέρει τα μυστικά σου, τα καρδιοχτύπια σου κι ακόμα έτσι όπως ήτανε οι ‘’χρείες’’ στα μπαλκόνια, ήξεραν και τι φαί χωνεύεις.
Κακό χωριό τα λίγα σπίτια , πολύ καλά το λένε!
΄΄Βρε τσιγκουνιάααα’’ λέγανε. ΄΄Η γειτόνσα πέντε φορές τ’ βδουμάδα όσπρια τουν ταίζ τουν Κστιανό. Τον ψώφσει τουν άντρα τς.’’
-Τι ακούγεται έξω στο στενό γιαγιά;
-Φεύγνει οι καλλκαντζάρ, πιδί μ μη φουβάσι.
Μα αυτοί οι καλλικάντζαροι φεύγαν και φεύγανε και τελειωμό δεν είχανε.
Μια καντάδα της προκοπής δεν ακούσαμε. Εκεί πάνω στο ρεφραίν ή θα έμπαιναν τα πνευστά του γείτονα ή η βρύση διαπασών θα γέμιζε τον κουβά κι αναρωτιόσουνα… Θα γλυτώσει ο κιθαρωδός; Και τη γλύτωνε συνήθως.
Κατηφόριζε το νερό στο λούκι, στο τσίγκινο κάναλο και να τα κρουστά για φινάλε.
-Θέλω βρακί Αμερικάνικο, έλεγα στη μάνα μου.
Ας είναι καλά η κυρά Αλεξάντρα. Pensacola Fla, γράφανε τα δέματα απ’ έξω.
Δέματα ΄΄με ρούχα για τα παιδιά’’ έγραφε στη μάνα μου.
Κι άρχιζε η μοιρασιά.
΄΄Αγορίστικο για τον αδερφό σας, κόκκινο φόρεμα βελούδο για τη μικρή, μπλε βελούδο για τη μεγάλη’’.
Μα όλα να ‘ναι με δαντέλλες; Δαντέλλες στα σοσόνια, δαντέλλες στα φορέματα, δαντέλλες στα παπούτσια, δαντέλλες στα βρακιά.
Όμως ριγμένη πάλι εγώ. Το μπλε; Το κόκκινο ήθελα.
Αλλά να!
-Τι είναι αυτό μάνα;
-Κομπινεζόν το λένε.
-Μσοφόρ δηλαδή;
-Ναι και είναι για σένα. Μεγάλο το βλέπω.
Τα ξέχασα όλα. Το ρίξιμο, το μπλε βελούδο, όλα, όλα, όλα.
Ένα δευτερόλεπτο χρειάστηκε για να το βάλω.
Ένα δευτερόλεπτο και βουρ για παραλία.
Δεν ήτανε καμάρι αυτό! Δεν έβλεπα μπροστά μου. Κι απάνω στο καλύτερο η περατζάδα μου απ’ τα καφενεία κόβεται με μαχαίρι απ’ τη φωνή του πατέρα μου.
-Τι φοράς παιδί μου;
Ούτε το λουκούμι το τυλιγμένο στο χαρτί, (το κέρδος του στην πρέφα), ούτε το χάδι του με παρηγορούσε, που με πήρε πρέφα.
-Αυτό θα το φοράς από μέσα. Βάλε από πάνω το βελούδο και να πας να παίξεις.
-Από μέσα το καλύτεροοο; Μα δεν φαίνεταιιιι!
-Όσα δεν φαίνονται πρέπει να ’ναι τα καλύτερα, παιδί μου.
Με τίποτα δεν το καταλάβαινα. Του την έκανα όμως τη χάρη.
Το βελούδο ανατρίχιαζε απ’ τα δάκρυα και ανατρίχιασε για τα καλά όταν δεν πρόσεξα τον λάκκο με τον ολόφρεσκο ασβέστη.
Το μπλε βελούδο μεταμορφώθηκε σε τεράστιο τρίφτη με υπολείμματα μυτζήθρας.
Το κομπινεζόν και το βρακί ανέπαφα.
Άντε βρε πατέρα, δίκιο είχες πάλι.
Αχ βρε πατέρα πόσο δίκιο έχεις και σήμερα.
Σήμερα που τα ράσα κάνουν τον παπά.
Σήμερα που ξέρω καλά πια πως το ΄΄μέσα’’ κάνει τον άνθρωπο.
Τώρα, το πόσο άνθρωπος θα γίνω, δεν το ξέρω.
Το προσπαθώ μα κάτι με χαλάει.
Εκεί που φχαριστιέμαι με το ΄΄μέσα’’ μου, τραβάω λιγάκι τη δαντέλλα, να….ίσα- ίσα σαν ποδόγυρο να βλέπουνε και οι άλλοι.
Λες να τα καταφέρω τελικά; Έχω ελπίδα; Θα γίνω άνθρωπος;
Άντε βρε…..που θα γίνω άνθρωπος!




Μάρω Βλαχάκη        
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.