Νυκτιπολική πορεία (το δάσος τρέχει μαζί της)




…Θα πρέπει να είχε χρόνια να περάσει άνθρωπος από δω. Κρίνοντας απ’ την σκουριά που είχε αφήσει η πύλη στα δάχτυλά της κι απ’ την ανάπτυξη που είχε ο κισσός στα ενδότερα της Παλαιάς Οδού, σίγουρα δεν ακολουθούσε καμιά πεπατημένη. Αραχνιασμένα κλαδιά κισσού κρέμονταν σαν γιρλάντες κι ολοένα πύκνωναν, κι η Σοφία φαντάστηκε ότι πριν πολύ καιρό κάποιος επιχείρησε να μπει εδώ μέσα καθαρίζοντας γύρω την βλάστηση, μα όσο πήγαινε τόσο κουραζότανε, όλο και πιο αραιά έκοβε, ώσπου στο τέλος τα παράτησε και γύρισε πίσω. Έτσι, καθώς προχωρούσε προς τα μέσα, ο δρόμος γινόταν όλο και πιο δύσκολος. Αληθινά, αυτός ο τόπος θα πρέπει να είχε ξεχάσει τι είναι ο άνθρωπος. Και βέβαια δεν πήγαινε αυτή με σκοπό να του το θυμίσει, ίσως να πήγαινε μάλιστα για να ξεχάσει κι η ίδια.
Ωστόσο, μισή ώρα αργότερα, η Σοφία είχε κουραστεί σαν άνθρωπος• και σαν άνθρωπος άρχισε να σκοντάφτει, να καρδιοχτυπά με το κάθε τι, με τους τριγμούς των δέντρων, με τις φωνές των νυκτόβιων πουλιών. Το χέρι της την πέθαινε στον πόνο, η σκαπάνη που κουβαλούσε δεν την βοηθούσε πια, την βάραινε, όπως την βάραινε κι εκείνο το κούτσουρο στην αγκαλιά της, που με τίποτε δεν έλεγε να ζεσταθεί.
Έμοιαζε λες κι ήταν σε κυλιόμενο διάδρομο. Πως όσο κι αν προχωρούσε έμενε στο ίδιο σημείο, με τα ίδια πεσμένα φύλλα που τα πατίκωναν τα πόδια της, με τα ίδια κλαδιά και τον κισσό να κρέμεται – σαν χέρια που αναίσθητα αφήνονταν να γλιστράνε πάνω της… Ξαφνικά της ήρθε η αίσθηση ότι βρισκόταν μέσα σ’ ένα ακορντεόν που τεντωνότανε και μάζευε. Τόλμησε να κοιτάξει πίσω της, με την υποψία ότι θα έβλεπε την μάντρα – αδύνατο, δε μπορεί να βρισκότανε ακόμη εκεί – και μόνο τότε, μ’ αυτή την παράλογη κίνηση που έκανε, κατάλαβε ότι είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί.
Με την σιγουριά της κλονισμένη πλέον, άρχισε άθελά της να θυμάται ότι τα παραμύθια που είχε ακούσει για το Νεραϊδοχώρι δεν είχαν καθόλου καλό τέλος: το δικό της παραμύθι ήταν μια ωραιοποιημένη ιστορία εμπνευσμένη από κάποιον τοπικό μύθο, για ένα μέρος που εγκαταλείφθηκε εξαιτίας των φρικτών πραγμάτων που συνέβησαν εκεί. Νεραϊδοχώρι έλεγαν το χωριό των νεράιδων… αυτές λέει έκλεβαν τα λογικά των ανθρώπων που τολμούσαν να εισβάλλουν στο άδυτό τους, τους έπαιρναν τις ψυχές και τις άφηναν μόνες τους πάνω στο βουνό τρομαγμένες, τις πείραζαν μέχρι που τρελαίνονταν… μέχρι που τσίριζαν από τρέλα… και τον άντρα της γιαγιάς οι νεράιδες τον είχαν πάρει, πέθανε πάνω στον Χρόνο, στο ρέμα του Ρήσου, έτσι έλεγαν παλιά κάνοντας τον σταυρό τους, κι όποια ανθρώπινη γυναίκα έσμιξε μ’ αρσενικιά νεράιδα, έμεινε μόνη της και πέθανε δυστυχισμένη.
«Κοίτα που όλα ταιριάζουν. Μόνη και δυστυχισμένη ήταν κι η γιαγιά, μέχρι πριν λίγα χρόνια έκλαιγε ακόμη για τον άντρα της. Αν ήταν τόσο όμορφος όσο λένε, μπορεί να τον αγάπησε καμιά νεράιδα κι η γιαγιά να πάρθηκε με κανέναν νεράιδο. Κι αν συναντήσω και γω τίποτε απόψε; Παναγίτσα μου, και γω νόμιζα πως ήθελε κουράγιο για να πω μια ιστορία μες τον καφενέ…!»
Κι όλο μάζευε το θάρρος της κι ανηφόριζε στο σκοτεινό ακορντεόν σε μια πορεία προς το Νεραϊδοχώρι.
(Έτσι, περπάτα πάνω τους… πριν τρία χρόνια την κήδεψες κι εκείνη, ακόμη δεν κρύωσε, κάπου θα βρεθείτε οι δυο σας και θα λέτε ιστορίες, θα λέτε μέχρι να πας και να πεις φτου ξελευτερία στον εαυτό μου κι έχε σέβας γιατί πατάς πάνω στα σώματα ανθρώπων που πέθαναν προσπαθώντας να φτάσουν στο Νεραϊδοχώρι… πέθαναν, πρέπει να προσέχουμε Σοφί, μας φτάνει μία πεθαμένη).
Ξαφνικά η μπαταρία του φακού σώθηκε και το φως έσβησε. Κει που άπλωνε το χέρι για να πιαστεί με την σκαπάνη από μια παραμορφωμένη ρίζα, έμεινε στο σκοτάδι. Παραπάτησε κι άρπαξε στα τυφλά ένα κλαδί κισσού όμως αυτό, δεν ήταν διόλου φερέγγυο• το άκουσε να τσακίζει και μερικά τρυφερά φύλλα έπεσαν ολόγυρά της καθώς η Σοφία, σαν την βασίλισσα της αδεξιότητας που έπεφτε απαλά-απαλά προκαλώντας την απόλυτη καταστροφή στην αιθέρια πτώση της, γλίστρησε προς τα κάτω κι έπεσε απαλά-απαλά πάνω σε σ’ έναν μυτερό ρόζο, που μπήχτηκε στην σάρκα του γοφού της. Έπεσε στο πλάι, πάνω στο χέρι της και γύρισε σφαδάζοντας απ’ την άλλη μεριά, όπου μικρά κλαράκια την γρατσούνισαν παντού στο πρόσωπο.
Οι κραυγές της ξεσήκωσαν τα πουλιά που είχαν την φωλιά τους μέσα στα δέντρα και τα ανήσυχα φτερουγίσματά τους στοίχειωσαν την σήραγγα. Ο φακός της είχε πέσει, τον είδε μες τα φύλλα να φεγγίζει αχνά σαν ετοιμοθάνατο γαλάζιο ξόρκι. «Καλά που έχω αναπτήρα» σκέφτηκε και προτού κάνει άλλη κίνηση, τον έβγαλε απ’ την τσέπη κι άναψε. Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν η μύτη της σκαπάνης, η οποία, έτσι όπως είχε γυρίσει στο πλευρό, βρισκόταν σε μια απόσταση εκατοστών από τα μάτια της. Σηκώθηκε αργά, μαδημένη απ’ την κορφή ως τα νύχια αφού είχε δεχτεί όλη την εκδίκηση του δέντρου που του είχε πατήσει την ρίζα του – λες κι αυτή δεν είχε πονέσει. Το πόδι της είχε μουδιάσει απ’ τον γοφό μέχρι τα δάχτυλα, το δεξί της χέρι παλλόταν από πόνο, δεκάδες κλαδάκια την είχαν γρατσουνίσει στα μάγουλα και σα να μην έφτανε αυτό, καθώς ίσιωνε την ράχη της, ένα άλλο κλωνί χώθηκε στο πλευρό της. Έβγαλε μια κραυγή και τινάχτηκε ξαφνιασμένη, μα τότε άλλα κλαδάκια γαντζώθηκαν στα ρούχα της σαν τσιγκέλια, που είδε κι έπαθε να ξαγκιστρωθεί.
Μέχρι να ξεκολλήσει από κείνο το σημείο που είχε πέσει, πέρασαν αρκετές στιγμές που πάλευε με τα κλωνιά – ήτανε απλώς ένας ξεραμένος θάμνος που φυτρωμένος στα ριζά μιας βελανιδιάς, την είχε αρπάξει… η Σοφία όμως είχε αρχίσει ν’ ανατριχιάζει. Τα πάντα γύρω της φαίνονταν αφιλόξενα, και μαζεύοντας το δέμα της βιάστηκε να φύγει γιατί το σκοτάδι είχε αρχίσει να την ενοχλεί, σαν να την κοιτούσε κάποιος κι η νύχτα να υπήρχε με μόνο σκοπό να τον κρύβει απ’ το βλέμμα της.
Όλα αυτά ήταν αποκαρδιωτικά – το ότι παραλίγο να βγάλει το μάτι της, της φάνηκε σαν προειδοποίηση να γυρίσει πίσω, σα να προσπαθούσε κάποιος να την αποτρέψει από τούτον τον δρόμο, ίσως εκείνο το παγωμένο ξύλο που κουβαλούσε στον λαχανιασμένο κόρφο της, που την συμπονούσε σαν παιδί της, «Σοφί, γύρνα πίσω Σοφί…» Δεν ήταν μόνο η φαντασία της που οργίαζε, τώρα κι η λογική της έλεγε πως κάτι γκροτέσκο είχε τούτο το μέρος και μόνο από πείσμα συνέχισε, γιατί δεν ήθελε να γυρίσει πίσω άπραγη, όπως έκανε κάποτε εκείνος ο παλιός οδοιπόρος που πήγαινε κόβοντας την βλάστηση και στα μισά του δρόμου γύρισε κουρασμένος πίσω.
Κάπου, κάποτε, ο δρόμος άρχισε να πλαταίνει, η υγρασία να γίνεται παγετός, τα δέντρα αραίωσαν. Χιονονιφάδες αιωρήθηκαν μπροστά της, είχε από ώρα αρχίσει να χιονίζει… Τρεις και μισή το πρωί, δεν ήταν μόνο τα φωτάκια του χωριού πέρα στους πρόποδες του βουνού που αντιστέκονταν στο κύμα του χρόνου, ήταν κι η θέλησή της, ήταν τα πόδια που δρασκελούσαν την γη απτόητα, ταπ ταπ και κρακ κρακ… Τα φύλλα είχαν εξαφανιστεί από χάμω, την θέση τους είχαν πάρει κάτι κομματιασμένα βράχια που κατρακυλούσαν κάτω απ’ τις σόλες της. Τα πέρασε με μεγάλα βήματα, βγήκε πάλι στο μονοπάτι κι εκεί οι μπότες της συνάντησαν πλακόστρωτο• και μόνο τότε, όταν είδε χτιστές πλάκες, κατάλαβε ότι αυτά που είχε σκαρφαλώσει δεν ήταν βράχια. Ήταν χαλάσματα.
«Παναγιά μου το Νεραϊδοχώρι!!!» ψιθύρισε και μια τρεμουλιαστή ανάσα ήρθε να στοιχειώσει το παγωμένο καλντερίμι όπου ο απαλός βοριάς σκόρπιζε ανάλαφρα το χιόνι. Τα παγωμένα ρουθούνια της έπιασαν πάλι εκείνη την μακρινή λιποθυμική ευωδιά, τόσο γλυκιά μα τόσο ελάχιστη που την λαχτάρησε η ψυχή της… κι όταν βγήκε στο άπλωμα κι είδε από πάνω της εκείνον τον φθαρμένο κήπο, δάκρυσε, κι έμεινε για ώρα ακίνητη.


Δέσποινα Ανδρεάδη
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.