«Θα έρθει μια μέρα που θα ακούς παιδιά να σκοτώνουνε παιδιά...»

 


   «Νόμιζα πως θα πεθάνω από αγαλλίαση σαν την είδα, καταλαβαίνεις;  Όταν ξανάκουσα την καρδιά μου να χτυπάει, χτυπούσε πια μόνο για κείνη. Δεν ξέρω αν σου τα λέω καλά, Τζώνυ μα να, πώς να το πω; Την αγάπησα όλο μεμιάς, σαν να ταν ήλιος κι εγώ κήπος με αραχνιασμένα λουλούδια. Σαν να ταν ο άνεμος ο σωστός κι εγώ πανί σε μια χαμένη βάρκα. Είναι σκοτάδι μακριά της Τζώνυ. Και κρύο. Και πείνα που δε χορταίνει ποτέ. Είναι κακό όνειρο η ζωή κι εγώ καράβι χωρίς άγκυρα και δίχως τιμόνι. Μόνο για κείνη μπορώ να ζω».
  
   Ο γέρο –Τζώνυ είχε δακρύσει κι ατένιζε ονειροπολώντας τον σκοτεινό ουρανό με τα αμέτρητα διάστικτα αστράκια του.
  
   «Σ έχουν αγγίξει άγγελοι, μεγάλε», του πε τελικά με ένα κόμπιασμα στη φωνή κι έκρυψε την ταραχή του σε ένα τσιγάρο.
  
   Κάθε φορά που έφερνε τα λόγια του στο νου, τα γέρικα μάτια του βούρκωναν. Την είχε αγαπήσει κι αυτός πολύ τη γυναίκα του, τη Μαγδαλένα του, ναι. Αλλά ποτέ στα εβδομήντα πέντε του χρόνια δεν είχε ξανακούσει  άνθρωπο που να αγαπούσε έτσι.
  
   «Μ αγαπούσε κι εκείνη, το πιστεύεις; Μια σταλιά μωρό. Σαν ήταν άρρωστη ή πονούσε μόνο στην αγκαλιά μου αποκοιμιόταν. Πώς έγινε και την ξέχασα Τζώνυ; Πώς έγινε και γινήκαμε τέτοιοι άνθρωποι; Πώς το λησμόνησα πως είχα μες στα χέρια μου ένα μικρό κομμάτι του Θεού;»
  
   Σταμάτησε για λίγο προσπαθώντας να σκεφτεί, να τα ζυγίσει άλλη μια φορά, να αποφασίσει.
  
   «Μπορεί και να μαι άρρωστος, Τζώνυ, πολύ άρρωστος, τρελός», ίσα που ακούστηκε κι ήταν σαν κάπως τρομαγμένη η φωνή του μέσα στη γλυκοσιγαλιά της νύχτας.
  
   Ο γέρος σηκώθηκε κι έσυρε δυο στραβωμένα βήματα κοντά του, τον έβαλε μέσα στην άσαρκη αγκαλιά του και του χάιδεψε την πλάτη. Αφέθηκε σαν μικρό παιδάκι ο τεράστιος άντρας, στα μαυριδερά ζαρωμένα χέρια του γέρου και κράτησε με τα δόντια ένα βαθύ αναφιλητό.
  
   «Τότε κι εγώ τρελός είμαι, μεγάλε, γιατί –μάρτυράς μου ο Θεός- σε πιστεύω, ναι. Όλα όσα μου είπες τα πιστεύω».
  
   Και δεν του χε πει μόνο για την Ιεριχώ, για τον πατέρα του τον φονιά, για την κλινική που ήτανε  κλεισμένος δεκαπέντε χρόνια. Δεν του χε πει μόνο για την πραγματικότητα, που σαν ζηλιάρικο γυμνό ντουβάρι έκλεβε ψηφίδες από τα κάδρα των ονείρων του ή για τα ανεξήγητα που είχε ήδη δει, προτού να γίνουν. Του χε πει και αυτά που πίστευε πως τους περίμεναν. Τον είχε προειδοποιήσει.
  
   «Θα έρθει μια μέρα που θα ακούς παιδιά να σκοτώνουνε παιδιά, χωρίς κανένα λόγο. Θα ναι οι άνθρωποι αδιάφοροι σαν νεκροί. Θα τους διατάζουν μηχανές κι εκείνοι θα υπακούουν δίχως λέξη. Δε θα ζούμε πια, Τζώνυ, μόνο το ρεύμα θα περνάει ζωντανό μέσα απ τους τοίχους και θα πλέκει, θα διακλαδώνεται, θα απλώνει. Και θα μας καταπίνει όλους, έναν έναν.
Δε θα χουμε μυαλό δικό μας να σκεφτούμε. Σαν θα πεινάμε, δε θα νοιώθουμε να φάμε. Σαν θα διψάμε, δε θα ξέρουμε να πιούμε. Ούτε σα ζώα, Τζώνυ. Ούτε να κάνουμε έρωτα, ούτε τίποτα… Ξεκίνησε. Το βάλανε μπροστά, το ξέρω. Εκείνο ήταν που ένοιωσα και με έπιασε η λύσσα στο κελί. Το ένοιωσα σε όλο μου το κορμί, δεν ξέρω πώς να σου το πω. Να, άμα σου λεγα πως ήταν σαν πόνος στη μέση, ή στα πόδια, θα καταλάβαινες. Σαν πονόδοντος, σαν πονοκέφαλος. Αλλά όχι Τζώνυ, δεν ήταν τέτοιος πόνος. Ήταν σαν να χα μέσα μου έναν δαίμονα. Με μάσαγε, με κατανάλωνε. Πάλεψα για να του ξεφύγω, Τζώνυ, με πιστεύεις; Δεν ήθελα να χτυπήσω κανέναν. Να τους πεις να με συγχωρέσουν, δεν το ήθελα».


απόσπασμα από Το Πλεκτό, εκδ.Σ.Δ.

Τ.Η.


Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.