Σαμουέλ και Λίβελε - Φυλακισμένοι στον Παράδεισο



    Μέρος α΄





Ήτανε πάντα εδώ; αναρωτήθηκε ο Σαμουέλ, κοιτώντας με το κεφάλι του γερμένο από απορία το κρυστάλλινο μπάλωμα στον μαύρο βράχο. Ήταν από τους λίγους που του επιτρεπόταν να μπει στα δωμάτια του αρχιερέα Εωσφόρου Γεννεώ. Είχε το δικαίωμα του πρωτότοκου, μιας και ήταν ο μεγαλύτερος γιός του, ο μόνος που είχε γεννηθεί κι όχι δημιουργηθεί, πριν ακόμα από το σχίσμα. Το όνομα της μητέρας του, της Όνονεΰ Ον, ήταν απαγορευμένο να προφέρεται στις έξι επικράτειες της Κόλασης. Ακόμη και ο πατέρας του δεν τολμούσε να το ξεστομίσει, παρά μόνο σε ώρες αχαλίνωτης μέθης και ασυνειδησίας. Το κρύσταλλο καθρέφτισε την ψηλή γεροδεμένη μορφή του. Το κεφάλι με τα μαύρα στριφογυριστά κέρατα, τα κατάμαυρα σγουρά μαλλιά, τα βαθουλωμένα κόκκινα μάτια του. Χάιδεψε το τραγίσιο γενάκι στο πηγούνι του. Η μακριά ουρά του, σχεδόν με δική της θέληση υψώθηκε ανάμεσα από τα μυώδη μπούτια του κι άγγιξε το δαιμονικό του σκήπτρο που είχε ζωντανέψει απότομα. Τυλίχτηκε μαγνητισμένη γύρω του. Ο Σαμουέλ ένιωσε τους μυς στην κοιλιά του να σφίγγονται και έκπληκτος είδε το ανοιχτόχρωμο σοκολατί δέρμα του να ροδίζει αλλόκοτα. Έπιασε με τα τέσσερα ονυχοφόρα του δάχτυλα την τριγωνική άκρη της ουράς του ξετυλίγοντάς την από το ερεθισμένο του όργανο. Η ουρά έμεινε για λίγο στριφτή ακόμα, παραπονεμένη ανάμεσα στα πόδια του κι ύστερα ηρέμισε και αφέθηκε πάλι ελεύθερα στη θέση της. Πήγε στο δωμάτιό του, να βρει τον μαθητευόμενό του τον Άδαμ, έναν από τους δαίμονες πρώτου βαθμού που είχαν πρόσφατα δημιουργηθεί για την ικανοποίηση των μεγαλύτερων.

   «Έλα να σου δώσω», του είπε αναστενάζοντας, και μισοξάπλωσε στο πέτρινό του ανάκλιντρο. Ο μικρός δαίμονας, χωρίς κέρατα ακόμα στο κεφάλι, γονάτισε δίπλα στον δάσκαλό του και πήρε το σκήπτρο του στο στόμα του. Το πιπίλησε και το έγλυψε με τη γλώσσα του όπως ήξερε πως του άρεσε και, όταν ο Σαμουέλ βόγκηξε και συσπάστηκε τελειώνοντας, ρούφηξε με σεβασμό το αίμα που τινάχτηκε στο στόμα του και το κατάπιε ευγνώμων.

   «Πες μου πάλι, δάσκαλε, πως έγινε αυτή η τρύπα στην κοιλιά σου», ρώτησε χαμηλόφωνα ο μικρός δαίμονας τρέμοντας από προσμονή να μάθει.

   Ο Σαμουέλ γέλασε. Εκείνος ο νεαρός είχε πραγματικά διαβολική περιέργεια για τα πάντα. Σύντομα θα άρχιζε να ανεβαίνει τις βαθμίδες της κόλασης με άλματα. Όχι σαν τον ίδιο, που είχε κολλήσει στην ένατη και δεν έλεγε να πάει παραπάνω. Ως τώρα θα πρεπε να χε φτάσει όπως πολλά από τα αδέρφια του στην δωδέκατη, την ανώτερη που υπήρχε μετά από την τελευταία. Μόνο ο Αρχιερέας, ο Πατέρας του, κατείχε την δέκατη τρίτη.

   «Φταίει που έχω και αίμα αγγέλου μέσα μου», χαμογέλασε αινιγματικά, απαντώντας συγχρόνως στον εαυτό του και τον Άδαμ.

   «Πώς έγινε αυτό, δάσκαλε, πες μου!», δέχτηκε δυο τρία απαλά χτυπήματα στο κεφάλι και κοίταξε τον Σαμουέλ κατάματα.

   «Απαγορεύεται να σου πω», του έκλεισε το μάτι πονηρά, κι ο μικρός γέλασε.

   Πάντα έτσι έλεγε πριν αρχίσει να του διηγείται την απίστευτη ιστορία...

   «Στην αρχή υπήρχαν μόνο ο Πατέρας και η Μητέρα. Μόνοι τους έφτιαξαν τα δεκατέσσερα επίπεδα του Κόσμου. Ύστερα ο Πατέρας άνοιξε με το κλειδί του το μυστικό δωμάτιο της Μητέρας κι έβαλε μέσα της εμένα».

   «Τόσο μεγάλη ήταν που σε χωρούσε;», ρώτησε με ανοιχτό το στόμα ο μικρός δαίμονας.

   «Όχι, ήτανε μικρή, πολύ μικρότερη από τον Πατέρα. Ήταν ανοιχτόχρωμη ρόδινη με κάτασπρες μεγάλες φτερούγες και φως στα μαλλιά και αντί για σκήπτρο είχε εκεί κάτω ένα μυστικό. Ένα μυστικό δωμάτιο που ανοίγει με αυτό το κλειδί», είπε και του χάιδεψε το άγουρο ακόμη  όργανο που πάλευε να τεντωθεί και να δείξει τη δύναμή του.

   Ο μικρός ανατρίχιασε.

   «Και πώς σε έβαλε ο πατέρας μέσα στο μυστικό δωμάτιο δάσκαλε;», ψέλλισε χαμηλόφωνα, γνωρίζοντας πως οι λέξεις που ξεστόμιζαν θα μπορούσαν να τους καταδικάσουν σε εξορία στο Πυρ το Εξώτερο.

   «Όπως σου δίνω εγώ το αίμα μου. Άφησε το αίμα του μέσα της εκεί κάτω κι όταν ενώθηκε με το δικό της άρχισα να φτιάχνομαι εγώ. Ήμουν πολύ πολύ μικρός στην αρχή, σαν μια τριχούλα. Μετά έγινα σαν τη μικρή σου χούφτα, κι ένα μακριό φίδι βγήκε από την κοιλιά μου και κόλλησε στη σάρκα της για να με ταΐζει από αυτήν. Όταν μεγάλωσα τόσο που δεν χωρούσα πια άλλο μέσα στο δωμάτιό της έσπασα την πόρτα και βγήκα».

   «Και δεν πέθανε;», ρώτησε με τρόμο, θυμούμενος έναν μικρό αδερφό του που ο δάσκαλός του του έσκισε την κοιλιά και τον άφησε να πεθάνει.

   Ποτέ δεν είχαν προχωρήσει τόσο πολύ αυτή την κουβέντα.

   «Όχι, δεν πέθανε», είπε σιγανά ο Σαμουέλ, με έναν τόνο νοσταλγίας στη φωνή του.

   «Ήμουν τόσο ανήμπορος και αδύναμος που ο Πατέρας με κράτησε μέσα στην ανοιχτή παλάμη του και θέλησε να με φάει. Η Μητέρα δεν τον άφησε. Με έκρυψε μέσα στον κόρφο της και μου έδινε να πιω λευκό αίμα από το στήθος της».

   Ο Άδαμ έσκυψε και κοίταξε τις μικρές κόκκινες θηλές του κι αναρωτήθηκε αν έβγαζαν αίμα.

   «Όχι, δεν είναι έτσι. Της Μητέρας ήταν στρογγυλά και μαλακά σαν μικρά μαξιλάρια. Όχι σαν εμάς».

   «Και τι έγινε μετά και χωρίστηκαν οι επικράτειες;», μπήκε πια ο Άδαμ σε ένα εντελώς αφορισμένο κομμάτι της ιστορίας.

   «Άσε και κάτι για άλλη μέρα», τον νουθέτησε συγκαταβατικά ο θεόρατος δαίμονας και τον έστειλε να κοιμηθεί στο κρεβάτι του.

  Προσπάθησε κι εκείνος να κοιμηθεί, μέσα στο πάντα ενοχλητικό γι αυτόν πανδαιμόνιο, αλλά ο νους του γυρνούσε διαρκώς στο κρυστάλλινο μπάλωμα πάνω στο μαύρο βράχο, που του χε δείξει την παραμορφωμένη του αντανάκλαση και τον είχε ερεθίσει τόσο απόλυτα. Λες κι από πίσω του είχε κρυμμένο κάτι, κάτι παλιό και πρωτόγνωρο και ηδονικά επιθυμητό. Κάτι που ζούσε σε έναν άλλο κόσμο.

    Άφησε τον εαυτό του να τυραννιστεί για μέρες πριν τολμήσει να ξαναμπεί στο δωμάτιο του πατέρα του. Ο Εωσφόρος είχε ξεκινήσει για την προγραμματισμένη περιοδεία του στις έξι επικράτειες. Ο Σαμουέλ εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία και τρύπωσε διστακτικά στο δωμάτιο με τον κρυστάλλινο καθρέπτη.

   «Κοίτα με», τον κοίταξε, περιμένοντας τάχα να του απαντήσει.

   Ο κρύσταλλος τον κορόιδεψε αντανακλώντας απλά τη μορφή του. Οι μαύρες σγουρές τρίχες στο κορμί του ζωγράφιζαν ένα τέλειο δαιμονικό πρόσωπο. Τα κέρατα γύρω από το στήθος του, το κεφάλι πάνω στους μυς της κοιλιάς του, το τριγωνικό γένι πάνω από το όργανο του βασανισμού του. Δεν μπορούσε όλες αυτές τις μέρες να δώσει τίποτα στον Άδαμ. Μόνο η ανάμνηση του καθρέφτη τον ερέθιζε πια.

   «Δεν είμαι καλός μαθητής, δάσκαλε;», του παραπονέθηκε ο νεαρός δαίμονας εκείνο το ίδιο πρωί.

   «Και βέβαια είσαι», τον καθησύχασε ο Σαμουέλ, μα δεν μπορούσε να του εξηγήσει.

   Κατέβασε από τη βιβλιοθήκη τον τόμο με τις απαγορευμένες εκκλήσεις, κι έψαξε να βρει την επίκληση για άγγελο. Τα τέσσερα μακριά του δάχτυλα έτρεμαν ξεφυλλίζοντας το ανίερο βιβλίο. Είδε ζωγραφισμένη τη μορφή της Ον, στιγματισμένη από τα ξόρκια προστασίας των δαιμόνων.

   «Γιατί σε φοβούνται τόσο, Μητέρα;», χάιδεψε με τα μυτερά νύχια του την εικόνα.

   Έκλεισε το βιβλίο απότομα δημιουργώντας ένα σύννεφο σκόνης και το πέταξε στο άστρωτο κρεβάτι.

   «Άχρηστες φιλοσοφίες», σφύριξε η φωνή του οργισμένη κι έπιασε ένα μεταλλικό δοχείο με κρασί που είχε μείνει δίπλα στο κρεβάτι του Εωσφόρου από εχθές το βράδυ.

   Το σήκωσε στο στόμα απότομα, πίνοντας αχόρταγα σαν δαίμονας, και χύθηκε σε όλο το κορμί του καίγοντάς τον. Τη στιγμή που κατέβαζε το άδειο κανάτι απ το κεφάλι του, είδε στον καθρέφτη ένα πρόσωπο να τον περιεργάζεται με απορία. Τρόμαξε. Οι τετραδάκτυλες πατούσες του ξαφνικά ήταν πολύ μικρές για να τον στηρίξουν. Γονάτισε τρέμοντας. Το σκήπτρο του είχε τόσο επώδυνα ορθωθεί ανάμεσα στα πόδια του, που άγγιζε τις τρίχες στην κοιλιά του. Μπουσούλησε αργά προς το κρυστάλλινο παράθυρο.  Το πρόσωπο από πίσω χαμήλωσε κι αυτό και βρέθηκε ακριβώς απέναντί του. Ήτανε το λευκορόδινο πρόσωπο ενός αγγέλου. Τα μακριά λευκά μαλλιά της σέρνονταν στο μακρινό δικό της έδαφος. Δυο μικρά μυτερά στήθη κρέμονταν σφιχτά κάτω από τον χρυσόλευκο χιτώνα της. Ο Σαμουέλ κόλλησε το πρόσωπό του πάνω στον καθρέφτη, κι ένιωσε κάτι να σκίζεται μέσα στο βάθος του κορμιού του. Έσφιξε τα μάτια από πόνο και απόλαυση. Ένιωσε πάνω στο πρόσωπό του το υγρό που τινάχτηκε από μέσα του. Δεν ήταν κόκκινο αίμα. Ήταν ένα παχύρευστο υπόλευκο υγρό που έμοιαζε με το γάλα της μάνας του. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του ο άγγελος δεν ήταν πια εκεί. Σήκωσε τις παλάμες του πάνω στο ακατέργαστο γυαλί και τις χτύπησε με δύναμη, λες και πίστευε πως θα το έσπαγε και θα έτρεχε πίσω από τον φευγάτο άγγελο. Ύστερα κυλίστηκε στο πάτωμα σφαδάζοντας. Η μακριά ουρά του μαστίγωσε την πέτρα τόσο δυνατά που μάτωσε και τυλίχτηκε πονεμένη γύρω απ τον μηρό του. Έπρεπε να βρει να πιεί σήμερα. Βγήκε επιφυλακτικά από το δωμάτιο του πατέρα του και πήγε να κρυφτεί στο δικό του. Έστειλε τον Άδαμ να του φέρει μαύρο κρασί.

   «Πιες», του πρότεινε κι εκείνου και του βαλε με το ζόρι το στόμιο του μπουκαλιού στα χείλη, παρόλο που δεν επιτρεπόταν στους μικρούς να πίνουν από το «αίμα του Πατέρα».


   Πέρα από το τέλος της έκτης επικράτειας, πέρα από την θάλασσα της στάχτης, στην απέναντι διάσταση του Κόσμου, η Λίβελάι-ελ ψηλαφούσε επιφυλακτικά τον μαύρο κρυσταλλικό βράχο. Της είχε φανεί για μια στιγμή πως μια θολή μορφή την κοιτούσε μέσα από τις αντανακλάσεις του. Μια μορφή που πονούσε και ζητούσε τη βοήθεια της. Γιατί ήταν φυλακισμένο εκείνο το πλάσμα εκεί μέσα; Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάτι μυστήριο της ψιθύριζε μέσα από τον βράχο. Ο τόπος εκείνος θεωρούταν ανίερος και απαγορευμένος, αλλά η νεαρή Λίβελε διέσχιζε συχνά τα λιβάδια με τις αγκαθωτές φράουλες για να ακούσει τον αέρα να τραγουδάει περνώντας μέσα από τους ηφαιστειακούς βράχους. Εκείνο το μαγικό τραγούδι της προκαλούσε σαρκική επιθυμία...

   «Μα γιατί να είναι απαγορευμένο κάτι τόσο όμορφο;», είχε ρωτήσει κάποτε την αγαπημένη της αδερφή, την Πρώτη Κόρη της Μητέρας.

   «Γιατί η επιθυμία είναι για τους δαίμονες, μικρή μου Λίβελε. Οι άγγελοι αγαπούν, οι δαίμονες θέλουν. Έτσι ήταν πάντα ο Κόσμος».

   «Όχι πάντα», μουρμούρισε αντιδραστικά η ατίθαση αγγελίνα.

   «Ω, μη σκοτίζεις το μυαλουδάκι σου αγαπημένη μου», της χάιδεψε τα μαλλιά και τη φίλησε τρυφερά στα χείλη.

   «Μα, θυμάμαι καλά. Εσύ μου το είπες την πρώτη φορά που σε φίλησα. Μου είπες πως είσαι η κόρη της Μητέρας και του Πατέρα. Ξέρεις πως γι αυτό σ αγαπώ».

   «Σώπα, μη μιλάς για αυτόν!», την απόπαιρνε πάντα και έληγε τη συζήτηση άδοξα.

   Τώρα όμως η Λίβελε δεν είχε σκοπό να υποχωρήσει τόσο  εύκολα.

   «Πες μου πώς είναι ο Πατέρας!», έσφιξε τα χείλη της πεισμωμένη.

   «Είναι φρικτός, σαν τέρας», προσπάθησε να την τρομοκρατήσει η Ήβηβελ, η Πρώτη Κόρη.

   «Είναι ολόκληρος τυλιγμένος σε φλόγες, έχει νύχια γαμψά και μεγάλα μυτερά κέρατα. Κι έχει ένα ζωντανό σπαθί κάτω εκεί, που σου τρυπάει το μυστικό σου και πεθαίνεις».

   Η Λίβελε γούρλωσε τα μάτια φοβισμένη.

   «Και είναι όλοι οι δαίμονες έτσι;», τόλμησε να ρωτήσει σιγανά, σκεπτόμενη τη μορφή στο βράχο.

   «Έτσι και χειρότεροι», την έπιασε αγκαζέ ικανοποιημένη η Ήβη και την πήρε να περπατήσουν στους κήπους του Παραδείσου.






Τ.Η.


συνεχίζεται...

Σαμουέλ και Λίβελε, Φυλακισμένοι στον Παράδεισο, μέρος β΄
Σαμουέλ και Λίβελε, Φυλακισμένοι στον παράδεισο, μέρος γ΄
Σαμουέλ και Λίβελε, Φυλακισμένοι στον παράσεισο, μέρος δ'  
Share on Google Plus

2 σχόλια:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.