Σαμουέλ και Λίβελε- Φυλακισμένοι στον Παράδεισο

μέρος στ΄- τελευταίο




Την ίδια στιγμή στον Παράδεισο η Ον παρατηρούσε την υπέρλαμπρη ομορφιά της Λίβελάι Ελ. Ακτινοβολούσε αλλόκοτα, έδειχνε απόλυτα και τρομακτικά ευτυχισμένη. Μια απορία και μια ζήλεια τρύπωσαν μέσα στην καρδιά της κι αναρωτήθηκε αν είχε τελικά με κάποιον τρόπο καταφέρει να συναντήσει τον γιό της. Την πλησίασε με υποψία και αμέσως κατάλαβε. Θυμήθηκε εκείνη την δαιμονική μυρωδιά, έτσι μύριζε η αγκαλιά του Εωσφόρου. Έτσι μύριζε ο έρωτας. Έπρεπε να βάλει κάποιον να την παρακολουθεί. Και για τη δουλειά αυτή δεν εμπιστευόταν ούτε τη μοναχοκόρη της την Ήβη. Αυτή ήτανε δουλειά για το μυστικό τάγμα των φοβερών απρόσωπων αρχαγγέλων...
   Σαν να προαισθάνθηκαν και οι δύο πως δεν τους έμενε πολύς χρόνος συναντήθηκαν πάλι μέσα στην ίδια εκείνη μέρα που ξημέρωνε. Με την κλειστή Πύλη να τους ενώνει και να τους χωρίζει ανάμεσά τους ψιθύρισαν τα μυστικά τους κι έδωσαν όρκους φρικτούς, όρκους που θα καταπατούσαν ακόμη και τον θάνατο. Στο άκουσμά τους ο βράχος ράγισε, το κρύσταλλο θάμπωσε, ο καθρέφτης έπαψε να καθρεφτίζει. Μια πρωτόγνωρη σκοτεινή συννεφιά ξημέρωσε στον Παράδεισο και ακτίνες σαρωτικού φωτός κατάκαψαν την Κόλαση. Αστραπές και μπουμπουνητά έσκισαν στους ουρανούς των αγγέλων. Έκλεισαν τα μάτια τυφλωμένοι από το φως οι δαίμονες. Έτρεξαν να φυλαχτούν από την άγρια καταιγίδα οι άγγελοι.
   Τη στιγμή που οι οπλισμένοι με σπαθιά και δόρατα αρχάγγελοι τραβούσαν από τους ώμους τη Λίβελε, τρίαινες τρυπούσαν την πλάτη του Σαμουέλ για να τον αναγκάσουν να απομακρυνθεί από την Πύλη. Έμοιαζαν και οι δυο υπνωτισμένοι, σαν να μην τους ένοιαζε πια τι συνέβαινε γύρω τους. Το βλέμμα ανάμεσα στα μάτια τους είχε φτιάξει ένα σχεδόν χειροπιαστό μονοπάτι και τους ένωνε σαν άθραυστη κλωστή.
   «Μη φοβάσαι, θα είμαι καλά», του χαμογέλασε ήρεμα τη στιγμή που χανόταν από το οπτικό του πεδίο.
   «Θα σε ξαναδώ, στο υπόσχομαι», της ορκίστηκε κι εκείνος κι ακολούθησε τους φρουρούς στο χώρο της εκτέλεσης.
   Το τσεκούρι έλαμπε από μια ακτίνα φωτός που έπεφτε πάνω στην κόψη του. Ο Άδαμ φάνταζε τρομερός με τα χέρια στηριγμένα στην τεράστια λαβή του. Το πρόσωπό του ήταν παγωμένο και άκαμπτο, τόσο που έκανε ακόμα και τον Σαμουέλ να αμφιβάλει για τις προθέσεις του. Η αρένα ήταν γεμάτη ασφυκτικά. Όλοι ήθελαν να δουν έναν τέτοιον αποκεφαλισμό. Δεν εκτελούταν κάθε μέρα δαίμονας ένατου βαθμού, κι ο Σαμουέλ ήταν ο ένας και μοναδικός γιός του Αρχιερέα. Τους κοίταξε με λύπηση και θυμήθηκε με αποστροφή τις φορές εκείνες που κι αυτός  είχε σταθεί μπροστά στον μακάβριο πέτρινο βωμό για να παρακολουθήσει μια εκτέλεση. Τώρα καταλάβαινε και παραδεχόταν πως το έκανε μόνο για να μην ξεχωρίζει από τους άλλους, για να μην τους δίνει την αφορμή να αναρωτιούνται για τα αισθήματα και τις σκέψεις του. Μακάρι να είχε σώσει έστω έναν από το τσεκούρι του Βαλταζαάρ, και πιο πριν από το δρεπάνι του Αχαιρεώ και ακόμα παλιότερα από τα χέρια του ίδιου του Εωσφόρου Γεννεώ.
   «Το ότι θα πεθάνω δε σημαίνει τίποτα», ύψωσε ολοκάθαρη τη φωνή του πάνω από την οχλοβοή.
   «Αυτό που έχει σημασία είναι το πώς έζησα!»
   Το πλήθος σώπασε. Οι περισσότεροι ένιωσαν φθόνο κι άλλοι έχασαν κάτι από τη χαρά τους για το επικείμενο θέαμα. Μερικοί θαύμασαν. Όμως όλοι μουγγάθηκαν. Τότε ήταν που ο Άδαμ ζήτησε να κάνει χρήση του δικαιώματός του να προκαλέσει έναν δαίμονα ανώτερου βαθμού για να διεκδικήσει την τάξη του.
   «Μπορεί να περιμένει για μετά την εκτέλεση», είπε αδιάφορα ο Αρχιερέας.
   «Θέλω να προκαλέσω τον κατάδικο», συμπλήρωσε ο Άδαμ με φωνή σκληρή που δεν άφηνε υποψίες για το τι είχε στο μυαλό του.
   Ο Εωσφόρος ύψωσε επιδοκιμαστικά τα φρύδια. Ο νεαρός είχε φανεί ιδιαίτερα σκληρός και ικανός με τον Βαλταζαάρ, κι είχε σίγουρα αρκετές πιθανότητες να νικήσει σε μια πρόκληση τον πληγωμένο και ονειροπαρμένο Σαμουέλ.
   «Θα ναι μια ενδιαφέρουσα μάχη», πήγε να πει, αλλά ο Άδαμ τον πρόλαβε.
   «Δεν αξίζει να τον προκαλέσω σαν ίσο σε μάχη. Τον διατάζω να σκύψει μπροστά μου και να πιεί από μένα».
   Ένα ανατριχιαστικό σούσουρο ξεσηκώθηκε από τη δαιμονική μάζωξη. Οι θεατές επικρότησαν την εξέλιξη. Πολλοί χαμογέλασαν με ηδονική ικανοποίηση. Κάποιοι άφησαν κραυγές έκπληξης και θαυμασμού για τον μικρό Άδαμ. Μόνο ο Εωσφόρος φάνηκε να μπαίνει σε σκέψεις, μα δεν ολοκλήρωσε την υποψία στο μυαλό του. Δέχτηκε μουδιασμένα και εισέπραξε επευφημίες από τους δαίμονές του. Τι ήθελε να αποδείξει εκείνος ο μικρός; Δεν ήταν δυνατόν να δεχόταν τέτοιον εξευτελισμό ο Μοναχογιός του, οπότε πάλι σε μάχη θα κατέληγε η πρόκληση. Όταν έκπληκτος είδε τον Σαμουέλ να γονατίζει μπροστά στον Άδαμ και να τον δέχεται στο στόμα του με σεβασμό άρχισε να καταλαβαίνει, μα ήταν αργά για να αλλάξει την τροπή των γεγονότων. Ο Άδαμ έδωσε το πρώτο αίμα του στον αγαπημένο του δάσκαλο και πήρε τον βαθμό του. Κι ύστερα ατάραχος, γνωρίζοντας πως τους νόμους της Κόλασης δεν μπορούσε ούτε ο ίδιος ο δημιουργός τους να τους αρνηθεί, ζήτησε και πήρε το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στον Σαμουέλ. Μπορούσε να τον σκοτώσει επιτόπου ή να καθυστερήσει την εκτέλεση όσο αυτός ήθελε. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο οι δαίμονες ξέσπασαν σε επιδοκιμασίες, δειλά στην αρχή, μετά πιο θαρραλέα. Ο Εωσφόρος μυρίστηκε ανταρσία. Θυμήθηκε τα λόγια του γιού του πριν τον στείλει στην έκτη επικράτεια. «Θα σε ρίξω από το θρόνο σου» τον είχε προειδοποιήσει. Μπροστά στα μάτια και κάτω από τη μύτη του, είχε γλιτώσει τη ζωή του και είχε μετατρέψει τον νεαρό μαθητευόμενό του σε ήρωα και θαυμαστό ηγέτη. Και τον είχε παγιδέψει στους ίδιους του τους νόμους. Αν τολμούσε να φέρει αντίρρηση φανερά θα ξεσήκωνε αντιδράσεις που μπορεί να προκαλούσαν ακόμα και πόλεμο. Ήταν ολοφάνερο πως ο Σαμουέλ και ο Άδαμ είχαν αρκετούς οπαδούς μέσα στο πλήθος, δαίμονες που πίστευαν πως η βασιλεία του Εωσφόρου έπρεπε κάποτε να τελειώσει.
   «Χάρισμά σου η ζωή του», έφτυσε τελικά χωρίς να κρύψει την δυσαρέσκειά του και έφυγε από την αρένα πετώντας φλόγες.
   Ζητωκραυγές ανέβηκαν σαν αχός από τα στόματα εκατοντάδων δαιμόνων και ακολούθησαν το αγκάλιασμα των δυο πρωταγωνιστών της καλοστημένης παράστασης. Ωστόσο τι είχε διορθωθεί; Τίποτα. Η Λίβελε ήταν στα χέρια των αρχαγγέλων και η Πύλη δεν θα έμενε πια αφύλαχτη. Έπρεπε να βρει τρόπο να τη βοηθήσει.
   Μα και πού να πήγαιναν αν κατάφερναν να ξεφύγουν; Τι υπήρχε πια γι αυτούς; Το Τίποτα. Πραγματικά μόνο εκεί τους έμενε να καταφύγουν, και τα ναύλα για εκείνο το μικρό ταξίδι ελευθερίας θα ήταν οι ζωές τους. Δεν του πήγαινε η καρδιά να την παρασύρει σε τέτοιο αργό και βασανιστικό θάνατο. Το Τίποτα ήταν η άλλοτε έβδομη επικράτεια της Κόλασης, αυτή που ένωνε την Κόλαση με τον Παράδεισο. Μετά το σχίσμα η περιοχή εκείνη είχε αφεθεί να καταστραφεί ολότελα, έτσι που απέμεινε μοναχά μια σκοτεινή έρημος φτιαγμένη από απόλυτο τίποτα. Μόνο νεκρό χώμα και αέρας έκαναν την διάσταση εκείνη χειροπιαστή. Αλλιώς θα είχε γίνει ένα τέλειο κενό. Η Λίβελε δεν θα άντεχε πάνω από μια δυο μέρες χωρίς νερό και χωρίς φως. Κι εκείνος τάχα πόσο περισσότερο θα ζούσε; Ίσως δυο τρεις μέρες παραπάνω, και θα πέθαινε με την σκέψη πως εκείνη ήταν ήδη νεκρή. Δε χωρούσε κάτι τέτοιο στο μυαλό του, δεν ήταν δυνατόν να το επιχειρήσει. Μα τι άλλο έμενε;
   Η Λίβελάι Ελ, κατηγορούμενη για την έσχατη προδοσία να δώσει το αγγελικό μυστικό της σε έναν δαίμονα, δεν είχε την τύχη του Σαμουέλ να γλιτώσει την τιμωρία. Δικάστηκε αμέσως μόλις οι αρχάγγελοι την οδήγησαν στο Παλάτι της Ον, χωρίς την παρουσία κανενός άλλου αγγέλου και η καταδίκη της έμεινε κρυφή. Ανακάλυψε πως ο Παράδεισος είχε υπόγεια μπουντρούμια χειρότερα από τα κελιά της Κόλασης. Άραγε είχε και η Κόλαση μυστικά λιβάδια; αναρωτήθηκε με τη σκέψη μουδιασμένη από τον επικείμενο θάνατο. Άραγε πόσοι άγγελοι είχαν καταλήξει σε κάποιο από εκείνα τα κρυφά νεκρικά κελιά; Τι γίνονταν τα κορμιά τους; Πόση ψευτιά και πόσος θάνατος ακόμα θα χρειαζόταν για να αποφευχθεί η Πτώση της Όνονεΰ Ον; Στον βρώμικο πέτρινο τοίχο κρέμονταν κρίκοι με αλυσίδες. Λίγα κουρέλια πεταμένα στο μαύρο απ το αίμα δάπεδο. Ο χιτώνας της πήρε κι αυτός τη θέση του πάνω στον σωρό με τα κουρέλια. Από το θολωτό ταβάνι της κρύπτης κρεμόταν φρικιαστικά ένα τεράστιο μυτερό τσιγκέλι. Στην άκρη του είχε μια τριγωνική προεξοχή που έμοιαζε με την άκρη της ουράς του Σαμουέλ. Ανέβηκαν σε δυο πέτρινα κλιμακωτά βάθρα και τρύπησαν τις φτερούγες της στις κλειδώσεις κρεμώντας την σαν σφαχτό στο ματωμένο τσιγκέλι. Τα χέρια της τα έδεσαν με τις αλυσίδες που ήταν περασμένες στους κρίκους στον τοίχο και στα πόδια της έδεσαν μια βαριά μεταλλική μπάλα, έτσι ώστε τα φτερά της να μην αντέχουν το βάρος. Σε λίγες ώρες οι φτερούγες της θα εξαρθρώνονταν, θα έπαυε να κυκλοφορεί αίμα στις φλέβες τους. Ο πόνος θα ήταν ανυπόφορος. Σιγά σιγά θα δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Ύστερα, όταν πια δεν θα άντεχε άλλο, θα έρχονταν και θα της έκοβαν τα φτερά από την πλάτη, αφήνοντάς την να αιμορραγεί μέχρι θανάτου στο χορτασμένο από αίμα πάτωμα. Η Λίβελε δεν φώναξε από πόνο, δεν έκλαψε, δεν παρακάλεσε για τη ζωή της. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν αν θα άγγιζε πάλι τον δαίμονά της, αν θα τον ένιωθε να μπαίνει μέσα στο κορμί της, αν θα άκουγε ξανά τη φωνή του να της λέει «σ αγαπώ, σε θέλω, σε χρειάζομαι».
   Ο Σαμουέλ ρίσκαρε τα πάντα. Αργά εκείνο το βράδυ, όταν ο Άδαμ αποκοιμήθηκε, έφυγε αθόρυβα από το δωμάτιό τους και με κάθε δυνατή προφύλαξη μπήκε στην κάμαρα του Πατέρα του που από αλαζονεία κοιμόταν χωρίς φρουρούς λίγα μέτρα μακριά από τον κρυστάλλινο καθρέφτη. Η τεράστια τρίαινά του ήταν ακουμπισμένη στο κρεβάτι του. Θα μπορούσε κάλλιστα να την μπήξει στο στήθος του και να τον στείλει στον αγύριστο, μα ο Σαμουέλ ούτε που το σκέφτηκε. Το μόνο αίμα που είχε χύσει ποτέ ήταν αυτό που είχε βαφτίσει την ένωσή του με την αγαπημένη του αγγελίνα. Δεν ήταν γεννημένος για να σκοτώνει. Η μόνη σκέψη του τώρα ήταν η Λίβελε. Αγκάλιασε την πέτρα σαν να αγκάλιαζε εκείνη. Ύψωσε τις παλάμες του στο τοίχωμα που τον χώριζε απ τον Παράδεισο. Σχεδόν μύριζε το χορτάρι και το άρωμα από το δέρμα της πάνω στον βράχο. Έγινε ένα με τον τοίχο. Το μυαλό του είχε αδειάσει εντελώς από κάθε άλλη αίσθηση. Το μόνο που υπήρχε γι αυτόν ήταν εκείνη. Αίμα έτρεξε απ τη μύτη του. Τα μηνίγγια του ούρλιαζαν παλεύοντας να σπάσουν και να τον αφήσουν να φύγει άυλος και να πετάξει στην αγκαλιά της. Όταν η τρίαινα διαπέρασε στις παλάμες και τον σβέρκο του και τον κάρφωσε πάνω στον καθρέφτη, το κορμί του δεν έκανε την παραμικρή κίνηση, λες και είχε ήδη πεθάνει κι είχε πετρώσει πάνω στην Πύλη. Ο Εωσφόρος πλησίασε από πίσω και ανάσανε πάνω στον παγωμένο λαιμό του γιού του. Ύστερα έκανε απότομα μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο.
   Η Ήβηβελ για κάποιον λόγο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ένιωθε δυσφορία όλη την ημέρα, ώσπου γύρω στις μία τη νύχτα πετάχτηκε από το κρεβάτι της ταραγμένη και έτρεξε για τα ηφαιστειακά βράχια. Περίμενε να βρει την Λίβελε εκεί, μα το θέαμα που αντίκρισε της λύγισε τα γόνατα κι έκανε τα μάτια της να πλημμυρίσουν δάκρια. Πάνω στον μεγάλο μαύρο βράχο, λες κι ήταν ένα μόλις χιλιοστό πίσω από το  πέτρωμα, ο αδερφός της ατένιζε με ακίνητο βλέμμα τον ποθητό του Παράδεισο. Τρεις μυτερές άκρες σαν τεράστια ατσάλινα βέλη τον είχαν καρφώσει στον τοίχο σαν πεταλούδα σε καδράκι από φελλό. Ακριβώς το ίδιο είχε νιώσει και ο Άδαμ, και κίνησε με επιφύλαξη κοντά στις δύο το πρωί για την πόρτα του Αρχιερέα. Την βρήκε ανοιχτή. Είδε τον Σαμουέλ τρυπημένο απ την τρίαινα του πατέρα του κι έτρεξε να τον απελευθερώσει. Απέναντί του, πίσω από το κρυστάλλινο παράθυρο, ήταν γονατισμένη η Ήβηβελ και έκλαιγε. Κάτι συνέβη. Μια αναταραχή γύρω και μέσα του. Ζαλισμένος έσκυψε κι αυτός κι έπεσε στα γόνατα πριν προλάβει να αγγίξει το κορμί του δασκάλου του. 
   «Ψάξε για την Λίβελε», ενθάρρυνε τον άγγελο με φωνή βραχνή από τον πόνο.
   «Σήκω, πέτα, βρες την!», της φώναξε για να τη βγάλει από την απραξία της.
   Η Ήβη σηκώθηκε. Χωρίς να σκουπίσει τα μάτια της κοίταξε τον Άδαμ και της φάνηκε τόσο σπουδαίος, τόσο μεγαλόπρεπος, σαν να χε μέσα σε δυο μέρες γίνει αυτό που θα γινόταν κάποτε στο μέλλον.
   «Τρέχα», της ξανάπε, φίλησε την παλάμη του και την κόλλησε στην πέτρα.
   Η Ήβη έβαλε το χέρι της πάνω στον θαμπό αντικατοπτρισμό του κι ύστερα το φερε στο στόμα της. Τον χαιρέτησε κι έφυγε τρέχοντας μανιασμένα για το παλάτι της Ον. Μέχρι να φτάσει στις ρόδινες πύλες είχε πάψει να σκέφτεται σαν άγγελος. Είχε επιτέλους αφήσει ελεύθερο τον δαίμονα μέσα της. Κρύφτηκε, υποψιάστηκε, σκάλισε, μύρισε τους τοίχους. Βρήκε την είσοδο για τα κελιά και λίγο μετά κρεμόταν από το ταβάνι κατεβάζοντας από το τσιγκέλι το κρύο κι ακίνητο κορμί της αγαπημένης της αδερφής. Με επιδεξιότητα και δύναμη δαιμονική έσπασε τις αλυσίδες με την πύρινη ρομφαία των χεριών της και έβγαλε το σώμα της κρυφά από το Παλάτι. Την κουβάλησε όλο το δρόμο μέχρι τα λιβάδια με τις αγριοφράουλες και την ακούμπησε προσεκτικά πάνω στο μοσχοβολιστό και αφράτο από την χθεσινή απρόσμενη καταιγίδα χώμα. Η Λίβελε άφησε έναν ανεπαίσθητο αργόσυρτο στεναγμό, μετά βίας ζωντανή, σαν να πάλευε να κρατήσει με τα δόντια την τελευταία της ανάσα.
   «Κάλεσέ τον, αγαπημένη μου, σε περιμένει», της ψιθύρισε ψέματα στο αυτί, ξέροντας πως δεν της έμεναν παρά στιγμές μονάχα ζωής.
   Κι ύστερα από κάποια φαεινή κι ιδιότροπη σκέψη, είπε και στον Άδαμ που ήταν πάντα εκεί να πει τα λόγια της επίκλησης. Τα είπε και εκείνη. Σαν να ζωντάνεψε για μια στιγμή το νεκρό κορμί του σταυρωμένου δαίμονα, κινήθηκε με έναν μικρό σπασμό, μόνο και μόνο για να αφεθεί και να σωριαστεί τελικά άψυχο, ηττημένο απ τη βαρύτητα, μέσα στα χέρια της αδερφής του. Η Ήβηβελ κοίταξε την Λίβελε. Είχε κι εκείνη γύρει το κεφάλι κι είχε παραδοθεί στα φτερά του Εβενόχρωμου θανάτου. Είχαν ξεψυχήσει την ίδια ακριβώς στιγμή.
   Ο Άδαμ ούρλιαξε τελικά με απίστευτη οργή και λύπη συνάμα. Ούρλιαξε και η Ήβηβελ μαζί του. Αντάρα ξεσηκώθηκε απ τη γη κι έκανε το έδαφος να τρέμει και να ανοίγει σαν σαγόνια που παρέλυαν. Ο βράχος έσπασε και κατακερματίστηκε. Μια κατεβάσια φανερώθηκε κάτω απ την πετρωμένη λάβα, κι από κει μέσα πρόβαλε λίγο μετά το μακρυμάλλικο όμορφο κεφάλι του νεαρού δαίμονα. Η Πύλη είχε σπάσει, είχε ανοίξει μια για πάντα. Ποιος θα βρισκόταν να την ξανακλείσει; Στα βάθη  της Κόλασης, στην φλογισμένη έκτη επικράτεια κατατροπωμένος έτρεχε να κρυφτεί ο γέρο –Διάβολος, με τους λίγους έμπιστούς του αμετανόητους δαίμονες. Στα ανώγεια του Παραδείσου, πάνω ψηλά στον έβδομο ουρανό έτρεξε τρομοκρατημένη να κρυφτεί η Ον, μαζί με το Τάγμα των Αρχαγγέλων της.   
   Μες στα λιβάδια με τις αγριοφράουλες, εκεί που οι δυο πρωτεραστές είχαν αλλάξει την ροή της ιστορίας, τα δυο κορμιά σκεπάστηκαν αγκαλιασμένα από χώμα, φράουλες και βάτα.
   Ο μύθος λέει πως ένα δέντρο φύτρωσε πάνω απ τον τάφο τους, και το παν οι μεταγενέστεροι «Δέντρο της γνώσης του Καλού και του Κακού». Στα χρόνια που ήρθαν μόνιασαν οι άγγελοι κι οι δαίμονες. Ο Άδαμ και η Ήβη ήταν το πρώτο από τα διττά ζευγάρια που έζησε στον κόσμο.  Κι οι έντεκα από τις υπόλοιπες δώδεκα επικράτειες λένε πως ερήμωσαν σιγά σιγά. Γιατί αηδιασμένοι από το παρελθόν οι άγγελοι κι οι δαίμονες αναζήτησαν μια νέα Γη της επαγγελίας. Και η νέα τους πατρίδα έγινε το Τίποτα, γιατί τελικά κι από το Τίποτα μπορείς να κάνεις κάτι όταν υπάρχει αγάπη. Ξεχάστηκαν κι εκείνα τα ονόματα που θέλανε τους αγγέλους άγγελους και τους δαιμόνους δαίμονες. Από το σμίξιμο τους γεννηθήκανε οι άνθρωποι, πάντοτε μοιρασμένοι ανάμεσα στο καλό και το κακό τους, δύο σε ένα. Για πείτε μου λοιπόν, ποιος από σας δεν είπε κάποτε από μέσα του πως ένιωσε σαν άγγελος, κι άλλες πάλι φορές σαν άγριος δαίμονας; Ακούω!

Επίλογος

    Κάτι τον καλούσε. Έτρεχε με το κλεμμένο μηχανάκι, ένα Αυγουστιάτικο μεσημέρι στην λεωφόρο, γκαζώνοντας λυσσασμένα, χωρίς να νοιάζεται για τίποτα. Κινδύνευε κάθε στιγμή να χάσει τον έλεγχο και να συναντήσει το θάνατό του. Μέσα στην κωλότσεπη είχε τον φιλντισένιο σουγιά του, μέσα στο μυαλό του είχε τον έρωτά του. Και τα δυο φτιαγμένα για να τον σκοτώσουν.   Άκουγε όλους τους ήχους σαν να βρισκόταν μέσα σε μια γυάλα. Έβλεπε τα πάντα γύρω του σαν όραμα.
    Τα μάτια του ήταν κόκκινα από μια σεβαστή ποσότητα «τέλεια αγάπη» που είχε καταναλώσει. Τα μακριά σγουρά μαλλιά μαστίγωναν το αξύριστο, σχεδόν παιδικό ακόμη πρόσωπο, τυφλώνοντάς τον. Τα μανίκια του μπλε καρό πουκαμίσου σηκωμένα, πάνω σε χέρια λεπτά, σημαδεμένα από ασπρισμένες χαρακιές. Ορθάνοιχτο το πουκάμισο μέχρι την κοιλιά, άφηνε το στήθος του εκτεθειμένο στον ζεστό άνεμο της ταχύτητας. Προτεταμένο με θράσος το νεαρό στέρνο σαν σε θανάσιμη κόντρα με τη μοίρα του. Οι μπότες γερά σκαλωμένες στους αναβατήρες, το στενό ξεθωριασμένο τζιν περιέγραφε ένα κορμί λεπτό και νευρώδες, με τη χαρακτηριστική ένταση της ηλικίας του, ένα βήμα πριν την ενηλικίωση. Τα δάχτυλα που έπαιζαν με τα γκάζια ήταν φονικά όπλα που έστρεφε προς τον εαυτό του. Ήτανε ένας δαίμονας. Δεν τον ενδιέφερε να ζήσει. Ήτανε μόνος σε έναν κόσμο γεμάτο κοιμισμένα ζόμπι. Όλοι του φαίνονταν κενοί και νεκροί. Φοβόταν και μισούσε τους πάντες και τα πάντα. Η ζωή όλη ανούσια...
     Ξαφνικά περνώντας μπροστά από το νεκροταφείο, άκουσε σειρήνα και έκοψε ταχύτητα. Ένα κατακόκκινο σύνθημα σε έναν τοίχο έμεινε σαν αποτύπωμα μέσα στο μυαλό του. «Είμαστε φυλακισμένοι στον Παράδεισο», έγραφε. Προετοιμάστηκε για τα χειρότερα. Ένα ασθενοφόρο ανέβαινε απ την απέναντι μεριά του δρόμου, έστριψε δεξιά και χάθηκε. Ακόμα δεν πέθανα σκέφτηκε, πιστεύοντας για μια στιγμή πως έψαχναν αυτόν.
     Κάτι τον έκανε να το ακολουθήσει. Έκανε επιτόπου στροφή και μπήκε κι αυτός στο στενό. Έστριψαν με μικρή ταχύτητα αριστερά και πάλι αριστερά και σταμάτησαν μπροστά σε ένα ημιτελές τριώροφο κτήριο, όλο κολώνες και μπετά. Κατέβασε τα πόδια στην άσφαλτο και τσούλησε κοντά τη μηχανή, βλέποντας δυο ασπροντυμένους γιατρούς ή νοσοκόμους να κατεβαίνουν και να μπαίνουν από την ανοιχτή καγκελόπορτα στο σπίτι. Κάποιοι γείτονες βγήκαν να δουν τι συμβαίνει, άκουσε φωνές και παιδικά κλάματα.
     Είδε τους νοσοκόμους να βγαίνουν σαν σε αργή κίνηση, κρατώντας ένα μικρό φορείο, και πάνω του ήταν ξαπλωμένο ένα παράξενο μαγικό πλάσμα. Γούρλωσε τα μάτια του και σταμάτησε να αναπνέει. Χωρίς να το καταλάβει είχε βρεθεί πεζός μπροστά στην πόρτα του ασθενοφόρου, δίνοντας λαβή για κακόβουλα σχόλια και ενοχλημένες ματιές. Ήταν ένα όμορφο κοριτσάκι. Από τα χρυσοκάστανα μισάνοιχτα μάτια της βγήκε μια δέσμη φωτός και στοχεύοντας ακριβώς επάνω του τον έστειλε ένα βήμα πίσω, αφήνοντας έτσι χώρο για να ανέβει ένας σαραντάχρονος άντρας, μάλλον ο πατέρας της. Και πριν κλείσουν την πόρτα μπροστά του, την είδε να χαμογελά ήρεμη και να λέει σιγανά, σαν να απευθυνόταν σε αυτόν.
    «Μη φοβάσαι, θα είμαι καλά».
   «Θα σε ξαναδώ, το υπόσχομαι», ψιθύρισε κι αυτός χωρίς να ξέρει το γιατί και ανέβηκε πάλι στο μηχανάκι για να ακολουθήσει τον μικρό πληγωμένο του άγγελο.

ΤΕΛΟΣ

Τ.Η. 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.