Όλο μοσχοβολιές...




Πόσες μυρωδιές, λες, να χωράει μέσα του ο άνθρωπος. 
Εγώ είμαι γεμάτη. Πού να χωρέσει η μυρωδιά του ψεύτη, του αχάριστου, του κόλακα; Η μυρωδιά του χρήματος, της δόξας; Η μυρωδιά του καταπατητή της ζωής μας, του ασυνείδητου βιαστή της φύσης; 
Πού να χωρέσει; Την πνίγει η μυρωδιά της θάλασσας που κουβαλώ μαζί μου. Η μυρωδιά του πεύκου. Η μυρωδιά απ’ το γιασεμί που ‘χα σελιδοδείχτη στο Αναγνωστικό μου. Η μυρωδιά της πρώτης μου αγάπης. Η μυρωδιά απ’ το φιλί της Μάνας μου, απ’ το χάδι του Πατέρα. Η μυρωδιά της βροχής στο χώμα. Η μυρωδιά απ’ το πολύτιμο φυλαχτό μου που ακόμα φοράω κατάσαρκα. Φυλαχτό, από ένα σπειρί μοσχολίβανο, ένα μοσχοκαρφάκι κι ένα κλαδάκι μοσχολούλουδο. Η μυρωδιά της βόλτας μου, σε απάτητα μονοπάτια. Κι ύστερα τι να πεις για το ξαπόσταμα. 
Όλο μοσχοβολιές. 
Το φρεσκοασβεστωμένο πεζούλι του μοναστηριού, να δεις μοσχοβολιά. Αν πεις και για το κέρασμα; Νερό απ’ τη πηγή ή απ’ τη στάμνα; Το ένα καλύτερο απ’ τ’ άλλο. Μυρωδιές......... Κι αυτό το πράσινο σαπούνι, να ‘ναι παντού..... Ναι! Το πράσινο σαπούνι. Στα πιάτα, στα πατώματα, στα ρούχα και προπαντός, στις φουστάνες της γιαγιάς μου. Της Σεβαστής ντε! Να τριζοβολάνε, έτσι όπως με κεφαλοκλείδωνε ανάμεσα στα γόνατά της, για να με λούσει. « Έχεις παρέλαση αύριο» έλεγε. Φόβος και τρόμος ανάμεικτος με δέος, μα η κλωτσοπατινάδα, κλωτσοπατινάδα για να μπορέσω να ξεφύγω. Μα που! Αυτή πάλευε με τα στοιχειά. 
Γω τι να καταφέρω.... Να μη το ΄βλεπα τις προάλλες να πω. Μπροστά της μ’ είχε, πάνω στ’ άλογο. «Φιλότιμο» το φώναζε και μου ‘λεγε να μη με νοιάζει αν είναι αγόρι η κορίτσι γιατί το φιλότιμο δεν έχει φύλο. Έτσι μου ‘λεγε. Την είχα δει λοιπόν να κατεβαίνει απ’ τ’ άλογο, αλαφιασμένη, σα να την.......σα να την τσίμπησαν, μη πω, διακόσες αλογόμυγες. Να πιάνει τις άκρες της φουστάνας της και ‘γω, να νιώθω σαν το φίδι που ‘βλεπα με κλειστά τα μάτια, να κόβει στη μέση με τα δυο της χέρια. 
-Φίδι γιαγιά; 
-Άνοιξ’ τα μάτια. Δε βλεπς; 
-Δράκος γιαγιά; Βγάζει φωτιές γιαγιά. Φωτιές! 
-Έχω και σένα! Στο ΄πα. Χειρότερο. 
-Χειρότερο; 
-Το χερ’ τ’ ανθρώπ’ ειν’ το χειρότερο. Φωτιά βάλανε, βρε σκιαζμένο, φωτιά! Γύρνα πίσω στο χωριό. Φέρε βοήθεια. Σε μια ωρίτσα θα σε πάει «το φιλότιμο».Εγώ θα φλάω καραούλι.... Κοίτα με! Μη φοβθείς; Αααχ! Δε θα μ’ γλιτώσ’ ο πρόστυχος...... 
Και δεν γλίτωσε. Μήπως θα γλίτωνα εγώ; Πάλι στην παρέλαση, θα έβγαινα με κεφάλι σαν τη Λερναία Ύδρα, σε κατάσταση πανικού. Να περάσει η κακιά στιγμή σκεπτόμουνα και μόνο. Δεν ήξερα τι άλλο μπορούσε να εμφανιστεί, μέσα απ’ τις δίπλες της φουστάνας της.... Γιατί το ‘χα ακούσει... Το βράδυ που θα αρραβώνιαζε τη μάνα μου, έγινε σούσουρο στο χωριό. «Βρε, βρε χαρές η Σεβαστή! Καλά λένε πως ο Θεός ειν’ ο καλύτερος σμπέθερος». «Αγρονόμος, λέει, πως είναι ο γαμπρός. Και...Δεν είναι ντόπιος». «Α! Αγρονόμος; Θα πρεπ’ τότε να προλάβουμε. Να κτίσουμ’ εκείνο του καλβάκι, απ’ λέγαμε, κατ’ στο ρέμα. Με τς χαρές απ' ουχ' η Σεβαστή δε θα πάρ’ μυρωδιά. Και κανένα καΐκι δε φαίνεται να φέρ’ και το γαμπρό. Άντε πάμε τώρα απ’ αρχνάει η νύχτα». 
Ε, λοιπόν! Όλα τα μυριζόταν η Σεβαστή. Μια ο σύμμαχός της ο αέρας, μια η διαίσθηση της, διαίσθηση αγριμιού που κινδυνεύει, τα «απείκασε» όλα. Αμίλητη, όλο το σούρουπο, αμίλητη όλο το βράδυ, στημένη στο μπαλκόνι, δεν είχε χαράξει ακόμα και πρώτα-πρώτα, είδε τα καΐκια. Φωτάκια απ’ τη μεριά της Εύβοιας. Μια πάνω, μια κάτω απ’ το κύμα. Πλευρίσανε και να! Σειρά τα φαναράκια, σα χρυσές πυγολαμπίδες σε μαγικό χορό, μοιάζαν, σα να χρυσώνανε σιγά –σιγά κι αθόρυβα το παμπάλαιο πέτρινο μονοπάτι. Στο ίδιο εκείνο μονοπάτι, που λίγα χρονάκια πριν, μεσ’ στο καταμεσήμερο, πρόβαλε τέτοιος ήλιος, μα, τέτοιος ήλιος, σα στολισμένος Αρχάγγελος. Και λαμπίριζε τόσο πολύ μα, τόσο πολύ, στα κιάλια των Γερμανών που πέρναν την ανηφόρα, που τους τύφλωνε. 
«Τάγμα Θανάτου», το λέγαν στο χωριό. «Τάγμα Θανάτου», αυτοί; «Θαύμα Ζωής», η Σεβαστή. Με τέτοιο προστάτη, με τέτοιο Στρατηγό, άπραγη θα καθότανε; Έφερε μια γυροβολιά, σα μια φιγούρα του ατομικού της «Πυρρίχιου», κάνοντας τα εξήντα μέτρα πλισαρωτής γαλακτερής φουστάνας, ν’ ανέβει ίδιο μανιτάρι ατομικής βόμβας κι ύστερα, καταλαγιάζοντας απαλά-απαλά, γονάτισε παρασέρνοντάς την μαζί της στο χώμα. «Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρομεν, κατά πάντα και δια πάντα».Ίδια τα λόγια του παπά σαν βγάζει τα «Άγια».
Και τότε, άρχισε να σκάβει με τα χέρα, να σκάβει, όλο να σκάβει και να θάβει όπλα, ανάμεσα στους μωβ και άσπρους άγριους κρίνους. «Ας με δούνε αν μπορούνε τα στραβάδια» μονολογούσε μπαίνοντας στο Αρχοντικό της απ’ τη πόρτα της κουζίνας. Εκεί που είχε να «βγάλει εις πέρας», όπως συνήθιζε να λέει κι άλλη μια Ιεροτελεστία. Να βράσει μπογιά στο μεγάλο καζάνι για να βαφτιστεί και η φουστάνα της όπως και η καρδιά της. Μέσα στο πένθος. Πόλεμος βλέπεις. Χαρές θα ‘χουμε; «Ας με δούνε αν μπορούνε τα στραβάδια»....



Μάρω Βλαχάκη



Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.