Ξετυλίγεται η ανοιξιάτικη πόλη






Σήμερα περπάτησα από την κατοικία μου στη Λουκιανού ως το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης στην Αγίων Ασωμάτων.  Τα πάντα μου άρεσαν, με χαροποίησαν, με γοήτευσαν:

• η ζέστη, που έχει αρχίσει να προβάλλει κάτι από την ένταση του καλοκαιριού αλλά χωρίς να χάνει την γλυκύτητα της άνοιξης –

• το φως, που σκληραίνει κάθε μέρα και σε λίγες μέρες θα έχει αποκτήσει την κοφτερή ακμή του θέρους –

• οι μυρουδιές της πόλης: η τελευταία μοσχοβολιά της γλυσίνας μας και των πανταχού παρουσών νερατζιών – η φρεσκάδα του πράσινου πνεύμονα του εθνικού κήπου – οι εφημερίδες και τα περιοδικά στα περίπτερα – οι υπόγειες οσμές που ανέβαιναν από τα φρεάτια εξαερισμού του μετρό – τα εσωτερικά των μαγαζιών στην πάνω άκρη της Ερμού – τα καυσαέρια από το μποτιλιάρισμα στη διασταύρωση Ερμού & Αθηνάς – ο καφές που ψηνόταν στα καφενεία, το ψωμί στο φούρνο, η χαρακτηριστική τσίκνα της σούβλας – οι νοτισμένες απόπνοιες από παραμελημένες στόες καταστημάτων – τα εγκαταλελειμένα σοκάκια στην κάτω άκρη της Ερμού – οι υπόνομοι – οι ξεθωριασμένες σελίδες των παλιών βιβλίων στο ωραίο παλιοβιβλιοπωλεί – πίσσα (δεν μπορούσα να εντοπίσω την πηγή αυτής της χαρακτηριστικής μυρουδιάς) – το γλυκύ αγεράκι από τα βουνά, τη θάλασσα (κυμάτιζαν οι σημαίες στις στέγες της Βασιλίσσης Σοφίας) – πάνω απ’όλα η μυρουδιά της ξαφνικής και απροσδόκητης ζέστη –

• οι ήχοι της Αθήνας: το τραγούδι πουλιών στον κήπο μου – η ανυπομονησία των ταξιτζήδων (παντού), οι σειρήνες των ασθενοφόρων και των περιπολικών, το στρίγκλισμα φρένων – τα αποσπάσματα διαλόγου που άκουγα τυχαία (‘Ρε μαλάκα...’ ‘Αυτά που λές...’ ‘Να σου πω κάτι...’ ‘Γιατί με...;’) – τα ringtones των κινητών – οι αυτοσχεδιασμοί των μουσικών στην Ερμού – η βαβούρα των μπαρ, των καφενείων, των φαστφουντάδικων – οι κραυγές μικροπωλητών, φίλων (η μια στην άλλη), οδηγών τουριστών – η μουσική που έβγαινε από τα μοδάτα καταστήματα  – ο ηλεκτρικός στο Θήσειο – το γιαπί στην Αγίων Ασωμάτων –

• τα αξιοθέατα της πρωτεύουσας: όχι μόνο ο Παρθενώνας και το Ερέχθειο που έβλεπα κάθε τόσο να αιωρούνται κομψά και αιώνια πάνω από την πόλη, το νεοκλασικό μεγαλείο κατά μήκος της Βασιλίσσης Σοφίας, η Μεγάλη Βρετανία, κι η Βουλή των Ελλήνων, αλλά και ο καθημερινός ιστός του αστικού περιβάλλοντος: τα σπασμένα μαρμάρινα πεζοδρόμια – τα μοντέρνα καταστήματα στην πεζοδρομημένη Ερμού, με τις διαφημίσεις τους, τις διακοσμημένες βιτρίνες τους, τις προσφορές και τις εκπτώσεις τους – τα συντριβάνια υπό επισκευή (μετά από ταραχές πολλά χρόνια πριν) – οι πάγκοι όπου πουλιόνταν βιβλία – η ομάδα τουριστών που στέκονταν μπερδεμένοι με τους χάρτες τους μπροστά στην πανέμορφη σκοτεινότητα της ευλαβούς Καπνικαρέας – τα ανακαινισμένα νεοκλασικά κτίρια στην κάτω άκρη της Ερμού, δίπλα σε ερειπωμένα και εγκαταλελειμένα νεοκλασικά – η βαθμιαία υποβάθμιση του δρόμου προς το Θήσειο (ναι: μου άρεσε και αυτή!) – η απομόνωση του σχετικά άγνωστου βυζαντινού ναού των Ασωμάτων – η εβραϊκή συνοικία, με τις δυο συναγωγές της και το καινούργιο μνημείο για το Ολοκαύτωμα – οι ακακίες που υπάρχουν κατά μήκος της Αγίων Ασωμάτων – και τελικά το σύγχρονο Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης που είναι παράρτημα του πολύ αγαπημένου Μουσείου Μπενάκη και εκθέτει τώρα την εξαιρετική συλλογή σχεδίων του Βρετανού καλλιτέχνη, Τόμας Χόουπ, για την Οθωμανική Κωνσταντινούπολη –

• ο κόσμος, που πηγαινοερχόταν – Έλληνες, που μιλάγανε, χειρονομούσανε σα δαιμονισμένοι, μιλάγανε (κι πάλι) – ξένοι που φαινόταν ότι ήταν πάρα πολύ χλωμοί για το αθηναϊκό κλίμα – αστυνομικοί έξω από τα κυβερνητικά κτίρια, με τις στενές τους στόλες, τα μαύρα τους γυαλιά και τις αποδοκιμαστικές τους εκφράσεις – περιπτεράδες, υπάλληλοι καταστημάτων, μικροπωλητές, κουλουράδες, αγοραστές, τουρίστες – ο νεαρός που έψηνε καλαμπόκι – αυτοί που στέκονταν ή κάθονταν για να κοιτάξουν τους άλλους, ο καλοντυμένος επιχειρηματίας με το κομψό του κοστούμι που περίμενε κάποιαν ή κάποιον έξω από την Καπνικαρέα – όλοι που χασομερούσανε, πίνοντας τρώγοντας καπνίζοντας – όλοι που, αντίθετα, βιάζονταν και έτρεχαν και έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο – οι όμορφες κοπέλες, οι μουσάτοι νεαροί – οι καλοντυμένοι, οι ατημέλητοι – η απλή ποικιλομορφία της ανθρωπότητας  -

όλοι και όλα, στους σημερινούς ανοιξιάτικους δρόμους της Αθήνας, μου άρεσαν, με χαροποίησαν, με γοήτεψαν. Δεν υπήρχε καμιά παράτονη νότα.

Δεν ξέρω ακριβώς γιατί, αλλά η πόλη αυτή, που διαφέρει πολύ από τις πολλές αγαπημένες πόλεις της πατρίδας μου, με θέλγει, με μαγεύει, με εξάπτει – άσχετα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Σήμερα, συνειδητοποίησα, ακόμα μια φορά, πόσο χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ ανάμεσα στους Αθηναίους στην υπέροχή τους πόλη.



Τζων Κίττμερ
Βρετανός Πρέσβης
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.