Μαμά







Η μαμά έφυγε. Εξαφανίστηκε κάπου στον κόσμο.
Όταν χτενιζόταν και ντυνόταν για το θέατρο, το μπαλέτο, ένα Soiree, μια χοροεσπερίδα, με καταλάμβανε ο φόβος θανάτου.
Η Χρυσάνθη έλεγε: »Κοίτα τι όμορφη μαμά που έχεις...«
Δηλαδή κανείς δεν καταλάβαινε. Έφευγε έξω, σε έναν κόσμο που δεν ήταν δικός μου, δεν ήταν δικός μας.
Κοίταζα το δωμάτιο με το υπέροχο παλιό φωτιστικό, σαν μετά από έναν καταστροφικό πόλεμο, σαν μετά από ένα φοβερό ατύχημα.
Τόν καθρέφτη όπου χτένισε τα απαλά ξανθά μαλλιά της, το μπάνιο όπου έπλυνε το τρυφερό της σώμα και τα λεπτά της χέρια,  το νυχτικό της,  τις παντόφλες της...
Ένα χάος... μόνο «φύγε,   φύγε,   φύγε.... έξω από εδώ»  και μέσα στη δουλειά, μέσα στις υποχρεώσεις.
Κανείς δεν καταλάβαινε...
Έκλαιγα μια απώλεια,  τη στιγμή που οι υπόλοιποι απολάμβαναν μια «ελεύθερη» βραδιά.
Πριν από λίγες μέρες στεκόμουν νύχτα στην οδό Α., νούμερο 3 και κοίταζα τα σκοτεινά παράθυρα στο δεύτερο όροφο.
Εκεί ξάπλωνε τρεις μέρες μετά από τους ανελέητους πόνους που με πέταξαν στη γη.
Άκουσα το πρώτο μου κλάμα, είδα τη μαμά μου θανατικά εξαντλημένη από το καθήκον της ζωής.
Ήμουν εκεί, στο  έλεος της μη αναστρέψιμης ύπαρξής μου.
Είχα καταδικαστεί σε ατέλειωτες περιπλανήσεις. Ούρλιαζα, ήθελα πίσω, αλλά ο γιατρός έλεγε:  »Ω! ένα υγιές, δυνατό πνευμόνι«.
Τώρα στέκομαι εκεί, την ίδια περίπου ώρα που γεννήθηκα,  και ακούω πάλι τον αναστεναγμό της.
Πέρασα τα 20 και δεν έκανα τίποτα.
Η μαμά έφυγε. Εξαφανίστηκε κάπου στον κόσμο. Μη αναστρέψιμα.
Μου χάρισε ένα  σώμα, ένα πνεύμα και μια ψυχή.
Εκπλήρωσε την υποχρέωσή της και τώρα ΑναΠαύεται εν Ειρήνη...;




Άνα Ζουμάνη
(εφημερόπτερα)


εφημεροπτερα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.