Μονεμβασιά: Το εγκαταλελειμμένο σπίτι του Ρίτσου... και άλλα ερείπια




Είναι δυνατόν να ανακαλύψει το Εφημερόπτερο κάτι τέτοιο και να μην πάει να εξερευνήσει τα ξεχασμένα μυστικά;





«Πίσω απ’ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά,
σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους
ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
σαν άστρο παραμελημένο,
έχει αναλάβει να πληρώσει
όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.»

(Γιάννης Ρίτσος)





Βαθιά στους λόφους της Μονεμβασιάς βρίσκεται ένα μικρό τιρκουάζ ελαιόδασος και κάπου εκεί αναπαύεται και ρεμβάζει  ένα  εγκαταλελλειμένο σπίτι.





«Πριν από εσένα ήσουν εσύ;
Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.
Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα
τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι
μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι
πέταξα το ποτήρι απ’ το παράθυρο.
Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο:
«υπάρχουμε».»

(Γ. Ρίτσος)





Όταν δύσει ο ήλιος και ακολουθήσεις το γουργούρισμα του νερού, ανακαλύπτεις -λέει- μια κρυμμένη πηγή κάτω από το δρόμο, στην σκιά των δέντρων.





«Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,
τα δες απ’ την κλειδαρότρυπα –
λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
και μέσα στα παπούτσια σου.
Καλύτερα λοιπόν
να περπατάς ξυπόλητος
μη σ’ ακούσουν.»

(Γ. Ρίτσος)





Ένα από τα πιο γνωστά του ποιήματα είναι η «Εάρινη Συμφωνία»... Όταν το έγραφε ίσως να σκεφτόταν λιγάκι το γουργούρισμα της πηγής που ακούγε κάτω από τα πόδια του...  





«Θ' αφήσω
την λευκή χιονισμένη κορυφή
που  ζέσταινε  μ’ ένα γυμνό   χαμόγελο
την απέραντη  μόνωσή  μου.
Θα τινάξω απ’ τους ώμους μου την χρυσή  τέφρα  των  άστρων
καθώς  τα  σπουργίτια
τινάζουν  το  χιόνι απ’ τα φτερά τους.
Έτσι σεμνός άνθρωπος  ακέριος
 έτσι   πασίχαρος  κι  αθώος
θα  περάσω κάτω απ' τις ανθισμένες ακακίες των χαδιών σου
 και θα  ραμφίσω το πάμφωτο τζάμι του έαρος.»

(Γ. Ρίτσος)





Δεν μπορώ να μην σκέφτομαι τα φίδια όταν πλησιάζω τέτοια τοπία και να ελπίζω πως είναι κάπου απασχολημένα, αν και πάντα επιθυμώ να δω την πανέμορφη οχιά που ποτέ δεν είδα.





Από μικρή είχα μια απερίγραπτη λατρεία για τα λιβάδια.
Το λιβάδι, κατάστρωτο με πεταλούδες και σκαθάρια  που  εξατμίζεται στο καυτό άρωμα του καλοκαιριου, μου προκαλούσε μέθη.
Έτσι και τα ξέφωτα.
Σε ελώδη, ηλιόλουστα σημεία, κάθονται πεταλούδες, γαλάζιες  μικρές μεταξωτές και μαυροκόκκινες μεγάλες χνουδωτές.  Και βλέπεις τα ίχνη των ζώων.
Παντού, κάτω από τις πέτρες, υποπτευόμουν την Οχιά και εκείνη  ήταν ένα από τα μεγαλύτερα παραμυθένια μυστήρια της παιδικής της ζωής, μαζί με τον Ανθρωποφάγο, τον Γίγαντα και τη Μάγισσα.

(Άνα-Εφημερόπτερα)





Βλέποντας την άδεια στέρνα, προσπαθώ να την φανταστώ γεμάτη με νερό τα καλοκαίρια... και το Γιάννη να χαλαρώνει με τους φίλους του στην άκρη της το ηλιοβασίλεμα.





Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι
στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.

(Γ. Ρίτσος)





Μια ταράτσα για τεμπέλικες μάσες και ξάπλες... μια φορά κι έναν καιρό
 




Ο Ρίτσος μας δίδαξε να λέμε τις λέξεις με το όνομά τους... στις τέχνες. Δηλαδή να λέμε το μουνί, «μουνί» και την πούτσα, «πούτσα». Μισούσε την σεμνοτυφία όπως είχε δηλώσει κάποτε σε μια συνέντευξη. Ο ίδιος δεν είπε το μουνί, «μουνί» μεν, αλλά άσχημες οι εποχές τότε...παρ' όλα αυτά ενέπνευσε το έδαφος για πιο «ελευθερόστομες» τέχνες. 






Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες
διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. Η νύχτα
διαστέλλονταν πάνω απ’ την πόλη. Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο σου άλλοθι ένα άστρο.
(Γιάννης Ρίτσος)





Αυτός έφυγε προ πολλού, αλλά τα σταφύλια έρχονται ακόμα





Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με τι ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες· με τι
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.
(Γ. Ρίτσος)





Σκόρπια φύλλα και μια σκάλα προς τον ουρανό...





Εδώ σίγουρα θα έβλεπα την οχιά....





Η Δόνα ΧουΑνα στην Μονεμβασιά εχει έρωτες πολλούς και σχέσεις ολοκληρωμένες, ευτυχώς
ο Κυπάρισσος ο αψηλός είναι ένας από τους εραστές της και αυτός
o καθένας της προσφέρει ό,τι έχει -και κανείς δε ζηλεύει τον άλλο, γιατί όλοι ξέρουν πως,
εκτιμά την προσφορά τους και βλέπει την ομορφιά και τη μοναδικότητα του καθενός.
 



Άνα Ζουμάνη
(εφημερόπτερα)



εφημεροπτερα
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.