Στα βήματα των “Σαλταδόρων” της Κατοχής






Πηδούσαν τις μάντρες της ΑΒΕΑ για να χωθούν στις γερμανικές αποθήκες, έστηναν καρτέρι στα φορτηγά αυτοκίνητα των κατακτητών κοντά στη Δημοτική Αγορά για να αρπάξουν ψωμί και αλεύρι, μηχανεύονταν διάφορα τεχνάσματα για να απαλλοτριώσουν αντικείμενα που μπορούσαν να τα ανταλλάξουν με λίγα φασόλια ή ρύζι. Οι “Σαλταδόροι” όπως έμειναν στην ελληνική ιστορία δεν ήταν καμία οργανωμένη αντιστασιακή οργάνωση. Απλές παρέες νέων 20-25 ετών οι περισσότεροι και κάποιοι μικρότεροι για τσιλιαδόροι, που έκλεβαν προκειμένου να ζήσουν. Στις συνθήκες της σκληρής ναζιστικής κατοχής, όπου οι κατακτητές και οι ντόπιοι συνεργάτες τους κρατούσαν τα τρόφιμα για τις δικές τους ανάγκες και είχαν αναγκάσει τον υπόλοιπο πληθυσμό στη λιμοκτονία, οι θαρραλέοι αυτοί νέοι επιβίωσαν και μαζί τους χιλιάδες ιστορίες, γεγονότα, συμβάντα πολλά από τα οποία έγιναν μύθος. Σαλταδόροι υπήρχαν κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη όπου η πείνα θέριζε, όμως είχαμε και στα Χανιά. Για την ιστορία τους μαθαίνουμε από ανθρώπους που είτε συμμετείχαν στη δράση τους, ήταν αυτόπτες μάρτυρες ή είχαν συγγενείς με… σαλταδόρικη δράση. Eνας μικρός φόρος τιμής σε αυτούς τους μικρούς, αφανείς ήρωες.


“Ξυπόλυτος” και τολμηρός
Το όνομα του ήταν Μιχάλης Πουλιδάκης αλλά στη Νέα Χώρα όπου ζούσε ήταν πιο γνωστός ως “Ξυπόλυτος” καθώς πάντα, ακόμα και μετά τον πόλεμο κυκλοφορούσε χωρίς παπούτσια. Δυναμικός, τολμηρός, άνθρωπος που δεν… καταλάβαινε από φόβο όπως μας λέει ο ανιψιός του Γιώργος Πουλιδάκης. «Δεν δίσταζε να μπει σε φασαρίες, να κάνει… νταηλίκια, όχι με μαχαίρια και όπλα, πάντα με τα χέρια. Ηταν από τους ανθρώπους που δεν “κώλωνε” όπως λέγανε όλοι στη Νέα Χώρα» σημειώνει ο κ. Γιώργος.
Την εποχή της κατοχής ο Μιχάλης Πουλιδάκης όπως και πολλοί Νεοχωρίτες δημιουργούσαν ομάδες που επέδραμαν στις αποθήκες των Γερμανών στην ΑΒΕΑ, μέσα στην πόλη, σε αυτοκίνητα που κινούνταν στην περιοχή.
«Στην ΑΒΕΑ οι Γερμανοί είχαν αποθήκες ιματισμού κυρίως αλλά και σε κάποια σημεία όπλα και πυρομαχικά. Ο μπάρμπας μου και οι άλλοι σαλτάρανε όποτε μπορούσαν. Ή πηδώντας πάνω από την περίφραξη, είτε από διάφορες τρύπες που υπήρχαν στον τοίχο της ΑΒΕΑ. Από μια τέτοια εξόρμηση μου είχε φέρει μια κάσκα σαν αυτές που φορούσαν οι πιλότοι των αεροσκαφών την οποία και είχα μέχρι τα 18 μου» θυμάται ο κ. Γιώργος. Οι κατακτητές έκαναν συχνές συλλήψεις προκειμένου να σταματήσουν τα σάλτα στη γύρω περιοχή. «Κάνανε μαζικές συλλήψεις και τους πήγαιναν στο γήπεδο στο σημείο που είναι και τώρα. Εκεί κάποιοι δικοί μας με κουκούλες υποδείκνυαν ποιοι ήταν στην αντίσταση βάζοντας τους ένα σταυρό στο μέτωπο. Και ο μπάρμπας μου είχε συλληφθεί σε μια τέτοια εξόρμηση αλλά την γλυτωσε» σημειώνει.
Κάτι που είναι γνωστό σε αρκετούς Χανιώτες είναι ότι οι Ιταλοί στρατιώτες έδιναν σε τολμηρούς νέους δυναμίτη για να ψαρέψουν με αυτόν και εκείνοι στη συνέχεια έπαιρναν τα καλύτερα ψάρια και άφηναν τα υπόλοιπα στους νέους. «Οι Ιταλοί έκαναν και πιο εύκολα τα “στραβά μάτια” και στις κλεψιές τροφίμων καμία φορά για να πάρουν και αυτοί κάτι από τις αποθήκες». Μετά τον πόλεμο στην περιοχή του Κλαδισού υπήρχε ένα “νεκροταφείο” από άρματα, αυτοκίνητα και πολεμικό υλικό που είχαν αφήσει Γερμανοί και Αγγλοι. «Ηταν ακόμα και τανκς με 8κύλινδρες μηχανές. Ομως η περιοχή ήταν επικίνδυνη γιατί την είχαν ναρκοθετήσει οι Γερμανοί και τα δυστυχήματα ήταν πολλά μετά τον πόλεμο. Αρκετοί έχασαν τη ζωή τους ή έχασαν χέρια και πόδια προσπαθώντας να πάρουν κάτι από εκεί. Ο θείος μου και άλλοι έπαιρναν το μπαρούτι από τα βλήματα των 8 ιντσών και έφτιαχναν δυναμίτες για το ψάρεμα, ενώ είχε βγάλει επειδή ήταν καλός βουτηχτής μέσα από τη θάλασσα μια κάνη από πυροβόλο τανκ που την είχε πουλήσει στη συνέχεια σε έναν σίδερα. Ολα αυτά βέβαια μετά τον πόλεμο» καταλήγει ο Γιώργος Πουλιδάκης.

«Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω τη ρεζέρβα θα σου πάρω…»
Το ποιηματάκι στον τίτλο ήταν από αυτά που χαρακτήριζαν την περιοχή και το οποίο μας μεταφέρει ο κ. Μανώλης Μυλωνάς. Ανθρωπος του μόχθου, πολυγραφότατος με αρκετά βιβλία και με πλούσια αρθρογραφία στα “Χ.Ν.” για τα γεγονότα της εποχής. Σε ηλικία 10 ετών όταν κατέλαβαν οι Γερμανοί την Κρήτη   διέμενε με την οικογένειά του σε ένα σπίτι στη Σπλάντζια. «Οταν λέμε σπίτι εννοούμε ένα παλιό ξενοδοχείο με 7 δωμάτια. Σε καθένα από αυτά έμενε από μια οικογένεια Μικρασιατών, το δωμάτιο ήταν το σαλόνι, η τραπεζαρία, η κρεβατοκάμαρα τα πάντα!» θυμάται ο κ. Μανώλης.
Ο ίδιος μετείχε σε “κλεψιές” σε βάρος των Γερμανών, έχει όμως και πολλές μνήμες από περιστατικά στα οποία ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Η μνήμη του ένας απίστευτος θησαυρός γνώσεων για την εποχή της κατοχής που ευτυχώς για την ιστορία έχουν καταγραφεί από τον ίδιο.
«Οι πιο καλοί γαμπροί την εποχή εκείνη της κατοχής ήταν αυτοί που δούλευαν στις Γερμανικές αποθήκες τροφίμων» λέει χαριτολογώντας.
Τον καλούμε να θυμηθεί μερικά από τα γεγονότα με πρωταγωνιστές σαλταδόρους. «Εκεί που βρίσκεται σήμερα το “Παλλάς” στο παλιό λιμάνι είχαν οι Γερμανοί αποθήκες. Δούλευα τότε μαζί με τον πατέρα μου σε ένα συνεργείο που έκανε επισκευές στις εγκαταστάσεις, μαζί μας και ο Θανάσης Μελεμενής που αργότερα έγινε κουμπάρος μας. Είχαμε δει ότι στο ισόγειο του κτηρίου οι Γερμανοί είχαν αποθήκη γεμάτη σκοινιά σε κουλούρες. Ηταν περιζήτητα την εποχή εκείνη τα σκοινιά. Οταν δουλεύαμε λοιπόν στον 1ο όροφο του κτηρίου, ο Μελεμενής ξεκάρφωσε 3 τάβλες από το πάτωμα και στη συνέχεια έφτιαξε ένα γάντζο με τον οποίο “ψάρεψε” 5 κουλούρες σκοινί. Τις κρύψαμε με ξύλα και μπάζα και τις μετέφερα στο σπίτι εγώ που ήμουν ο μικρότερος σε ηλικία. Τις ανταλλάξαμε τις κουλούρες με ένα τσουβάλι στάρι. Τι θα γινόταν αν μας έπιαναν; Στην Αγιά για εκτέλεση ή σε στρατόπεδο στη Γερμανία από όπου δεν θα γύριζες ποτέ!».
Μαζί με άλλα παιδιά ο κ. Μανώλης περίμεναν έξω από τους στρατώνες των Γερμανών για να πάρουν κάτι από τα αποφάγια τους ή σκάλιζαν τα σημεία που πετούσαν τα σκουπίδια μήπως και βρουν καμία πατατόφλουδα. Αλλες πάλι φορές μάζευαν χόρτα στο Πρεβαντόριο στον Αγ. Ιωάννη και στα Λιβάδια για να ξεγελάσουν την πείνα τους.
Ενα από τα περιστατικά που θα μείνουν άσβεστα στη μνήμη του κ. Μανώλη ήταν κάτι που είδε με τα μάτια του έξω από το  καφενείο του Αννιτσάκη, το σημερινό 13 στην πλατεία Νέων Καταστημάτων. Το καφενείο το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και το χρησιμοποιούσαν ως μαγειρείο. Απ’ έξω σταματούσαν οι Γερμανοί οδηγοί τα φορτηγά τους που πήγαιναν ή έρχονταν από την ενδοχώρα πολλές φορές φορτωμένα με τρόφιμα. Εκεί έβρισκαν την ευκαιρία οι σαλταδόροι να εφορμήσουν και να πάρουν ό,τι μπορούν. «Σταμάτησε ένα γερμανικό αυτοκίνητο γεμάτο αλεύρια και ο οδηγός του μπήκε στο καφενείο για να φάει. Βρήκαν την ευκαιρία οι σαλταδόροι και έσκισαν μερικά τσουβάλια και πήραν το αλεύρι. Φεύγοντας ο Γερμανός κάνει μια επιθεώρηση του φορτίου του και βλέπει ότι του είχαν κλέψει αλεύρι. Τότε περνούσε από εκεί ένας δικός μας Χανιώτης που για κακή του τύχη είχε μαζί του ένα σακούλι αλεύρι και το πήγαινε σπίτι του. Τον αρπάζει ο Γερμανός και τον συλλαμβάνει. Μάταια του εξηγούσε ότι το αλεύρι το είχε αλλέσει ο ίδιος σε ένα μύλο και ήταν δικό του. Τον παρέδωσε σε δύο Γκεσταμπίτες. Δεν ξέρω αν ξέμπλεξε ποτέ γιατί εμείς φύγαμε» λέει ο συνομιλητής μας.
Ενα άλλο περιστατικό που θυμάται καλά ο κ. Μανώλης εκτυλίχθηκε στην οδό Χάληδων. Τα αυτοκίνητα των ναζί κατέβαιναν το δρόμο για να πάνε προς το λιμάνι. Εκεί λοιπόν στο ύψος της Καθολικής Εκκλησίας, κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο «βλέπω δύο νέους 20-25 ετών να σαλτάρουνε στο φορτηγό και να ρίχνουν στο δρόμο 5 σακιά με αλεύρι το πιθανότερο. Οι συνεργοί τους που ακολουθούσαν από πίσω τα μάζεψαν και τα εξαφάνισαν στο στενό προς την εκκλησία της Τριμάρτυρης. Οι Γερμανοί δεν πήραν χαμπάρι, στάθηκαν τυχεροί οι δικοί μας…» .
Δύσκολες εποχές για τις οποίες ακόμα και σήμερα ο κ. Μανώλης σκέφτεται πολλές φορές πώς κατάφερε να επιβιώσει αυτή η γενιά καθώς «ακολούθησε ο εμφύλιος όπου οι δωσίλογοι πήγαν με τους κυβερνώντες και την γλύτωσαν και την πλήρωσαν αυτοί που έκαναν αντίσταση, τραγικά πράγματα» αναφέρει και υπόσχεται ότι θα συνεχίσει να γράφει τα απομνημονεύματά του «για να μάθουν οι νεότεροι τι τραβήξαμε εμείς εκείνη την εποχή, την πείνα, τον φόβο, τους θανάτους και τη μεγάλη δυστυχία».
pyrpinakhsleyfterhs 
Αγκαλιά με το κάτασπρο ψωμί
Παιδί μέσα στην κατοχή και ο Λευτέρης Πιρπινάκης από τα Περβόλια, ζούσε μαζεύοντας χόρτα για τις κατσίκες τα οποία και πουλούσε και κάνοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού. Πέρα από όσα έκανε ο ίδιος, θυμάται ένα συμβάν με σαλταδόρους στο οποίο ήταν αυτόπτης μάρτυρας.
«Ημουν στον Κλαδισό ποταμό κοντά στη γέφυρα και έκοβα κισσό. Τον έκανα ματσάκια και τον πουλούσα σε Χανιώτες που είχαν κατσίκες γιατί το έτρωγαν πολύ. Οπως μάζευα τα χόρτα και τα έβαζα στο καροτσάκι περνάει από τον δρόμο δίπλα στον Κλαδισό ένα γερμανικό αυτοκίνητο. Την ώρα που ήταν σε κίνηση, βλέπω δύο σαλταδόρους και τρέχουν πίσω από αυτό και ένας από αυτούς να πηδάει μέσα στην καρότσα του! Πώς το άρπαξε, για πότε μπήκε μέσα, όλα σε χρόνο μηδέν! Αρχισε να πετάει έξω από το αυτοκίνητο κάτι ολοστρόγγυλα τεράστια ψωμιά κάτασπρα! Τόσο άσπρο αλεύρι δεν έχω ξαναδεί και ένας άλλος σαλταδόρος που ακολουθούσε από πίσω το μάζευε. Ενα λοιπόν από αυτά τα τεράστια ψωμιά φεύγει προς το ποτάμι όπου ήμουν εγώ και σταματάει μπροστά μου! Παρατώ τα χόρτα, το αρπάζω, το βάζω κάτω από την μπλούζα και ποτάμο-ποταμό ανέβηκα μέχρι τα Περβόλια που ήταν το σπίτι μας. Συνέχεια κοιτούσα πίσω μου γιατί φοβόμουν μην μου το πάρουν. Οταν πήγα στο σπίτι τέτοια χαρά δεν είχαμε κάνει ποτέ. Πέντε παιδιά ήμασταν και δύο οι γονείς μας, επτά στόματα σύνολο! Ηταν το καλύτερο φαγητό του κόσμου… πάρτι κάναμε. Δεν μπορείς να φανταστείς τη χαρά μας» αφηγείται ο κ. Λευτέρης.
Ο ίδιος επειδή ήταν μικρόσωμος συμμετείχε σε διάφορες “κλεψιές” σε μπακάλικα κυρίως. «Φορούσα ένα σακάκι πολύ μεγάλο, που τα μανίκια του ήταν τεράστια. Μπαίναμε μαζί με έναν άλλο μέσα στο μπακάλικο και πήγαινε ο άλλος μπροστά μου για να απασχολήσει τον μπακάλη και εγώ με το ελεύθερο χέρι που είχα μέσα από το σακάκι έπαιρνα μια χούφτα ρύζι, το οποίο και μετά μοιραζόμασταν για να το πάμε στα σπίτια μας. Μια μέρα πήγα στον Φουρνέ να δώσω τη χούφτα με το ρύζι που είχα πάρει σε ένα παραγωγό και να πάρω πορτοκάλια. Πάω στον αγρότη του δίνω τη χούφτα μου λέει “κόψε πορτοκάλια, αυτά είναι δέντρα μου”. Ομως τα πορτοκάλια σε αυτό το περβόλι ήταν ψηλά και λέω δεν πάω στο διπλανό που είναι πιο χαμηλά. Πάω λοιπόν και πάνω που είχα γεμίσει την τσάντα, έρχεται ένας αγροφύλακας και με πιάνει, μου έριξε ξύλο και μου πήρε και την τσάντα. Υπήρχαν και αγροφύλακες ρε γ… μέσα στην κατοχή! Αξέχαστο μου έχει μείνει το ξύλο που έφαγα» αναφέρει ο κ. Λευτέρης.
Όπως θυμάται οι πιο τολμηροί σαλταδόροι ήταν από τη Νέα Χώρα και μάλιστα είχε βρεθεί αρκετές φορές μπροστά στην εικόνα των “εφόδων” τους στις Γερμανικές αποθήκες. «Εκεί που είναι σήμερα η “Alpha Bank” ήταν το μπακάλικο του Κωστάκη που ήταν αποθήκες των Γερμανών. Αυτό έβαζαν συχνά ως στόχο οι Νεοχωρίτες. Δεν θυμούμαι τα ονόματα τους, έχουν πεθάνει, ήταν τότε 25 χρονών. Μέχρι να αφήσει ο Γερμανός το φορτηγό απ’ έξω και να μπει μέσα στις αποθήκες είχαν μπει στην καρότσα είχαν πάρει ό,τι έβρισκαν και έφευγαν τρέχοντας. Στεκόμουν πιτσιρίκος, τότε 12-13 χρονών και έλεγα κοίτα πώς βουτάνε τα φαγιά» καταλήγει.
kalligerhs 
Ενας άλλος… “Καζανόβας”
Τη δράση των σαλταδόρων θυμάται και ο Μανώλης Καλλιγέρης, η οικογένεια του οποίου διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην παλιά πόλη. Με ένα μεγάλο μέρος της Δημοτικής Αγοράς να το έχουν επιτάξει οι Γερμανοί και να το χρησιμοποιούν ως δικό τους αποθηκευτικό χώρο η κίνηση των αυτοκίνητων τους στην περιοχή ήταν καθημερινή. «Μια χαρακτηριστική εικόνα που δεν θα ξεχάσω ποτέ, ήταν με τον “Καζανόβα”, ένα Χανιώτη σαλταδόρο. Αυτός είχε πάει απογευματάκι μπροστά σε ένα γερμανικό φορτηγό που πήγαινε προς την Αγορά και έκανε ότι προσπαθούσε να ανάψει το τσιγάρο του από το φως του αυτοκινήτου. Γελούσε ο Γερμανός οδηγός πιστεύοντας ότι πρόκειται για τρελό ή μεθυσμένο, αλλά την ίδια ώρα οι συνεργάτες του “Καζανόβα” έπαιρναν σακιά με τρόφιμα στην πίσω πλευρά του φορτηγού και έφευγαν ανενόχλητοι» σημειώνει ο κ. Μανώλης συμπληρώνοντας πως «με τα μάτια μου είδα ένα κεφάλι τυρί σαν σαμπρέλα να το αρπάζουν και να το τσουλάνε έξω και να φεύγουν. Ήταν πολύ τολμηροί αυτοί οι νέοι και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά γιατί υπήρχε μεγάλη πείνα.»

haniotika-nea

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.