Hypnos






Ξύπνα, ώρα για ύπνο! Ύπνο εικαστικό, φιλοσοφικό, λογοτεχνικό, κινηματογραφικό, ύπνο ως ζήτημα υπαρξιακό και δικαίωμα πολιτικό αλλά και «after party» ύπνο κανονικό, στη Στέγη και αλλού, σε ένα εμπνευσμένο πρότζεκτ που υπόσχεται «να μας ανοίξει τα μάτια για όλες εκείνες τις –πολλές!– ώρες της ζωής μας που δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε». (18/3-19/6) «Χάλια κοιμήθηκα χτες», «γαμώ τους ύπνους έριξα!», «νυστάζω συνέχεια...», «είσαι ονειροπαρμένος-η!», «άντε, ύπνο τώρα», «μην κοιμάσαι όρθιος-α!»... Περνάμε αφημένοι στις αγκάλες του Μορφέα το ένα τρίτο σχεδόν της ζωής μας, ωστόσο ελάχιστα μας απασχολεί στον «ξυπνητό» μας αυτή η ασυνείδητη μεν, αλλά εξόχως ζωτική οργανική λειτουργία. Ο ύπνος, «μια φυσιολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μείωση της αντίληψης και περιορισμένη αλληλεπίδραση με το περιβάλλον», καθώς ορίζεται εγκυκλοπαιδικά, ξεκουράζει, αναζωογονεί, εκτονώνει και αναδιαμορφώνει τα τυχόν προβλήματα που αντιμετωπίζει κανείς μαζί του (αϋπνίες και άλλες διαταραχές) που επηρεάζουν την καθημερινότητα, την υγεία, την ψυχολογία, τη διάθεση, την ίδια τη συνείδηση. Πόσο «επικίνδυνο» είναι ένα όνειρο που μπορεί να γίνει πραγματικότητα; Είναι ο ύπνος μια «πρόβα θανάτου» και τα ενύπνια «μια πρόβα διαχείρισης του μεταφυσικού»; Ο ύπνος και ό,τι σχετίζεται με αυτόν, από την ανάπαυση, τη σχόλη και την απραξία μέχρι τα όνειρα, τους εφιάλτες και τον δεινό εκείνο «αδελφό» του, τον θάνατο, συνιστά ένα ολόκληρο σύμπαν καθαυτό, με έντονο και πολυεπίπεδο φιλοσοφικό, λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό αλλά και πολιτικό ενδιαφέρον. Εκεί αποκαλύπτεται ο «άλλος εαυτός μας», εκεί γινόμαστε «σώμα ευάλωτο» και ενίοτε επιθυμητό, τόσο «παρόν» και ταυτόχρονα τόσο «απόν», εκεί δοκιμάζονται τα όρια της βιοπολιτικής αλλά και της θανατοπολιτικής. Απαξίωσε η νεωτερικότητα τη ραστώνη, «εξόρισε» ο μοντερνισμός τον θάνατο ή τον έκανε αναπαραγώγιμη εικόνα, κοινό τόπο, ένα ακόμα θέαμα; Μπορεί η τέχνη να παραγάγει «τη συγχώρεση στον εαυτό, την επανεκκίνηση του παρόντος που υπόσχεται και η ανάσταση»; Και αλήθεια, ρωτήθηκε ο Λάζαρος αν ήθελε να αναστηθεί; Ποια είναι η οντολογική και φαινομενολογική διάσταση του ύπνου, τι μπορεί να υποδηλώνει ο δημόσιος ύπνος, πόσο συνδέονται μαζί του το οραματικό, το ενορατικό, το ανορθολογικό στοιχείο; Πόσο πολιτικό μπορεί να είναι το «δικαίωμα» στον ύπνο», την ανία, την αταραξία, πώς αποτυπώνει αυτούς τους προβληματισμούς η νεοελληνική τέχνη και λογοτεχνία; Πώς συνδυάζεται η πίστη στην επιστημονική δυνατότητα δημιουργίας ζωής με την ταυτόχρονη επέκταση της εικόνας του θανάτου «ως μιας εικόνας καθημερινού τρόμου, βάσει του οποίου όλο και περισσότερο κυβερνιόμαστε;». Πόσο «επικίνδυνο» είναι ένα όνειρο που μπορεί να γίνει πραγματικότητα; Είναι ο ύπνος μια «πρόβα θανάτου» και τα ενύπνια «μια πρόβα διαχείρισης του μεταφυσικού»; Πόσο επίκαιρο κι επαναστατικό είναι το σύνθημα «Ο ύπνος είναι για να γαμιόμαστε, όχι για να δουλεύουμε» που είδαμε σε πλακάτ στις πρόσφατες κινητοποιήσεις για το εργασιακό στη Γαλλία; Φταίει, άραγε, το χτεσινό ξενύχτι ή εκείνη η αγκωνιά στο μάτι σαν έβλεπα το τρίτο όνειρο; Αυτά και άλλα ενδιαφέροντα συζητήσαμε επί μακρόν με δύο από τους επιμελητές της έκθεσης (Θεόφιλος Τραμπούλης-Γιώργος Τζιρτζιλάκης), έναν ερευνητή (Δημήτρης Παπανικολάου), τρεις εικαστικούς (Νάνα Σαχίνη, Άννα Παπαέτη, Πάνος Κοκκινιάς) κι ένα αρχιτεκτονικό-καλλιτεχνικό σχήμα (Φάλαινα) από τους συμμετέχοντες στο Ύπνος project που, σωστό φεστιβάλ, περιλαμβάνει μια μεγάλη, κεντρική έκθεση νεοελληνικής τέχνης, διαλέξεις, συζητήσεις, περφόρμανς, προβολές, δράσεις, μουσικές, πάρτι, μέχρι και ύπνο ή κανονικές ολονυχτίες στον χώρο της Στέγης αλλά και αλλού. Γιώργος Τζιρτζιλάκης και Θεόφιλος Τραμπούλης Δείτε το slideshow 11 Φωτογραφίες Γιώργος Τζιρτζιλάκης και Θεόφιλος Τραμπούλης Θεόφιλος Τραμπούλης Mεταφραστής, «διυλιστής», επιμελητής κειμένων και εκθέσεων — Τι κάνει τον ύπνο τόσο ενδιαφέρον θέμα; Τι συνδέει π.χ. την κλινική ύπνου και την εγκατάσταση της Μαρίνας Γιώτη με τα βασανιστήρια στέρησης ύπνου στο έργο της Παπαέτη, το ολονύχτιο βιωματικό δρώμενο της Παπαδαμάκη και το Pyjama party με τις διαλέξεις περί ύπνου, θανάτου και ανάστασης; Όσον αφορά το ενδιαφέρον για τον ύπνο, θα πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μία είναι αυτή η θεμελιώδης αντίφασή του: στον ύπνο αποκαλύπτεται ο κρυφός, απωθημένος εαυτός μας με έναν τρόπο που το υποκείμενο ολοκληρώνεται, και συγχρόνως στον ύπνο γινόμαστε σώμα ευάλωτο. Από την άλλη, ο ύπνος φαίνεται να δοκιμάζει τα όρια των βιοπολιτικών μας θεωριών. Τι συμβαίνει με την πολιτική, τι συμβαίνει με τον έλεγχο του σώματος, όταν υποτίθεται πως η συνείδηση απουσιάζει, όταν υποτίθεται πως εκεί, στην επικράτεια των ονείρων, καμία εξουσία δεν έχει θέση; Γύρω από αυτές τις δύο απορίες-παραδοχές οργανώσαμε ένα σπονδυλωτό πρόγραμμα που περιλαμβάνει μια εικαστική έκθεση, μια έκδοση, συζητήσεις, προβολές, χορό αλλά και πάρτι, ολονυχτίες και κανονικό ύπνο στους χώρους της Στέγης. Ήταν οι άνθρωποι της Στέγης, η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, η Ελισάβετ Πανταζή, η Κωνσταντίνα Σουλιώτη, η Πάσκουα Βοργιά, η πολύτιμη πια φίλη και συνεργάτιδα Άννα Παπαέτη κι εμείς οι δύο, οι Υπνοβάτες, ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης και ο υμέτερος υπναλέος. Με ανταλλαγή ιδεών, προτάσεις, απορρίψεις, αναθεωρήσεις, συνεχείς και πολύωρες συζητήσεις, καταλήξαμε σε μερικές βασικές αρχές επιμέλειας. Με τον Γιώργο επικεντρωθήκαμε στην έκθεση και σε κάποια παραστασιακά πλοκάμια της, τις περφόρμανς από τα Φυτά, τον Χριστόδουλο Παναγιώτου, την παράσταση των Nova Melancholia, καθώς και στo τεύχος του Ύπνου. Αλλά, βέβαια, ήταν σημαντικό το ότι για ένα μεγάλο διάστημα δουλέψαμε πραγματικά ομαδικά, πριν ο πανικός μιας τόσο μεγάλης διοργάνωσης κάνει επιτακτική ανάγκη τον καταμερισμό καθηκόντων. Τι βλέπουμε όταν κοιτάζουμε ένα σώμα να κοιμάται; Ποιες ιστορικές, καλλιτεχνικές, ανθρωπολογικές σχέσεις αποκαλύπτει η τέχνη που το αναπαρέστησε; Ποιες είναι οι προβολές που κάνουμε πάνω του για την εργασία και την ανάπαυση, για την επιθυμία, την εκπλήρωση ή τη διάψευσή της, για τον φόβο της απώλειας και της εκμηδένισης, για την πολιτική που κατασκευάζει το περιβάλλον του ύπνου; — Πώς προέκυψε η συμμετοχή σου στο συγκεκριμένο πρότζεκτ και ποια η φιλοδοξία του; Η αρχική πρόταση ήταν της Αφροδίτης Παναγιωτάκου. Μας κάλεσε με τον Γιώργο και μας πάντρεψε με τα στέφανα του Μορφέως. Προφανώς ενθουσιαστήκαμε με την προοπτική της συνεργασίας και με το θεματικό αυτό πλαίσιο που βάζει σε γερή δοκιμασία όλες μας τις προκαταλήψεις για την τέχνη, τη νεωτερικότητα, την ιστορία, την επιθυμία, τον θάνατο. Η δική μου προσέγγιση της έκθεσης, συμπληρωματική προφανώς της προσέγγισης του Γιώργου, θα μπορούσε να συνοψιστεί σε ένα ερώτημα: τι βλέπουμε όταν κοιτάζουμε ένα σώμα να κοιμάται; Ποιες ιστορικές, καλλιτεχνικές, ανθρωπολογικές σχέσεις αποκαλύπτει η τέχνη που το αναπαρέστησε; Ποιες είναι οι προβολές που κάνουμε πάνω του για την εργασία και την ανάπαυση, για την επιθυμία, την εκπλήρωση ή τη διάψευσή της, για τον φόβο της απώλειας και της εκμηδένισης, για την πολιτική που κατασκευάζει το περιβάλλον του ύπνου; Ίσως ο καταλύτης να ήταν για όλους μας πως όσο καιρό δουλεύαμε, η προσφυγική κρίση αποκάλυψε το θέμα του ύπνου σε μια συγκλονιστική κλίμακα. Πλέον, με χιλιάδες ανθρώπους να κοιμούνται στην ύπαιθρο και στους καταυλισμούς, η ανατροπή των ισορροπιών ανάμεσα στο τι λες και τι δεν λες, τι δείχνεις και τι δεν δείχνεις, τι υπαινίσσεσαι και τι δηλώνεις, μπορεί να καταποντίσει ολόκληρο το εγχείρημα, είτε επειδή θα κατρακυλήσεις στο προφανές είτε επειδή από αμηχανία θα αυτοδεσμευθείς στην αποσιώπηση. Νίκος Καναρέλης, Ο ύπνος Νίκος Καναρέλης, Ο ύπνος — Ποια κλασικά και σύγχρονα καλλιτεχνικά έργα και τι είδους αρχειακό υλικό θα δούμε στην κεντρική έκθεση; Πώς ακριβώς αλληλεπιδρούν; Με τον Γιώργο αποφασίσαμε εξαρχής να μείνουμε στην ελληνική τέχνη για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο, θα έλεγα πολιτικό: είναι κρίσιμη για όλους μας η διαρκής επιστροφή στην ιστορία, η εκ νέου πλαισίωση της λόγιας και της δημώδους παράδοσης, η επανεγγραφή της με σύγχρονα εργαλεία. Ίσως κρισιμότερη και από τον πολιτικό στοχασμό, που έχει ως αντικείμενό του την επικαιρότητα: αυτήν τη στιγμή, όπως πολλοί από μας, νιώθω σαν να έχω παγιδευτεί στο αδιέξοδο ενός κακοσχεδιασμένου ηλεκτρονικού παιχνιδιού, όπου κάθε κίνησή μου προσκρούει πάλι σε τοίχο. Χρειαζόμαστε λίγο περισσότερη ιστορία και κριτικό βλέμμα και λίγο μεγαλύτερη κατανόηση της εντοπιότητας ως συνιστώσας της πολιτικής και, σε ό,τι μας αφορά εδώ, της τέχνης. Αντλήσαμε υλικό από τρεις πηγές. Καταρχάς, από την ιστορία της ελληνικής τέχνης. Με την πολύτιμη αρωγή της Μαριλένας Κασιμάτη εντοπίσαμε κρυφούς θησαυρούς της Εθνικής Πινακοθήκης. Ήταν τύχη αγαθή για εμάς που η Πινακοθήκη βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο και τα περισσότερα έργα της είναι φυλαγμένα στις αποθήκες μέχρι να ολοκληρωθεί το καινούργιο κτίριο. Έχουμε έργα του Παρθένη τα οποία μου προκάλεσαν ρίγος όταν τα πρωτοείδα, μια εκπληκτική σειρά του Νικόλαου Γύζη, τα πρωτότυπα σχέδιά του για την εικονογράφηση ενός διηγήματος του Βικέλα, έργα του Λεμπέση και του Μόραλη. Εκτός Πινακοθήκης, αντλήσαμε υλικό από διάφορες πηγές, από το ΜΙΕΤ –και εδώ ήταν καθοριστική η συμβολή της Ιωάννας Μαντζαβίνου–, από το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, από ιδιωτικές συλλογές και αλλού. Πολλά έργα που θέλαμε, όπως ο «Αλήτης» του Ιακωβίδη ή η «Αγρύπνια» του Θεόδωρου Ράλλη, δεν καταφέραμε να τα βρούμε ή να τα δανειστούμε. Χωρίς να ισχυριζόμαστε σε καμία περίπτωση πως είναι μια έκθεση που διεκδικεί την αυστηρότητα της ιστορικής έρευνας, την επιμελητική μας λογική διατρέχει ένα ιστορικό νήμα. Απευθυνθήκαμε, επίσης, σε σύγχρονους καλλιτέχνες. Η ρητή μας πρόθεση ήταν, αντιπαραβάλλοντας τον Θανάση Τότσικα, τον Διονύση Καβαλιεράτο ή τη Νάνα Σαχίνη με τον Χαλεπά, τον Πεντζίκη ή τον Πικιώνη, να ισχυριστούμε πως αν πρέπει να αναζητήσει κανείς μια στιβαρή κληρονομιά των μεγάλων δασκάλων του παρελθόντος, θα τη βρει στους σύγχρονους καλλιτέχνες με τη σύγχρονη γλώσσα και όχι κατ' ανάγκη στους δεξιοτέχνες αναπαραστατικούς ζωγράφους. Και συγχρόνως να υπαινιχθούμε πως θα πρέπει να ξαναδιαβάσουμε τους δασκάλους εκείνους ως μέρη ενός λόγιου και διεθνούς διαλόγου και όχι ως φορείς της ελληνοπρεπούς ηθογραφίας, όπως τους διαβάζει συχνά η σχολική ιστορία της τέχνης. Το αρχειακό υλικό προέρχεται από διάφορες πηγές, από το ΕΛΙΑ, από τα ΑΣΚΙ (Αρχεία Σοσιαλιστικής και Κοινωνικής Ιστορίας), τη Βιβλιοθήκη της Βουλής, το Μουσείο Μπενάκη, τη Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Ωνάση και αλλού. Μαζί και ο τόμος που έφτιαξαν οι φοιτητές του Γιώργου και της Μαρίας (Παπαδημητρίου) στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Μη φανταστείτε εξαντλητικά αρχεία, είναι ένα υπαινικτικό υλικό που θέτει ανάμεσα στις γραμμές κάποια ζητήματα μεταφυσικής, παραψυχολογίας, ιστορίας και πολιτικής του ύπνου. Ψιθυρίζει παρά κραυγάζει και συχνά το αντιμετωπίζουμε ως ισότιμο εικαστικό υλικό, με τον ίδιο τρόπο, εξάλλου, που αντιμετωπίζουμε και τα έργα ως αρχειακό υλικό. Το αγαπημένο μου αρχειακό κομμάτι είναι τα τεύχη των «Νέων Πρωτοπόρων», του περιοδικού της κομμουνιστικής νεολαίας που κυκλοφορούσε από το 1931 έως το 1936. Περιλάμβανε τα έργα μερικών εξαίρετων καλλιτεχνών, νέων, στρατευμένων, μαχητικών και απολύτως ενήμερων για τα σύγχρονά τους καλλιτεχνικά κινήματα. Οι περισσότεροι, άγνωστοι πια. Η κυρίως έκθεση ξεδιπλώνεται σε δύο χώρους: η σκηνογραφική παρέμβαση των Flux, του Θανάση Δεμίρη και της Εύας Μανιδάκη, κατάφερε να φτιάξει στον εκθεσιακό χώρο της Στέγης ένα απόλυτα ονειρικό, αποπροσανατολιστικό, «απεδαφικοποιημένο», που λένε οι αρχιτέκτονες, περιβάλλον. Στο Ίδρυμα Ωνάση, οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Εκεί επρόκειτο για έναν χώρο που λειτουργεί μη καλλιτεχνικά, που στεγάζει μια μεγάλη βιβλιοθήκη και πολύτιμα έργα τέχνης της συλλογής του Ιδρύματος. Άρα, συμπεριφερθήκαμε διαφορετικά, τονίζοντας τον διάλογο με έναν συνομιλητή που είχε ήδη εκφωνήσει το μέρος του, πριν εμφανιστούμε εμείς να κάνουμε ένα σχόλιο σε όσα λέει. Πολυχρόνης Λεμπέσης, Παιδί ημίγυμνο Πολυχρόνης Λεμπέσης, Παιδί ημίγυμνο Γεώργιος Ιακωβίδης, Η κοιμισμένη ανθοπώλης ή Η προσφυγοπούλα Γεώργιος Ιακωβίδης, Η κοιμισμένη ανθοπώλης ή Η προσφυγοπούλα — Ισχύει ότι η νεωτερικότητα κι ο μοντερνισμός «εξόρισαν» το μοιραίο και ό,τι σχετίζεται με αυτό από τη δημόσια σφαίρα; Ότι η αδήριτη προοπτική του θανάτου ακυρώνει τον μεταφυσικό σχεδόν οπτιμισμό τους; Μα, δεν συμπεριλαμβάνουμε στον μοντερνισμό τις εγκληματολογικές φωτογραφίες του Γουιτζί, τη φωτογραφία του Ρόμπερτ Κάπα, που δείχνει τον στρατιώτη του Ισπανικού Εμφυλίου να πέφτει νεκρός από σφαίρα, τους νεκρούς Ινδιάνους στις ταινίες του Τζον Φορντ, τον Τσαρλς Μάνσον, τα «Murder Ballads» του Νικ Κέιβ; Τόσους αποτυπωμένους πραγματικούς θανάτους και τόσους μυθοπλαστικούς θανάτους; Όχι, δεν νομίζω ότι ο μοντερνισμός έχει εξορίσει τον θάνατο. Τον έχει κάνει αναπαραγώγιμη εικόνα, μας έχει φέρει σε καθημερινή επαφή μαζί του, χωρίς όμως την ψυχική εμπλοκή της απώλειας, του πένθους, της οσμής. Ο μοντερνισμός και ιδίως το ποπ, από τον Άντι Γουόρχολ και μετά, έχει κάνει τον θάνατο κοινό τόπο, μια υπερπένθιμη συνθήκη. Εξάλλου, νομίζω ότι εκεί παίζει το ISIS, δολοφονώντας και φωτογραφίζοντας τις δολοφονίες. — Υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τέχνη του ύπνου, του ονείρου ή/και του θανάτου; Θα μπορούσε ένας lucid dreamer να γίνει καλλιτέχνης; Ο Τζακ Λόντον, σε ένα υπέροχο μυθιστόρημά του, τον «Ταξιδιώτη του Ουρανού», περιγράφει πώς ένας καταδικασμένος σε ισόβια καταφέρνει να κοιμάται και να ελέγχει τα όνειρά του, έτσι ώστε να ταξιδεύει έξω από το σώμα του, στ' αστέρια, σπάζοντας τους τοίχους της φυλακής. Στην ταινία «Peter Ibbetson», του 1935, αγαπημένη ταινία του Αντρέ Μπρετόν, στην οποία βασίζεται το έργο των Αρχιτεκτόνων της Φάλαινας που έχουμε στην έκθεση, δύο εραστές που δεν μπορούν να συναντηθούν, γιατί ο άντρας είναι φυλακισμένος κι αυτός, μαθαίνουν πώς να μπαίνουν ο ένας στα όνειρα του άλλου για να ζήσουν τον έρωτά τους. Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από ανάλογα όνειρα και φαντασίες που καταργούν τους ηθικούς, λογικούς και πολιτικούς περιορισμούς κι απελευθερώνουν το υποκείμενο ή το καταδικάζουν για πάντα στους λαβυρίνθους τους. Συνιστώ θερμά το «Εγκώμιο του Ύπνου» της Ανν Κάρσον που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Φάρμακο» σε μετάφραση του Παναγιώτη Ματσούκα. Δείχνει η Κάρσον σε αυτό πώς συναντιούνται οι επικράτειες της λογοτεχνίας και του ύπνου. Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι για την τέχνη αρκούν οι ενοράσεις και τα υπερβατικά υλικά. Συνήθως είναι παγίδα. — Η ανάσταση τι θέση έχει σε όλο αυτό; Είναι ελπίδα ή χίμαιρα; Μπορεί, άραγε, να πραγματωθεί, τρόπον τινά, μέσω της τέχνης ή/και της τεχνολογίας; Δεν γνωρίζω τίποτε περί ανάστασης. Μερικοί που έχουν περάσει την εμπειρία ενός δύσκολου χειρουργείου ή μιας κρίσης υγείας, όπου τα πάντα κρέμονται από μια κλωστή, διαβεβαιώνουν πως οι στιγμές του φορείου είναι αργόσυρτες στιγμές γαλήνης, κρύου, ανασκόπησης των περασμένων και μιας ακατανόητης αισιοδοξίας. Δεν ξέρω αν είναι όλοι οι άνθρωποι έτσι. Εγώ μπορώ να σας πω πως αυτό είναι ό,τι πιο κοντά έχω φτάσει σε ανάσταση. Σε κάποιου είδους, δηλαδή, διαγραφή των περασμένων, σε μια στιγμή κρίσης κατά την οποία συγχωρούμε, κατά κύριο λόγο, τον ίδιο μας τον εαυτό. Η τέχνη, ναι, μπορεί να παρέχει αυτή τη συγχώρεση στον εαυτό, την επανεκκίνηση του παρόντος. Κατά τα άλλα, όπως επισημαίνει ο Σάιμον Κρίτσλεϊ στο εξαιρετικό κείμενο που μας έχει παραχωρήσει για το περιοδικό του Ύπνου, ο Λάζαρος στην Καινή Διαθήκη είναι ένα βωβό πρόσωπο, δεν έχει ερωτηθεί για την ανάστασή του και κατά κάποιον τρόπο δείχνει να υποφέρει που τον κάλεσαν πίσω στους ζωντανούς. — Αν κάποιος ζει τη ζωή του ως τέχνη, μπορεί να κάνει το ίδιο και με τον θάνατο ή την αναμονή του; Ο Ντέιβιντ Μπόουι, στον οποίον αναφέρεται κι ο Κρίτσλεϊ στο παραπάνω δοκίμιο, έκανε ακριβώς αυτό, έκανε τέχνη τον θάνατό του τον ίδιο. Εκείνες τις ημέρες που πέθανε κάπου διάβασα ότι το «Blackstar» είναι στην ιατρική αργκό ένα απεικονιστικό ίχνος που αφήνουν στην ακτινογραφία κάποια είδη καρκίνου. Ο αυτοσαρκασμός ή η πίστη στο πεπρωμένο –ποιος θάνατος θα ήταν πιο ταιριαστός για τον άνθρωπο που έπεσε στη Γη από ένα μαύρο αστέρι;– είναι μέρος αυτού που λέτε ότι έζησε τον θάνατό του ως τέχνη. Αλλά ο Μπόουι δεν μίλησε απλώς για τον θάνατό του, για την εικονογραφία του, για τις οφειλές που δεν ξεπλήρωσε, δεν περιέγραψε την προσδοκία της μέλλουσας ζωής ή τον τρόμο της ανυπαρξίας, δεν μίλησε για το πένθος που θα αφήσει η απώλειά του κ.λπ. Αυτό που κυρίως έκανε είναι πως από το γεγονός του θανάτου του παρήγαγε μορφή, νοήματα κι επίπεδα ερμηνείας της μουσικής του. Έτυχε να ακούσετε το «Blackstar» πριν να πεθάνει ο Μπόουι; Ε, αφού πέθανε, ποτέ πια δεν θα το ξανακούσετε με τον ίδιο τρόπο. Ο θάνατός του, ο συγχρονισμός του με την έκδοση του έργου, εγγράφεται πια στα ίδια τα τραγούδια, είναι μέρος της ενορχήστρωσής τους. Αυτό δεν γνωρίζω να έχει ξαναγίνει με τόση στιβαρότητα, ακρίβεια και ανάταση, όχι πάντως στη σύγχρονη κουλτούρα. Κωνσταντίνος Παρθένης, Η νύχτα αποκρίνεται στα παράπονά μου. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου Κωνσταντίνος Παρθένης, Η νύχτα αποκρίνεται στα παράπονά μου. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου — Πείτε μας λίγα λόγια για την έκδοση. Η ιδέα μιας έκδοσης για τον Ύπνο προηγήθηκε, ξέρετε, της ίδιας της έκθεσης. Συζητήσαμε για θεματικό τεύχος που θα ισορροπεί ανάμεσα σε ένα έντυπο απαιτητικού δοκιμιακού λόγου κι ένα περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας. Καταλήξαμε να συλλέξουμε είκοσι περίπου κείμενα που μιλάνε για τον ύπνο από ισάριθμες διαφορετικές σκοπιές. Πιστεύω ότι κατορθώσαμε να κρατήσουμε αυτή την ισορροπία: μαζί με τα πρωτότυπα διηγήματα του Δημοσθένη Παπαμάρκου και της Σοφίας Νικολαΐδου, ένα κείμενο του Δημήτρη Παπανικολάου για τον ύπνο και το βλέμμα στον Καβάφη. Μαζί με ένα δοκίμιο του απόστρατου ναυάρχου του ΝΑΤΟ James Stavridis για τον ύπνο ως όπλο, ένα δοκίμιο του Άρη Σαραφιανού για έναν κοιμώμενο ερμαφρόδιτο στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Μαζί με μια Ιστορία του ελληνικού υπνοδωματίου από τον Παναγή Παναγιωτόπουλο, ένα δοκίμιο για τον χώρο του ύπνου στα παραμύθια από την αρχιτέκτονα Δήμητρα Βογιατζάκη. Και όλα αυτά εικονογραφημένα με πρωτότυπα έργα από τον εξαιρετικό νέο χαράκτη Ευριπίδη Παπαδοπετράκη. Η έκδοση δεν είναι απλώς ένας κατάλογος της έκθεσης. Είναι ένα δεύτερο, παράλληλο και συμπληρωματικό, έργο της περίεργης υπνοβασίας μας αυτό τον τελευταίο χρόνο. Γιάννης Μόραλης, Γυμνό. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου Γιάννης Μόραλης, Γυμνό. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου Γιώργος Τζιρτζιλάκης Aρχιτέκτονας, καθηγητής στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, επιμελητής εκθέσεων. — Πώς προέκυψε η ιδέα για το Hypnos Ρroject; To Hypnos Ρroject, μια ιδέα της Αφροδίτης Παναγιωτάκου από την ομάδα της Στέγης, υλοποιήθηκε έπειτα από πολλές επαφές, συζητήσεις κι ανταλλαγές απόψεων. Το δικό μου ενδιαφέρον ξεκίνησε όταν είχαμε αναπτύξει παράλληλα με τη Μαρία Παπαδημητρίου το μάθημα «Η εργασία του ύπνου» στην Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλίας (Τμήμα Αρχιτεκτόνων). Εκδώσαμε έναν τόμο 800 σελίδων με την εργασία-έρευνα 38 φοιτητών πάνω στο θέμα, που θα είναι ένα ακόμα έκθεμα. Με τον Θεόφιλο και τα άλλα τα παιδιά δουλέψαμε συνεργατικά, σαν συντακτική ομάδα περιοδικού, ώστε να στήσουμε όχι άλλη μια έκθεση «ρουτίνας» αλλά ένα σπονδυλωτό πρόγραμμα εκδηλώσεων – από έκθεση έργων μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης, περφόρμανς, δράσεις, μέχρι διαλέξεις, συζητήσεις, προβολές, μουσικές και πάρτι στο κτίριο της Στέγης, σε ένα διπλανό του και στο Ίδρυμα Ωνάση. Υπάρχουν, επίσης, σκέψεις για μια περιπατητική δράση στο Α' Κοιμητήριο, όπου επίσης υπάρχουν περίφημα γλυπτά. Εικαστικό event καθαυτό θα είναι, άλλωστε, και η αφιερωμένη στο Hypnos Ρroject έκδοση του πρώτου τεύχους περιοδικού της Στέγης. Έργο του Νικόλαου Γύζη. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου Έργο του Νικόλαου Γύζη. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου Έργο του Νικόλαου Γύζη. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου Έργο του Νικόλαου Γύζη. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου — Ομολογώ ότι κι εμένα η ιδέα του ύπνου ως εικαστικού event αφενός με παραξένεψε, αφετέρου με εξίταρε. Ο ύπνος μπορεί να ακούγεται αυτονόητο και κοινότοπο ως θέμα, όλους όμως μας βασανίζει αφού αφορά τόσο τη μισή μας ζωή –επηρεάζοντας βέβαια και την ποιότητα της υπόλοιπης– όσο και το φαντασιακό μας. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον έχουμε διερευνήσει ιδιαίτερα. Το Hypnos Ρroject είναι δομημένο σε τρεις άξονες: α) τον οντολογικό (ψυχανάλυση, ασυνείδητο, οντολογία ύπνου), β) τον φαινομενολογικό (π.χ. ο ύπνος ως μηχανισμός και ο εξοπλισμός του, ο σύγχρονος, υβριδικός χώρος υπνοδωμάτιο-γραφείο που πρωτοκαθιέρωσε ο Χιου Χέφνερ τη δεκαετία του '70 για να φτάσουμε σήμερα να βλέπουμε σε έρευνα στους «Ν.Υ. Times» ότι το 80% των νέων παιδιών δουλεύουν στο κρεβάτι τους συντροφιά με το λάπτοπ ή το τάμπλετ) και γ) τη δημόσια διάσταση του ύπνου, όπου απαντούν τόσο ο συνυφασμένος με το σύνθημα για επιστροφή στη φύση υπαιθρισμός –τάση που ξεκινά από τους Ρομαντικούς του 19ου αιώνα και φτάνει μέχρι τους χίπις και τους ρέιβερ– όσο και ο εξ ανάγκης υπαίθριος ύπνος αστέγων, προσφύγων, μεταναστών κ.λπ. ανέστιων που ενέχει μια δραματική υπαρξιακή διάσταση. Με τον ύπνο συνδέονται το όνειρο και γενικότερα το ανορθολογικό, οραματικό στοιχείο, η σχόλη, η ραστώνη και βέβαια ο θάνατος, που στην ελληνική αρχαιότητα θεωρούνταν αδελφός του ύπνου. Δεσπόζουσα, όμως, θέση σε αυτόν έχουν επίσης ο έρωτας και η δημιουργία. — Η δική σου σχέση με τον κοιμώμενο εαυτό; Επαμφοτερίζουσα θα την έλεγα, όπως και των περισσότερων ανθρώπων νομίζω, μια σχέση επιθυμίας, λατρείας και διαταραχής. Με τον ύπνο συνδέονται το όνειρο και γενικότερα το ανορθολογικό, οραματικό στοιχείο, η σχόλη, η ραστώνη και βέβαια ο θάνατος, που στην ελληνική αρχαιότητα θεωρούνταν αδελφός του ύπνου. Δεσπόζουσα, όμως, θέση σε αυτόν έχουν επίσης ο έρωτας και η δημιουργία. Δυστυχώς, οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις, οι συνδεόμενοι με αυτές επιταχυνόμενοι ρυθμοί ζωής και οι αυξημένες απαιτήσεις τόσο στη σφαίρα της εργασίας όσο και της κοινωνικοποίησης συνέβαλαν στο να περιστέλλεται διαρκώς ο ζωτικής σημασίας για το είναι μας χρόνος της ραστώνης. Ωστόσο, η αργία δεν είναι παθητικότητα αλλά ουσιώδες στοιχείο της καθημερινότητας, όπως άλλωστε και η ονειροπόληση. Γιάννης Μόραλης, Γυμνό. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου Γιάννης Μόραλης, Γυμνό. Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου — Πώς πραγματεύεται αυτά τα θέματα η νεοελληνική τέχνη; Εδώ είναι, πιστεύω, ένα κεντρικό σημείο του πρότζεκτ. Γιατί στη νεοελληνική τέχνη έχουμε μια αξιόλογη παράδοση στο θέμα του ύπνου, της ραστώνης και του νωχελικού, αναπαυόμενου, ερωτεύσιμου σώματος που τώρα την ανακαλύπτουμε σε αυτή της τη διάσταση, ειδικά από καλλιτέχνες του 19ου αιώνα, που λανθασμένα εντάσσαμε πριν στη νατουραλιστική αναπαράσταση, στην ηθογραφία και τον νεοκλασικισμό, όπως και από τους σουρεαλιστές. Διαπιστώνουμε τώρα ότι η δουλειά τους είχε μια βιοπολιτική διάσταση, αγγίζουν μορφές κανονικότητας και αντίστασης σε αυτή και δίνουν έναν ζωτικό ρόλο στην έννοια της ποιητικής του σώματος. Το ηδονικό σώμα ξαναμπαίνει στο κάδρο, επανέρχεται η διεκδίκηση απαγορευμένων επιθυμιών.

lifo.gr 
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.