Το Σώμα και ο χώρος


Το σώμα καθίσταται φορέας μιας αρχέγονης χωρητικότητας. Δεν φανερώνει μόνο τον κόσμο μέσα στον οποίο υπάρχει, αλλά εσωκλείει έναν (δικό του) κόσμο διατηρώντας ατόφια την όποια αινιγματικότητά του: είναι, όπως λέει ο Πωλ Βαλερύ, ένα «δίπλευρο ον» που υπάρχει και ταυτόχρονα μάς δείχνει ένα τρόπο του υπάρχειν.
Η σχέση σώματος-χώρου δε δηλώνει μόνο τη σημασία της υλικής συνθήκης στην οποία καλούνται να εισέλθουν οι  χορευτές.
Ο χώρος δεν είναι αυτός μέσα στον οποίο υπάρχουν τα σώματα, αλλά αυτός που τα σώματα πλάθουν αναμεταξύ τους. Έτσι, ο κάθε χορευτής γίνεται μέρος και μέλος ενός ευρύτερου ζωντανού οργανισμού ο οποίος διαπλάθεται και μεταμορφώνεται, εξωτερικεύοντας όλες τις δυνάμεις που αλληλεπιδρούν στο εσωτερικό του.
Σ’ αυτή τη σύλληψη του «συλλογικού σώματος», ο καθένας πληροί το ίσο και το κοινό: υπάρχει στο βαθμό που διαφέρει, αλλά συνυπάρχει όσο η διαφορά του οπισθοχωρεί σεβόμενη την ισορροπία του συνόλου.
Οι δράσεις του καθενός μπορούν να υποστηρίξουν τις δράσεις των άλλων –σαν κομμάτια ενός παζλ που αλληλοσυμπληρώνονται για να διαμορφώσουν την ευρύτερη εικόνα. Οι μαχητικές σχεδόν λαβές που επιχειρούν οι ερμηνευτές επιτρέπουν στα σώματα να μπλεχτούν, χωρίς να ατονήσει η ρέουσα ποιότητα στην κίνηση.
Πράγματι, τα πάντα σμιλεύονται εν κινήσει, ακόμη κι αν φαινομενικά δείχνουν στατικά ή καθηλωμένα σε μια βραδύτητα.
Επιτρέπουν ωστόσο στο θεατή να αναγνωρίσει τα στάδια από τα οποία διέρχεται η ομάδα συγκροτώντας έναν ισχυρό πυρήνα δράσης.
Αυτή η υπαρξιακή-χωρική συνθήκη, όπου οι χορευτές συνυπάρχουν χωρίς να υπερισχύει κάποιος/α, δείχνει ακριβώς τον χαρακτήρα της χορογραφικής σύνθεσης: καθιστά ορατή την «κοινωνία μιας ομάδας».
Το θέμα επικεντρώνεται σ’ αυτή την κοινή παρουσία των σωμάτων, μια παρουσία που παρεμένει στον πυρήνα της απροσδιόριστη• δεν διακρίνουμε ρόλους, αλλά «καθαρά» σωματικές υποστάσεις, εκφάνσεις του κόσμου που συμπλέκονται για να μορφοποιήσουν κάτι «άλλο», κοινό ως προς τη μορφή, απροσδιόριστο ως προς το περιεχόμενο.
Το μάτι εισπράττει ένα σύμπλεγμα σωμάτων που στερεώνεται σε ένα ερμητικό «εκεί», πάντα «κενό», διαπραγματεύσιμο, ικανό να συμπεριλάβει κάθε περιεχόμενο.
Δεν βλέπουμε πρόσωπα που ενεργούν, αλλά σώματα που επιδίδονται σε μια «εκσκαφή», σε μια αναζήτηση του στοιχειώδους της ανθρώπινης επαφής διαμορφώνοντας σχήματα, όγκους, επιφάνειες. Το σώμα καθίσταται συνώνυμο ενός αχαρτογράφητου τοπίου.
Πεπερασμένο στην έκτασή του, αλλά ανεξάντλητο ως προς τους μετασχηματισμούς του.
Σ’ αυτή την καθαρή σωματική εξερεύνηση, ο κάθε χορευτής παίρνει, μέσα από την επαφή, τη μορφή που του δίνει ο άλλος, περισυλλέγεται σε κινήσεις που γεμίζουν με νόημα την ομάδα. Κανείς/καμιά δεν επιδρά απλώς στον εαυτό του. Το σύνολο καθίσταται ο τρόπος για να υπάρξει η μονάδα και όχι το αντίστροφο. Αυτή η άρση της εξατομίκευσης, η μετάβαση από τον ενικό της αυταρέσκειας στον πληθυντικό της αμοιβαιότητας, χαρίζει στην ομάδα ζωή, οριοθετεί το χώρο της και αποσαφηνίζει την πορεία της πρόσληψής της από τα μέσα προς τα έξω.
Ακόμη και όταν το «σχήμα»-σύνολο διαιρείται στα εξ ων συνετέθη, οι μονάδες δεν μπορούν να νοηθούν αποκολλημένες, αποσπασμένες από την ανάμνηση αυτού που είχαν μόλις πριν δημιουργήσει.
Το υποκείμενο επιθυμεί να προσχωρήσει (και πάλι) σ’ αυτό που του έδωσε «μορφή» και λόγο ύπαρξης.
Μια τέτοια «παθητικότητα» γίνεται εύληπτη μέσα από το σώμα, τις σχέσεις που συνάπτει με τους γύρω, στον τρόπο που η γραφή της κίνησης νοείται ως μια διαδρομή που ακολουθεί ο κάθε χορευτής για να διασταυρωθεί με τους υπόλοιπους μέσα στο χώρο.
Επομένως, διαπιστώνουμε ότι όσο εντείνεται η αίσθηση του κοινά διαμορφωμένου χώρου, άλλο τόσο οξύνεται και διευρύνεται η αίσθηση που αποκτάμε για τα στοιχεία που τον συναπαρτίζουν.
Σ’ αυτήν όμως την κορύφωση εντοπίζει κανείς και την κρυφή αδυναμία του εγχειρήματος.
Όσο περισσότερο εστιάζουμε την προσοχή μας στη συνεχόμενη ροή της δράσης, τόσο καλύτερα βλέπουμε ότι η σκηνική εξέλιξή της βασίζεται σε ένα συμμετρικό, αφηγηματικό σχήμα: ηρεμία-έκρηξη-ηρεμία.
Η έκρηξη που μεσολαβεί, δεν αποκτά τη σπουδαιότητα που της αρμόζει.
Η ισορροπία έχει διαταραχθεί και οι σχέσεις μονάδας-συνόλου δεν μπορούν πια να είναι οι ίδιες.
Η αποκατάσταση της αρχικής συνθήκης οφείλει τώρα να ενσωματώσει τη διατάραξη του συστήματος, την παραλλαγή των δυνάμεων που έχει συμβεί στο εσωτερικό της ομάδας.
Η «αμηχανία» που προκύπτει από αυτή την παραλλαγή, μένει μετέωρη, ανεξερεύνητη, σαν να αγνοείται το γεγονός ότι είναι αδύνατο «από το ίδιο να προκύψει το ίδιο».
Αναζητώντας τη συμμετρία και τη γραμμικότητα, φαίνεται να μη λαμβάνεται υπόψη ο βιωμένος σκηνικός χρόνος, η διάρκεια που καθιστά σαφή την ασυμμετρία στις διαδοχικές στιγμές της σύνθεσης, το κενό ανάμεσα σε ό,τι προηγήθηκε και σ’ αυτό που έπεται.
Έτσι, το «τέλος» επέρχεται αιφνίδια, σε μια στιγμή που θα περίμενε να δει κανείς πώς τα σώματα επιχειρούν να επαναφέρουν την ισορροπία στο εσωτερικό της ομάδας, επινοώντας τρόπους να αφομοιώσουν την όποια αλλαγή και να τη μετατρέψουν σε μια νέα συνθήκη συνύπαρξης.
Αντιθέτως, εγκαταλείπουν αυτό που τόσο λεπτομερώς σμίλεψαν, σα να μην υπήρξαν ποτέ «εκεί», ακυρώνοντας και το χώρο που φανερώθηκε μέσω της γραφής των σωμάτων. Είναι σα να λέμε ότι απουσία τέλους, η έξοδος από την σκηνή αποτελεί την «καλύτερη» λύση για να φτιαχτεί ένα τέλος. 

Σώμα, σεξ, οργασμός
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.