Κυριακή του Πάσχα που 'ταν, που θα 'ναι



Κυριακή του Πάσχα.
Τα αγριόπευκα πάντως δεν άλλαξαν καθόλου, έμειναν γκριζοκίτρινα όπως τον χειμώνα. Δεν επιτρέπουν ελπίδες και τέτοια. Πρώτα θα γίνουν όλα -η τάξη και η ασφάλεια της άνοιξης- και μετά θα πρασινίσουν στα σοβαρά.  Τα αγριόπευκα είναι προβλεπτικές ιδιοφυΐες, δηλαδή οι βενιζέλοι και οι βισμάρκοι του κόσμου των δέντρων.
Άλλα δέντρα πάλι, υπερβολικά αισιόδοξα, βγάζουν το κεφάλι τους έξω, «όλα οκ», λένε, «άϊ στο διάλο, έχει ο θεός» και μέχρι να τα δεις, μαράθηκαν.
Όμως τα αγριόπευκα λένε: «έτσι και πάρουμε μια φορά μπρός, έτσι και αρχίσουμε να πρασινίζουμε, επιστροφή δεν υπάρχει πια και μάλιστα ως το γεροφθινόπωρο, Ολέ!  Γίναμε κατανοητά;»
Η Σούρβα κάνει κάτι παρόμοιο, εκείνη μάλιστα δεν μασάει ούτε όταν τα κόκκινα μούρα της φορέσουν  άσπρα σκουφάκια και κασκόλ, τελευταία πηγή τροφής του κοντόχοντρου πύρρουλα.

Κυριακή του Πάσχα.
Ένας εργάτης παίζει κλαρίνο και η γυναίκα του φωνάζει: «Έλα να φάμεεεεε!». Καλό φαΐ θα έχει σήμερα,  καλούδια που υπερβαίνουν τα «συνηθισμένα έξοδα».

«Ο ρομαντισμός του γιορτινού φαγητού», σκέφτεται ο παππούς που τό 'χει ξαναδεί και το θυμάται. «Όταν ήμουν παιδί, τις Κυριακές είχαμε κοτόπουλο και πατάτες  και κρέμα καραμέλα και χυμό!  Ο χυμός δεν ήταν νερωμένος όπως στα άλλα σπίτια, γιατί η μάνα μου σκόπευε πάντα να ταπεινώνει τις άλλες νοικοκυρές, λέγοντας: 'στο δικό μου το τραπέζι ο χυμός ρέει  από το αυθεντικό του μπουκάλι'.  Ως εκ τούτου οι γειτόνισσες την λέγανε σπάταλη, μερικές φορές μάλιστα την λέγανε 'εκκεντρική'.  Κάνα δύο τρεις την θαύμαζαν: 'Χυμός από το αυθεντικό μπουκάλι; Πω!'. Μπροστά από το παράθυρό μου ήταν ένα ζαρκάδι σε περιφραγμένη αυλή. Μυρίζει τη γη σαν κατσίκα. Μάλλον σκέφτεται: 'έχασα την ελευθερία μου, τώρα ας απολαμβάνω γκουρμέ τουλάχιστον'».

«Κυριακή του Πάσχα», θυμάται ο παππούς, « Όλοι την νιώθουν γιατί την γνωρίζουν από το ημερολόγιο. Αύριο, στις 20 Απριλίου έχει τα γενέθλιά της, θα γίνει 13. Όμως δεν μπορώ να της ευχηθώ. Πρώτον δεν το επιτρέπουν οι γονείς της και δεύτερον δεν ξέρω ούτε το όνομα, ούτε την διεύθυνσή της. Όμως το γερακίσιο μάτι μου την είδε να περπατάει. Φτάνει. Θα της έγραφα: «Πετράρχης, Λάουρα, 1940». Όμως γιατί; Είμαι ο Πετράρχης;  Ας έρθει σε επαφή μαζί μου σε 500 χρόνια. Βλέπεις, η ψυχή μου έχει τον χρόνο  να περιμένει και πέρα από τον θάνατό της...»



Άνα Ζουμάνη
(εφημερόπτερα)



εφημεροπτερα
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.