Κάτω από ένα όριο ασφάλειας ακυρώνεται κάθε επαναστατική προσδοκία






«Στην κατάστασή μου, ποια κατάστασή μου. Τρώω ό,τι βρω, ό,τι βρω, δεν έχει διατροφή καλή. Θα πρέπει να προσέξω εκείνο, να τρώω συστηματικά φρούτα, να τρώω συστηματικά γάλα, να κάνω εκείνο, τίποτα, ό,τι βρω». – Συνέντευξη με μία άνεργη που τη στηρίζει η οικογένεια, Ιανουάριος 2013. «Κάποια στιγμή, ο αισιόδοξος κουράζεται να ακούει από τον απαισιόδοξο να λέει συνέχεια πόσο άσχημα είναι τα πράγματα, και ο απαισιόδοξος κουράζεται να ακούει συνέχεια ότι όλα θα πάνε καλά, αφού τελικά δεν πάνε καλά…, και αυτή είναι η πάλη…» – Γυναίκα, επιχειρηματίας, 46 ετών. «Φοβάμαι πάρα πολύ. Δηλαδή, είμαστε μες στο άγχος και στο φόβο, γιατί είναι πολύ δύσκολα, τα νοίκια πανάκριβα -δεν μας το κατέβαζε καθόλου το ενοίκιο, με όλη αυτή τη δυσκολία, καθόλου- ξέρεις τώρα, το ενοίκιο, η ΔΕΗ, το ρεύμα…» – Συνέντευξη με μία μετανάστρια. Τα παραπάνω είναι τρία τυχαία αποσπάσματα από την έρευνα του καθηγητή κοινωνιολογίας Νίκου Παναγιωτόπουλου επί της εγχώριας πραγματικότητας με τίτλο «Η Οικονομία της Αθλιότητας», που μαζί με την αντίστοιχη του συναδέλφου του Φραντς Σουλτχάις για όσα συμβαίνουν στη Γερμανία («Η Αθλιότητα της Οικονομίας») και το έργο «Mirrors» της γλύπτριας Βένιας Δημητρακοπούλου (που παρουσιάζεται στο βιβλίο «Διάλογοι») απαρτίζουν την τρίτομη έκδοση «MIRRORS: Πολυφωνικές αφηγήσεις για έναν κοινωνικό κόσμο σε κρίση» (εκδ. Αλεξάνδρεια). «Αποφασίσαμε να δώσουμε το λόγο σε ανθρώπους οι οποίοι συνήθως αποκλείονται από τον δημόσιο λόγο, οι οποίοι σπανίως έχουν πρόσβαση στο χώρο διαμόρφωσης της δημόσιας προβληματικής», λέει, με αφορμή αυτή τη συλλογική, ακαδημαϊκή έκδοση που μέσω της σχετικής εκλαΐκευσης μπορεί (και αξίζει) να διαβαστεί από τον καθένα, ο κ. Παναγιωτόπουλος στη μεγάλη, διαφωτιστική συνέντευξη που παραχώρησε στην Popaganda. Δόθηκε, δηλαδή, βήμα σε ανθρώπους που έχουν πληγεί από την υπάρχουσα πολιτική ανισοτήτων, ορισμένοι λιγότερο και κάποιοι άλλοι περισσότερο, μα όλοι τους αρκετά ώστε να δυσκολεύονται να δουν το φως στην άκρη του τούνελ. Άραγε υπάρχει; Αρχής γενομένης από τους τίτλους των δύο βιβλίων («Η Οικονομία της Αθλιότητας», «Η Αθλιότητα της Οικονομίας») ο αναγνώστης προκαταβάλλεται για την αλληλοσυμπλήρωση των ερευνών, που επιβεβαιώνεται, φυσικά, και από την ανάγνωση. Ήταν, λοιπόν, εξαρχής ο βασικός ή έστω ένας από τους βασικούς σας στόχους η κυκλοφορία των ερευνών σας υπό αυτή την «ομαδική» μορφή; Ναι, εξαρχής, και η ιδέα μας αποκρυσταλλώθηκε με το που άρχισε η θεσμική διαχείριση της οικονομικής κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όμως, η ερώτησή σας μου δίνει τη δυνατότητα, και επιτρέψτε το μου, να αναφερθώ στη συνολική λογική του MIRRORS. Σας το ζητώ γιατί, με βάση το πώς έχει γίνει αντικείμενο πρόσληψης το έργο μας, η συνολική λογική η οποία εξηγεί την «ομαδική» μορφή για την οποία μιλάτε τείνει να παραγνωριστεί. Θα μου πείτε, λογικό είναι, καθώς οι περισσότεροι, και όχι άδικα, βέβαια, εξαιτίας της συγκυρίας, εστιάζουν στην πολιτική λειτουργία του εγχειρήματός μας. Βέβαια υπάρχουν και άλλοι, και κυρίως οι σημερινοί «δοξόσοφοι», αυτά τα διφορούμενα πρόσωπα που έχουν το ένα πόδι στην επιστήμη και το άλλο στο αντικείμενο της επιστήμης, αυτοί οι σοφοί χωρίς σοφία οι οποίοι, με τις περισσότερο φενακιστικές παρά αποφενακιστικές αναλύσεις τους, μας αντιμετωπίζουν με αυτές τις όμορφες «λογοτεχνικό»-τεχνοκρατικές νοητικές τους κατηγορίες που ανακατεύουν τα πάντα με τα πάντα, και οι οποίοι, δυστυχώς, τείνουν να αναγνωριστούν ως το τελευταίο must της μόδας του επιστημονικό-τεχνοκρατικού αριστοκρατισμού. Οφείλω, λοιπόν να σημειώσω, όπως εξάλλου το αναφέρουμε αναλυτικά μέσα στο βιβλίο μας, πως βασικός στόχος του συνολικού εγχειρήματός μας είναι να καταστήσουμε αναγνωρίσιμη την αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας επιτελεστικής δημόσιας κοινωνιολογίας όπως την ονομάζω. Άρα, το MIRRORS έχει μια τριπλή λειτουργία. Φαντάζομαι κατ’ αρχάς επιστημονική… Βέβαια επιστημονική. Δημιουργήσαμε ένα πολύ θεωρητικό, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, βιβλίο, προσπαθήσαμε να ενεργοποιήσουμε σε επιστημολογικό, επιστημονικό και μεθοδολογικό επίπεδο προωθημένα κεκτημένα της κοινωνικής επιστήμης με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ακυρωθεί η πρωτεύουσας σημασίας κοινωνική λειτουργία στην οποία αποσκοπούν τα βιβλία μας, δηλαδή η λειτουργία της σχετικής εκλαΐκευσης. Έτσι, στην προοπτική της επιστημονικής λειτουργίας του, επιχειρήσαμε να καταδείξουμε, μέσω της διερεύνησης των επιπτώσεων της ελληνικής κρίσης και μέσα από το πρίσμα της ανάλυσης των σχέσεων ανάμεσα στα διάφορα κοινωνικά υποσυστήματα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και τις ανθρώπινες δράσεις, πως πρέπει να αντισταθούμε στην υιοθέτηση της ανιστόρητης θέασης της οικονομικής επιστήμης και να μην παραγνωρίσουμε το γεγονός πως οι κυρίαρχες κατηγορίες της αγοραίας οικονομικής συνείδησης, οι οποίες δομούνται στις σημερινές αγοραίες καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου κυριαρχεί απόλυτα ο εργαλειακός λογισμός, δεν είναι ανεξάρτητες των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών τους, δηλαδή μιας μακράς συλλογικής ιστορίας η οποία αναπαράχθηκε συστηματικά στις ατομικές ιστορίες. Υπό αυτή την έννοια, θελήσαμε να δείξουμε πως η σημερινή «Μεγάλη Κρίση» της ελληνικής κοινωνίας συντίθεται από μια κρίση αναπαραγωγής τόσο του συστήματος των στρατηγικών αναπαραγωγής των διαφόρων κοινωνικών ομάδων όσο και του συστήματος των μηχανισμών αναπαραγωγής και απολήγει σε μια κρίση του κυριάρχου τρόπου αναπαραγωγής της ελληνικής κοινωνίας. Και πως είναι ακριβώς αυτή η αναντιστοιχία στρατηγικών αναπαραγωγής και μηχανισμών αναπαραγωγής που αποτελεί τελικά την έκφανση αναντιστοιχίας νοητικών δομών και αντικειμενικών δομών, που καθιστά τον σημερινό ελληνικό κοινωνικό χώρο για πολλές κοινωνικές ομάδες μη βιώσιμο και παράγει τις διάφορες κατηγορίες οδύνης που μελετήσαμε διεξοδικά στα βιβλία μας. Παράλληλα, όμως, δημόσια και επιτελεστική η κοινωνιολογία που προτείνετε… Σωστά, η κοινωνιολογία της ελληνικής κρίσης που προτείναμε θέλαμε να εκπληρώνει και μια κοινωνική και πολιτική λειτουργία. Γι’ αυτό παρουσιάσαμε με τέτοιο τρόπο τα αποτελέσματά μας ώστε να επιτρέψουμε στους αναγνώστες να κατανοήσουν τη φύση της κοινωνικής βαρύτητας, να αντιληφθούνε «γιατί είμαστε ό,τι είμαστε, γιατί ζούμε ό,τι ζούμε, όπως το ζούμε, γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε, γιατί σκεφτόμαστε ό,τι σκεφτόμαστε, γιατί αισθανόμαστε αυτή ή την άλλη αντίφαση και οδύνη». Αποφασίσαμε να δώσουμε το λόγο σε ανθρώπους οι οποίοι συνήθως αποκλείονται από τον δημόσιο λόγο, οι οποίοι σπανίως έχουν πρόσβαση στο χώρο διαμόρφωσης της δημόσιας προβληματικής, να φέρουμε στο φως, ως δημόσιοι γραμματικοί, ως «δημόσιοι συγγραφείς», τον τρόπο ύφανσης της πολυφωνικής αφήγησης μιας κοινωνικής πραγματικότητας, όπως αυτή επενδύεται, βιώνεται και ερμηνεύεται από μια σειρά κοινωνικών δρώντων σε περίοδο κρίσης. Βέβαια, είναι η πολιτική διάσταση του εγχειρήματος που καθόρισε την επιλογή της ομαδικής μορφής, η πρόθεσή μας να συμβάλουμε στην οργάνωση μιας επιστημονικά θεμελιωμένης συζήτησης για το μέλλον της Ευρώπης, μιας Ευρώπης η οποία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη ρεαλιστική ουτοπία που τη χαρακτήριζε αρχικά, μετασχηματίζοντας τα πολιτικά όνειρα πολλών πολιτών της σε εφιάλτη. Αυτόν το στόχο σκεφτήκαμε πως θα μπορούσαμε να τον υπηρετήσουμε αποτελεσματικότερα αν παρουσιάζαμε αντικριστά τα αποτελέσματα μιας συγκριτικής ακτινογραφίας της ελληνικής και γερμανικής κοινωνίας, δυο κοινωνιών οι οποίες, ενώ φαίνεται πράγματι να είναι εκ διαμέτρου αντίθετες σε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και δυνάμεων, διέπονται εξίσου από σφοδρές κοινωνικο-ιστορικές μεταβολές που υπαγορεύει η νεοφιλελεύθερη λογική του παγκόσμιου καπιταλισμού. Μέσα από τις αφηγήσεις Ευρωπαίων πολιτών οι οποίες συγκεντρώθηκαν στις δυο έρευνές μας και αποτέλεσαν το βασικό υλικό των δύο βιβλίων που παρουσιάσαμε, επιχειρήσαμε λοιπόν να αναδείξουμε, μεταξύ άλλων, τις βαθιές αντιφάσεις του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, πως η απλοϊκή εικόνα που «αντιπαραθέτει» Γερμανούς και Έλληνες οφείλει να δώσει τη θέση της στην αναγνώριση των μορφών οικονομικής κυριαρχίας, μορφές κυριαρχίας οι οποίες παράγουν κοινωνικά πραξικοπήματα και ανθρώπινο πόνο πέρα από τις επιμέρους εθνικές επικράτειες. Και κατ’ επέκταση, και βέβαια και στην αναγνώριση του γεγονότος ότι η Οικονομία της αθλιότητας που επιβάλλεται στον ελληνικό λαό συνιστά την άλλη όψη της Αθλιότητας της οικονομίας που βασίζεται σε μια λογική καθολικής και ριζικής εμπορευματοποίησης «χωρίς εναλλακτική» και την οποία προώθησε η Θάτσερ και συνεχίζουν οι άξιοι κληρονόμοι της. Με δυο λόγια, οι κοινωνιολογικές εργασίες μας εκδόθηκαν με αυτό τον τρόπο για να μεγιστοποιηθεί το αποτέλεσμα της στόχευσής μας που δεν ήταν άλλο από το να καταδείξουμε πως αυτό που διακυβεύεται σήμερα στην Ευρώπη είναι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής, οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων θεμελιωμένων στην αλληλεγγύη, πως αυτό που καταστρέφεται είναι η μορφή ενός ολόκληρου πολιτισμού που γνωρίσαμε και απολαμβάναμε. Για να γίνει όμως αυτό όσο πιο αποτελεσματικά γίνεται, πρέπει, πιστεύω, αυτή η επιστημονική και δημόσια κοινωνιολογία να είναι και επιτελεστική. Όπως έγινε πέρσι και με τη συνεργασία μου με το θέατρο, η συνεργασία μου με την τέχνη αποτελεί συνέχεια της πεποίθησής μου πως μπορεί μια τέτοια συνεργασία να δώσει μια αποτελεσματική δυνατότητα διάχυσης του επιστημονικού μηνύματός μας, μια κοινωνική δύναμη στους επιστημονικά θεμελιωμένους κοινωνικούς στόχους αλλά και όρους καινοτομίας στην ίδια την τέχνη. Αυτή η πεποίθηση είναι θεωρητικά θεμελιωμένη, και ειδικότερα στη βάση μιας πραξεολογίας η οποία, μεταξύ άλλων, θεωρεί πως η αναζήτηση των όρων της αλήθειας πρέπει να συνοδεύεται από την αναζήτηση και τη διερεύνηση του προσδιορισμού της αξίας της αλήθειας και του νοήματος, όπως αυτό εκδηλώνεται σε κάθε πραγματική κατάσταση. Η πραξεολογία αυτή που θέλω να αναζωπυρώσω σήμερα στο εσωτερικό του πεδίου των διανοουμένων οροθετεί έναν νέο χώρο δράσης όπου θεωρία και πρακτική συνδέονται. Αν όπως πιστεύω δεν υπάρχουν διιστορικές μορφές καθολικότητας της επικοινωνίας, αντιθέτως, είναι δυνατόν να επεξεργαστούμε μορφές κοινωνικής οργάνωσης της επικοινωνίας, ικανές να διευκολύνουν την παραγωγή του καθολικού. Σε αυτή την προοπτική, μια Realpolitik του (κοινωνιολογικού) Λόγου και η πραγμάτωση της καθολικότητας συνευρίσκονται. Έτσι, η καθολικότητα του (κοινωνιολογικού) Λόγου δεν προϋποτίθεται, αλλά συγκροτείται ως στόχος προς επίτευξη ορθολογικά και θεσμικά και, άρα, αναζητούνται όλα τα δυνατά μέσα. Η συνεργασία της επιστήμης με την τέχνη έχω την πεποίθηση πως αποτελεί ένα από αυτά τα μέσα. Είναι προφανές πια ότι το καθεστώς επισφάλειας δεν έχει να κάνει μόνο με τον Έλληνα πολίτη (είτε εργαζόμενο που, ας μη γελιόμαστε, θεωρεί σχεδόν σίγουρο ότι αργά ή γρήγορα θα χάσει τη δουλειά του, είτε άνεργο που θεωρεί πολύ δύσκολο να ξαναβρεί δουλειά), αλλά έστω σε μικρότερο βαθμό με τον κάθε Ευρωπαίο, ακόμη και τον Γερμανό πολίτη, όπως φαίνεται και από την «Αθλιότητα της Οικονομίας». Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει επιτευχθεί, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, ένας «συντονισμός των ομοιοπαθούντων» αρκετά ισχυρός, ώστε να προκληθεί μία γενικότερη ανατροπή. Αν όχι τώρα, λοιπόν, πότε; Δεν κουράζομαι να λέω πως, αντίθετα με την άποψη πως ό,τι πιέζεται πολύ τελικά αντιδρά, πιστεύω ότι, αντί να αντιδράσει, τελικά τσακίζεται. Κι αυτό το λέω γιατί, όπως έχει δείξει η κοινωνιολογία, κάτω από ένα όριο ασφάλειας ακυρώνεται και κάθε επαναστατική προσδοκία. Αυτό είναι και ένα από τα βασικά συμπεράσματα του προηγούμενο βιβλίου μου Η βία της ανεργίας. Εξάλλου, αυτή είναι και η επιτυχία του νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, εκτός από την απόσυρση του κράτους από τομείς της ευθύνης του και την εμπορευματοποίηση των αντίστοιχων υπηρεσιών του, καταφέρνει να επιβάλλεται και να αμύνεται αποτελεσματικά γιατί διαχέει και επιβάλλει παντού τον φόβο. Άλλωστε, όπως μάθαμε όλοι πια τα τελευταία χρόνια, η μόνη δημοκρατική διαδικασία που βιώνουμε είναι ο εκδημοκρατισμός του φόβου. Έχουμε ανάγκη, λοιπόν, από μια ριζική επαναπολιτικοποίηση της πολιτικής η οποία θα θυμηθεί τον ορισμό της, που συνίσταται στο να καθιστά το δυνατό εφικτό. Το διακύβευμα είναι μεγάλο. Όλοι συμφωνούν σήμερα ότι είναι ανάγκη η πολιτική να ξαναβρεί το νόημά της και γι’ αυτό πρέπει να υπάρξουν και να προταθούν μακροπρόθεσμα σχέδια που θα μπορέσουν να αποκαταστήσουν το νόημα ενός οικονομικού και κοινωνικού κόσμου ο οποίος γνωρίζει τα τελευταία χρόνια τεράστιες ανακατατάξεις. Είναι ανάγκη, σε μια πρώτη φάση, να εδραιωθούν σε στέρεα βάση ευρωπαϊκά δίκτυα εργασίας και να εξυφανθούν εκ θεμελίων δεσμοί. Είναι ανάγκη να αντισταθούμε ενάντια στην υπάρχουσα πολιτική ανισοτήτων η οποία ενριζώνει μέσα στους συντηρητικούς μηχανισμούς της κοινωνικής αναπαραγωγής, αλλά και να οριοθετήσουμε εκ νέου ένα σχέδιο χειραφέτησης, μια νέα πολιτική δικαιοσύνης για την εποχή μας. Η δημιουργία προμαχώνων αντίστασης ενάντια στις νεοφιλελεύθερες επιθέσεις, που αυτή τη στιγμή βρίσκονται in statu nascendi, δεν μπορεί παρά να αποτελεί έναν κοινό στόχο. Για μένα, ο αγώνας για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού κινήματος παραμένει ένας βασικός στόχος, μια ρεαλιστική ουτοπία για την οποία αξίζει να εργασθούμε. Ωστόσο, είναι σαφές πως δεν υπάρχει πιο απόλυτη προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού κινήματος από την αποκήρυξη, όπως έλεγε ο Μπουρντιέ, όλων των συνηθισμένων τρόπων στοχασμού πάνω στο συνδικαλισμό, τα κοινωνικά κινήματα και τις εθνικές διαφορές σε αυτούς τους τομείς. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να επινοηθούν νέοι τρόποι σκέψης και δράσης που επιβάλλει η επισφαλής εργασία η οποία οδηγεί σε μια νέα μορφή κοινωνικής πειθαρχίας και φρονηματισμού ριζωμένου στην εμπειρία της αβεβαιότητας και στο φόβο της ανεργίας, που φτάνουν να πλήξουν μέχρι και τα πιο ευνοημένα επίπεδα του κόσμου της εργασίας. «Είναι η πολιτική διάσταση του εγχειρήματος που καθόρισε την επιλογή της ομαδικής μορφής, η πρόθεσή μας να συμβάλουμε στην οργάνωση μιας επιστημονικά θεμελιωμένης συζήτησης για το μέλλον της Ευρώπης, μιας Ευρώπης η οποία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη ρεαλιστική ουτοπία που τη χαρακτήριζε αρχικά, μετασχηματίζοντας τα πολιτικά όνειρα πολλών πολιτών της σε εφιάλτη» «Μια κρίση που διατρέχει ολόκληρο το κοινωνικό πλαίσιο ή, όπως έλεγαν κάποτε, το “κοινωνικό σώμα”, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, μπορεί εύλογα να χαρακτηριστεί ως “συλλογικός αποπροσανατολισμός”», γράφετε στο βιβλίο. Ο «συλλογικός αποπροσανατολισμός» κατά πόσο πιστεύετε ότι εντάθηκε με τη διάψευση των προσδοκιών που έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση; Πολύ, καθώς αυξήθηκαν οι οδύνες πίστης, όπως ονομάζω αυτούς τους τύπους των κοινωνικών οδυνών, οι οποίοι απορρέουν από την αποδόμηση της δοξικής σχέσης που διατηρούν τα κοινωνικά υποκείμενα με τον κόσμο τους, της σχέσης δηλαδή αυτής που καθιστά τον κόσμο αυτονόητο και φυσικό, έναν κόσμο στον οποίο μπορούν οι πολίτες να κατοικήσουν και να κατοικηθούν από αυτόν, να του ανήκουν και να τους ανήκει. Αυτές οι οδύνες έπρεπε να εισακουσθούν. Νομίζω πως μέσα από τις μαρτυρίες των πολιτών που εξετάσαμε, η συνεχής αλλά και η διαφορική, ανάλογα με τις κοινωνικές ομάδες και τάξεις, ανάδυση του αισθήματος της αδυναμίας κατανόησης, δράσης και σκέψης στο παρόν, αποτίμησης του παρόντος και του μέλλοντος καταδεικνύει την παραχρονισμένη λειτουργία των προδιαθέσεων των πολιτών και τη μη αντικειμενική προσαρμογή πρακτικών ενός συνόλου ατόμων καθώς βρίσκονται εναρμονισμένες με συνθήκες που δεν είναι πια σε ισχύ. Βέβαια, το γεγονός αυτό αποτελεί αιτία όχι μόνο των τάσεων μη προσαρμογής, εξέγερσης αλλά και παραίτησης που παρατηρούνται, και οι οποίες όλο και πολλαπλασιάζονται. Όντας πια περισσότερα από πέντε χρόνια σε «επίσημη» κρίση (αν δεχτούμε ως «επίσημη ημερομηνία έναρξης» της κρίσης την ημέρα που ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε στο Καστελλόριζο ότι επρόκειτο να ζητήσει τη βοήθεια του ΔΝΤ και των Ευρωπαίων εταίρων της Ελλάδας) και με βάση την έρευνά σας για το MIRRORS, θα λέγατε ότι είναι σωστό να αντιμετωπίζουμε την τρέχουσα κατάσταση ως κάτι παροδικό (μία αντιμετώπιση που κατά τη γνώμη μου γεννά ελπίδες μιας κάποιας ως διά μαγείας αλλαγής τοπίου) ή ως μία παγιωμένη κατάσταση πραγματικότητας, ώστε να περάσουμε μετά στο στάδιο της αναζήτησης ουσιαστικών τρόπων ανατροπής της; Πράγματι, νομίζω πως η σημερινή κρίση δεν είναι μια απλή χρηματοπιστωτική κρίση, ξεπερνά την τοπική και χρονική κρίση και παραπέμπει στην πραγματικότητα σε μια τεκτονικού τύπου κρίση σε πανευρωπαϊκό και ευρύτερο επίπεδο. Έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία μετασχηματισμού των καπιταλιστικών κοινωνιών, η οποία ξεκινά τη δεκαετία του 1970 και εκφράζει ό,τι ο Ζερόμ Μπουρντιέ ονομάζει «μετάβαση από την κυριαρχία στην οικονομική τυραννία», την πραγμάτωση της ολοένα ευρύτερης κυριαρχίας της οικονομικής λογικής έναντι των άλλων πεδίων κοινωνικής πρακτικής. Σε μια τέτοια προοπτική, η αναπαραγωγή της σημερινής κρίσης είναι αναπόφευκτη. Και μάλιστα όσο η Ευρώπη περιορίζει την επεξεργασία μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στην υιοθέτηση ενός δεσμευτικού ρυθμιστικού πλαισίου ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών-μελών που θίγει τα συστήματα προστασίας τους, τα κράτη θα παραμένουν όλο και περισσότερο ανίκανα να αντιμετωπίσουν τέτοιες κρίσεις. O Γιώργος Αυγερόπουλος, με αφορμή το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του, Agora, μου είχε πει το εξής: «Όποιος τολμήσει να μιλήσει για την ανθρωπιστική κρίση, ταμπελοποιείται ως συριζαίος, ως παρωχημένος, ότι προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο της καινούριας εποχής με παλιά εργαλεία». Αν υποθέσουμε ότι ισχύει αυτό, ποια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως «νέα εργαλεία»; Κοιτάξτε, δεν έχουμε ανάγκη τόσο από νέα εργαλεία όσο από κριτικά εργαλεία άμυνας σε τέτοιες κατηγοριοποιήσεις οι οποίες λειτουργούν ως στιγματιστικές κατηγορίες∙ από νοητικά εργαλεία τα οποία θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός στηρίζεται στη δύναμη να καθολικεύει τις ιδιαιτερότητες που συνδέονται με μια ξεχωριστή ιστορική παράδοση μιας κοινωνίας, και ειδικότερα των ΗΠΑ. Από εργαλεία που θα μας επιτρέψουν να αντιστρέψουμε αυτή την κριτική και να διακρίνουμε πως οι κυρίαρχες κοινοτοπίες, αυτές οι προϋποθέσεις της κυρίαρχης συζήτησης, που παραμένουν ανεξέταστες και δομούν τον δημόσιο διάλογο και νομιμοποιούν τον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης της σημερινής κρίσης σήμερα, οφείλουν το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης και νομιμοποίησης τους στο γεγονός ότι κυκλοφορούν παντού, σε ακαδημαϊκά συνέδρια, σε εμπορικά πετυχημένα βιβλία, στις δημόσιες παρουσιάσεις τους, σε ημι-λόγια περιοδικά, σε διεθνείς αξιολογήσεις ειδικών, σε αναφορές εθνικών και διεθνών επιτροπών, σε εξώφυλλα περιοδικών, σε «τηλεμαχίες» και τηλεοπτικές εκπομπές, είναι παντού παρούσες και φυσικά υποστηρίζονται και διαχέονται από την ισχύ της αναμετάδοσης που παρέχουν οι δήθεν ουδέτεροι αγωγοί που είναι διεθνείς οργανισμοί. Καθολικοποιημένες με τον τρόπο αυτό, αυτές οι κοινοτοπίες μετασχηματίζονται σε μια παγκόσμια κοινή λογική για το τι σημαίνει αυτή η κρίση και ποιες οι αιτίες της. Νομίζω πως τέτοια εργαλεία απονομιμοποίησης της αποπολιτικοποιημένης σημερινής πολιτικής έχουμε ανάγκη. Πρόσφατα δηλώσατε στην Αυγή: «Όλες οι συνθήκες είναι εδώ για να θυμηθούμε την ευρωπαϊκή παράδοση του διανοουμένου. Ωστόσο είναι ανάγκη να εφευρεθεί μια νέα μορφή και τύπος δράσης των διανοουμένων». Μπορείτε να το συγκεκριμενοποιήσετε κάπως; Η πρόσκλησή μας για τη δημιουργία ενός Συλλογικού Διανοούμενου και η οποία δημοσιεύεται στο τρίτο βιβλίο με τίτλο Διάλογοι το οποίο το υπογράφουμε με τη γλύπτρια Βένια Δημητρακοπούλου, θεμελιώνεται στην πεποίθηση πως, σήμερα, οι διανοούμενοι είναι απολύτως απαραίτητοι στον κοινωνικό πολιτικό αγώνα. Η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει από ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις κατέχουν μια ισχυρή εξουσία καθώς διαθέτουν μια απίστευτη συγκέντρωση κεφαλαίων (οικονομικού, πολιτικού, στρατιωτικού, πολιτιστικού, επιστημονικού, τεχνολογικού κτλ.) που αποτελεί τη βάση μιας άνευ προηγουμένου συμβολικής κυριαρχίας, γεγονός που τους επιτρέπει να παράγουν απίστευτες συμβολικές επιδράσεις. Ωστόσο, πιστεύουμε πως δεν αρκεί να αντιτάξουμε ως μορφή αντίδρασης τους παλιούς τύπους διανοουμένου. Και εδώ νομίζω πως η νέα πρόταση που ο Πιερ Μπουρντιέ κόμισε στην ιστορία των ιδεών και της πολιτικής δράσης των διανοουμένων εμφανίζεται πολύ γόνιμη και καινοτομική. Σύμφωνα με αυτή, πρέπει να αντιτάξουμε «τον συλλογικό διανοούμενο», το προϊόν δημιουργίας κριτικών δικτύων από ειδικούς διανοούμενους με την έννοια του Φουκώ. Εκτιμώ πραγματικά κι εγώ πως είναι καιρός να συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις στη συγκρότηση ενός πραγματικού αυτονόμου διανοητικού συλλογικού σώματος. Το συλλογικό αυτό σώμα θα μπορούσε να λειτουργεί κατ’ αρχάς σε εθνικό αλλά και στη συνέχεια σε διεθνές επίπεδο, να δημιουργηθεί μια «διεθνής των διανοουμένων» θεμελιωμένη πάνω σ’ έναν «κορπορατισμό του οικουμενικού», δηλαδή ένα διεθνές δίκτυο διανοουμένων το οποίο, στη βάση της αυτονομίας και της υψηλής συγκέντρωσης κύρους που θα διαθέτει, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια αληθινή αντι-εξουσία σε μια εποχή υψηλής συγκέντρωσης των άλλων εξουσιών. Σκοπεύετε να συνεχίσετε το ερευνητικό σας πλαίσιο σε ανάλογο με του MIRRORS συλλογικό πλαίσιο; Επαναλαμβάνω συχνά πως, όπως παλαιότερα, έτσι και σήμερα, το να πάρει κανείς το μέρος της κοινωνιολογίας είναι τόσο σημαντικό που δεν υπάρχει, ίσως, τουλάχιστον για τους κοινωνιολόγους, λόγος να στρατευτούν σε κανέναν άλλο κοινωνικό αγώνα. Ένα τμήμα της επιστημονικής μου εργασίας για το επόμενο διάστημα θα συνεχίσει την προσπάθεια να καταστεί αναγνωρίσιμη η αναγκαιότητα μιας επιτελεστικής δημόσιας κοινωνιολογίας. Έχω την πεποίθηση πως είναι ο καιρός της κοινωνιολογίας. Και συνεπώς θα προσπαθήσω να υπάρξουν και άλλες τέτοιες προσπάθειες. Ήδη επεξεργαζόμαστε και οι τρεις πάλι μια νέα παρέμβαση πολύ σύντομα. Ελπίζω να μη μας λείψει το κουράγιο.

popaganda.gr 
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.