Η αδιακρισία της επιθυμίας (και ποιός μάγκας μπορεί)....






Γέμισα περιέργεια …η αέναη αναμονή προκαλούσε κάματο… ανανεωνόταν όμως στη θέα του μικρού ουρανού με τα πολλά μικρά σημάδια… παράξενα πράγματα..
Ετσιθελικά χωνόταν στο κεφάλι και ταρακουνούσε τα τάρταρά μου…. Αδύνατον να επέμβεις… Πήρα το κλειδί που κρεμόταν στον τοίχο και χωρίς άλλη σκέψη το έχωσα στην κλειδαρότρυπα. Ανοίγοντας η πόρτα πρόβαλλε ένα μισομεθυσμένο μισοσκόταδο, και μια μυρωδιά καπνού χωνόταν στα ρουθούνια, που ανοιγόκλειναν με αγωνία ν’ ανακαλύψουν την προέλευση της αέρινης αυτής μάζας. Τα σκαλιά σχεδόν δεν φαίνονταν και αναγκαζόμουν να ανιχνεύω κάθε εκατοστό, κι αν δεν υπήρχε εκείνη η σωτήρια κουπαστή στον τοίχο θα είχα εγκαταλείψει την προσπάθεια… Η μυρωδιά της υγρασίας με έκανε να πιστέψω πως αυτή την πόρτα είχε πολύ καιρό να την ανοίξει κάποιος.. Απουσία φωτός.. Μια μικρή κατηφορική πορεία, που είχε την ελαφρότητα της τσουλήθρας και ένα απρόσμενο συναίσθημα αγωνίας και χαράς μαζί με είχε προς στιγμήν συνεπάρει.
Από το βάθος της σιωπής ακούγονταν κάτι αδιόρατα ανασαλέματα, που μου σήκωναν την τρίχα… Πήρα μια βαθιά ανάσα και άρχισα να πασπατεύω ένα περίεργο ξύλινο αντικείμενο που ήταν καρφωμένο στο τέλος της κουπαστής ανάμεσα στο κενό που δημιουργούσε με τον τοίχο, που για ένα παράξενο λόγο στο σημείο εκείνο ήταν λίγο πιο θερμός … κάποιος εντοιχισμένος σωλήνας σκεφτόμουν…
Λίγο πριν φτάσω στο τελευταίο σκαλοπάτι μια φωνή σαν μουρμουρητό πίσω απ’ τον αριστερό μου ώμο κάτι ψιθύριζε… Κάτι αλλόκοτο με είχε πλησιάσει… Για κάτι δευτερόλεπτα ένιωσα σαν λαθρεπιβάτης που τον είχαν τσακώσει στ’ αμπάρια ενός πλοίου που βολόδερνε στις νότιες θάλασσες… Μια ζέστα σώματος μεταδίδονταν σαν από αγωγούς που ήταν συνδεδεμένοι μ ε το χώρο γύρω. Μια ξαφνική επαφή σαν λάμψη με τίναξε προς τα πίσω… «Το θέλεις» με ρώτησε κι ένοιωσα σαν να μου έμπηγαν ένα μαχαίρι στα πλευρά. «Καλώς ήρθες» μου είπε κι ένιωσα το λαρύγγι μου να ξεροκαταπίνει το κενό.. Ένα μικρό θράσος και μια αδιακρισία με κυρίεψαν τότε.. Αισθάνθηκα βλέφαρα να τρεμοπαίζουν και ένα ανεπαίσθητο τικ δημιουργούσε παράσιτα σ’ αυτή την αόρατη φωνή που επέμεινε … «προχωρήστε κι άλλο».. δεν ήξερα προς τα που … Ήταν αδύνατο να διακρίνω την διαδρομή.. Ακολούθησα σιωπηλά μα με τη βεβαιότητα πια πως κάπου εδώ θα τέλειωνε αυτή η σύντομη εξομολόγηση , θα είχαμε κιόλας περάσει τα σύνορα…. Πιο εύκολα απ’ ότι φαινόταν… Χάρη σε μια κουπαστή, σε μια ασώματη φωνή, κάτι μικρές κουκίδες ίχνη και μια αδιακρισία..

Γιώργος Χρηστάκης

Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.