Μαθήματα κυριαρχίας από τους επίγονους του Μακιαβέλι (Πανοπτικόν)






(Δημοιεύτηκε στο τεύχος 19 του περιοδικού «Πανοπτικόν».  Σε μετάφραση Γιάννη Δ. Ιωαννίδη)

Το 1996, ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) δημοσιεύει στο 13ο τεύχος του επίσημου περιοδικού του, CAHIERS DE POLITIQUE ÉCONOMIQUE, ένα άρθρο του στελέχους του, Christian Morrisson, με τίτλο «Οι δυνατότητες πολιτικής πραγματοποίησης των διαρθρωτικών αναπροσαρμογών». Όπως αναφέρεται εξαρχής, πρόκειται ουσιαστικά για την έκθεση του «Κέντρου Ανάπτυξης» του ΟΟΣΑ με θέμα τα προβλήματα και τους τρόπους πολιτικής χειραγώγησης των πληθυσμών, ώστε να μπορέσει μια κυβέρνηση να περάσει τα αυστηρά μέτρα λιτότητας και τις διαρθρωτικές αλλαγές, τις οποίες επέβαλαν κατά τη δεκαετία του 1980 η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και το λεγόμενο «Σύμφωνο της Ουάσινγκτον» σε μια σειρά από «αναπτυσσόμενες» χώρες και χώρες του Τρίτου Κόσμου.

Το πρωτότυπο κείμενο, στα γαλλικά, ξεπερνάει τις 40 σελίδες και μπορεί εύκολα να το βρει κανείς στο διαδίκτυο. Βαστώντας τους τίτλους των αντίστοιχων κεφαλαίων, μεταφέρουμε εδώ λίγα αλλά άκρως ενδεικτικά αποσπάσματά του. Όπως θα διαπιστώσετε, πέρα από το ότι ο κυνισμός των νέων Μακιαβέλι συναγωνίζεται την επιστημοσύνη τους, αυτά που ζούμε σήμερα εδώ δεν προέκυψαν στην τύχη. Κι αν το γνωρίζουμε ήδη, οπωσδήποτε έχει άλλη βαρύτητα να το ακούμε, απερίφραστα ομολογημένο, από τα πλέον αρμόδια στόματα.

Πρόλογος

(…) Οι πολιτικές οικονομικής σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αναπροσαρμογών μπορούν να προκαλέσουν κοινωνικές ταραχές, ακόμα και να θέσουν σε κίνδυνο την ομαλότητα των χωρών. Στο παρόν Τετράδιο αναλύονται οι πολιτικές συνέπειες των προγραμμάτων αυτού του είδους. Από πέντε μελέτες σε βάθος και δυο σοβαρές δειγματοληπτικές έρευνες σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής προέκυψε, ότι το πολιτικό κόστος εξαιτίας των απεργιών και των διαδηλώσεων ή των εξεγέρσεων διαφοροποιείται σημαντικά από μέτρο σε μέτρο. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι επηρεάζεται και από το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των διαφόρων μέτρων, από το συνταγματικό καθεστώς της κάθε χώρας καθώς και από τις στοχευμένες παρεμβάσεις. Έτσι, οι έρευνες αυτές επέτρεψαν να προσδιοριστούν και να αποσαφηνιστούν τα κύρια χαρακτηριστικά ενός πολιτικά βέλτιστου προγράμματος σταθεροποίησης, το οποίο θα αποφέρει το ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα αλλά με πολύ λιγότερο πολιτικό κόστος.

Εισαγωγή

Στην ιστορία των προγραμμάτων διαρθρωτικών αναπροσαρμογών, η μέρμινα για την πολιτική διάσταση αναδύθηκε έπειτα από μακροχρόνιο στοχασμό. Πράγματι, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κρίθηκε ότι, η επείγουσα κατάσταση που δημιουργήθηκε από τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες, μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί απλώς με την αποκατάσταση των μακρο-οικονομικών ισορροπιών. Έτσι, οι διαρθρωτικές αναπροσαρμογές περιορίστηκαν σ’ ένα πρόγραμμα σταθερότητας με μοναδικό κριτήριο την ταχύτερη δυνατή μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Πολύ σύντομα όμως συνειδητοποιήσαμε πως η σταθεροποίηση δεν είναι αυτοσκοπός. (…)

Η εφαρμογή προγραμμάτων διαρθρωτικών αναπροσαρμογών σε δεκάδες χώρες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 έδειξε, πως είχαμε παραμελήσει την πολιτική διάσταση του όλου εγχειρήματος. Κάτω από την πίεση απεργιών, διαδηλώσεων, ακόμα και εξεγέρσεων, πολλές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να ακρωτηριάσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα προγράμματα αυτά. Η κοινωνική διάσταση της αναπροσαρμογής είναι ολοφάνερη όταν οι ταραχές εκφράζουν μια αντίδραση απελπισίας από την πλευρά των φτωχώτερων στρωμάτων σε διαρθρωτικά μέτρα, από τα οποία πλήττονται άμεσα. Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο, η αντίθεση σε αυτά τα μέτρα δεν προέρχεται μόνο από τους

φτωχούς αλλά από τους δημόσιους υπαλλήλους, ή τους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ, οι οποίοι μπορούν, με απεργίες σε τομείς-κλειδιά, να μπλοκάρουν τις κυβερνητικές αποφάσεις. Υπάρχει επίσης περίπτωση, η απελευθέρωση του εμπορίου να σταματήσει από τους επικεφαλής συντεχνιακών επιχειρήσεων. Έτσι αναγκαστήκαμε να αναγνωρίσουμε, ότι η οικονομική επιτυχία των διαρθρωτικών προγραμμάτων εξαρτάται από τη δυνατότητα πολιτικής τους πραγματοποίησης. (…)

Το πλαίσιο ανάλυσης

(…) Ακόμα κι όταν μια κυβέρνηση αγωνίζεται για την οικονομική ανάπτυξη, ή το διεθνές κύρος, γεγονός είναι ότι πρωταρχική της μέριμνα είναι πάντοτε το πώς θα παραμείνει στην εξουσία. Αυτό εξαρτάται ταυτόχρονα από τη λαϊκή υποστήριξη και το μέγεθος της καταστολής. Όταν μια κυβέρνηση σχεδιάζει τον προϋπολογισμό της, οι επιλογές της αφορούν σε δυο διαφορετικές κατηγορίες δημόσιων δαπανών: είτε εκείνες που αφορούν σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες ευνοούνται και αυξάνουν την υποστήριξή της προς αυτήν, είτε αυτές που στοχεύουν στην μακροπρόθεσμη ευημερία του κοινωνικού συνόλου, όπως είναι π.χ. οι επενδύσεις στις υποδομές της χώρας. Οπουδήποτε τέθηκε θέμα διαρθρωτικών αλλαγών, οι διεθνείς οργανισμοί απαίτησαν δραστική μείωση καταρχήν των δημόσιων δαπανών. Αυτό έκανε αντιδημοφιλείς τις κυβερνήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση ταραχών, κατέφευγαν στην καταστολή πολλαπλασιάζοντας το πολιτικό αλλά και το οικονομικό κόστος. (…)

Ωστόσο, αναπροσαρμογή δεν σημαίνει μόνο περικοπή δημόσιων δαπανών. Σημαίνει επίσης αναδιάρθωσή τους προς όφελος ορισμένων ομάδων, ή ορισμένων τομέων, πράγμα το οποίο μπορεί να εξισορροπήσει την πτώση της δημοφιλίας της κυβέρνησης αφού, με την πολιτική αυτή, δεν υπάρχουν μόνο χαμένοι αλλά και κερδισμένοι.

Οι πολιτικοί κύνδυνοι ενός προγράμματος σταθεροποίησης.

(…) Οι αντιδράσεις του πληθυσμού διαφέρουν ανάλογα με τα μέτρα που λαμβάνονται. Τα μέτρα που προκαλούν τις περισσότερες διαδηλώσεις, είναι εκείνα που πλήττουν ολόκληρο τον πληθυσμό και έχουν σαν αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών, ο,τιδήποτε κι αν την προκαλεί (περικοπές επιδομάτων, αύξηση των έμμεσων φόρων ή υποτίμηση). Στη Ζάμπια, ο διπλασιασμός της τιμής του αλευριού και του καλαμποκιού το Δεκέμβριο του 1984 εξαιτίας της περικοπής επιδομάτων, προκάλεσε κύμα ταραχών η καταστολή των οποίων καταμέτρησε 15 νεκρούς. Παρόμοια, όταν το 1988 η κυβέρνηση της Νιγηρίας αύξησε την τιμή του πετρελαίου, το οποίο αγόραζαν κυρίως τα φτωχά νοικοκυριά, είχαμε ταραχές με 6 νεκρούς διαδηλωτές.

Γεγονός είναι πάντως ότι οι αυξήσεις τιμών προκαλούν λιγότερο συχνά απεργίες, κι αυτό δεν πρέπει να μας εκλήσσει αν σκεφτούμε ότι σε πολλές χώρες η πλειοψηφία των αστικών πληθυσμών απασχολείται σε μικρές επιχειρήσεις και στον ιδιωτικό τομέα, όπου όποιος απεργεί κινδυνεύει άμεσα με απόλυση. Από την άλλη μεριά, δεδομένου ότι οι απεργίες είναι κινήματα που αφορούν τις διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες και περιορίζονται σε αυτές, είναι εύκολο να καταλάβουμε τη στενή σχέση ανάμεσα στις περικοπές και τις απεργίες στο δημόσιο τομέα: οι περικοπές αυτές επιφέρουν μείωση μισθών σε ένα τομέα, στον οποίον οι εργαζόμενοι είναι οργανωμένοι και συνήθως δεν κινδυνεύουν με απόλυση. (…)

Οι αντιδράσεις των κυβερνήσεων απέναντι στις ταραχές διαφέρουν ανάλογα με την περίπτωση. Η σκληρή καταστολή ειδικά των διαδηλώσεων προσιδιάζει στις αυταρχικές κυβερνήσεις, οι οποίες θεωρούν τις διαδηλώσεις απειλή για το καθεστώς και τις καταστέλλουν με κάθε μέσον. (…) Ο αυταρχικός, αλλά όχι δικτατορικός, χαρακτήρας πάρα πολλών κυβερνήσεων φαίνεται και στο γεγονός ότι συνδυάζουν την καταστολή με μια πολιτκή φιλελευθεροποίηση. Ανάμεσα στις 23 αφρικάνικες χώρες που μελετήσαμε επί 11 χρόνια, παρατηρήσαμε πολύ συχνά

το φαινόμενο μέτρα πολιτικής φιλελευθεροποίσης να λαμβάνονται λίγους μήνες μετά την σκληρή καταστολή: φυλακισμένοι ελευθερώνονται, απαγορευμένες εφημερίδες ξανακυκλοφορούν ελεύθερα, ανοίγουν και πάλι σχολεία που έχουν κλείσει. Ο λόγος είναι, ότι η οργάνωση μιας σκληρής και μόνιμης κατασταλτικής πολιτικής −όπως συνέβη στη Γουινέα υπό τον Σέκου Τουρέ−, είναι εξαιρετικά δυσχερής για διάφορους λόγους, όπως π.χ. το κόστος συντήρησης του κατασταλτικού μηχανισμού, ή η εξάρτηση της κυβέρνησης από την αστυνομία ή το στρατό. (…)

Αντιδημοφιλή μέτρα, ταραχές και καταστολή.

Οπωσδήποτε είναι δυνατόν να παρατηρήσουμε την ακολουθία «μέτρα σταθεροποίησης ->ταραχές ->καταστολή ->απόσυρση των μέτρων». Το είδαμε στον Ισημερινό το 1982. (…) Η Βενεζουέλα πάλι, μας έδειξε ότι δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στο επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας και το βαθμό βιαιότητας των εξεγέρσεων: παρ’ όλο που το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι αρκετά υψηλό, η Βενεζουέλα ήταν η χώρα στην οποία σημειώθηκαν οι πιο βίαιες ταραχές. Το ίδιο παρατηρήσαμε και στις 23 αφρικανικές χώρες που ερευνήσαμε. (…)

Τα λιγότερο επικίνδυνα μέτρα.

Οι μελέτες μας επιβεβαιώνουν το πολιτικό ενδιαφέρον ορισμένων μέτρων σταθεροποίησης. Μια πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας, οι βίαιες περικοπές των δημόσιων επενδύσεων ή η μείωση των λειτουργικών δαπανών του Δημοσίου, δεν βάζουν σε κίνδυνο τις κυβερνήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά τα μέτρα δεν έχουν αρνητικές κοινωνικές ή οικονομικές επιπτώσεις. Όμως εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ένα και μόνο πράγμα: πώς θα ελαχιστοποιήσουμε τον κίνδυνο των ταραχών. (…)

Είδαμε λοιπόν ότι οι περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις δεν προκαλούν καμιά αντίδραση, ακόμα κι αν είναι πολύ σοβαρές. Αυτές οι περικοπές πλήττουν κυρίως τον τομέα της οικοδομής, ο οποίος μαστίζεται τότε από πτωχεύσεις και απολύσεις. Όμως αυτός ο τομέας αποτελείται κυρίως από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που δεν έχουν σοβαρό πολιτικό βάρος. (…)

Αντιδράσεις δεν προκαλούν ούτε οι περικοπές στις λειτουργικές δαπάνες του Δημοσίου. Αυτές πλήττουν μεν τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους αν κινηθούν ευέλικτα παρουσιάζοντας, με τη βοήθεια του Τύπου, αυτά τα μέτρα σαν μέτρα ισονομίας με το επιχείρημα, ότι εφόσον ζητούνται θυσίες από όλο το λαό, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γίνεται ν’ αποτελούν εξαίρεση. (…)

Οι πολιτικοί παράγοντες επιτυχίας

Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμα σταθερότητας ενάντια στη θέληση ολόκληρης της κοινής γνώμης. Ένα πρόγραμμα που θα έπληττε εξίσου όλες τις κοινωνικές ομάδες, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστεί από ένα πρόγραμμα που κάνει διακρίσεις σε βάρος κάποιων κοινωνικών ομάδων ευνοώντας ορισμένες άλλες. Πρέπει λοιπόν η κυβέρνηση να φροντίσει ώστε να πάρει με το μέρος της ένα μέρος του κόσμου, στην ανάγκη φορτώνοντας δυσανάλογα και με πολύ βαριά μέτρα ορισμένες κοινωνικές ομάδες. (…)

Οι αντιδράσεις στα μέτρα δομικών αναδιαρθρώσεων.

(…) Τα προβλήματα που προκαλούνται από αυτού του είδους τα μέτρα είναι πολύ διαφορετικά από τα προβλήματα που σχετίζονται με μέτρα σταθεροποίησης. Αφ’ ενός, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις απαιτούν αρκετό χρόνο και τα αποτελέσματά

τους αργούν να γίνουν αισθητά. Έτσι, αυτά τα μέτρα δεν προκαλούν «σοκ» όπως π.χ. η αύξηση των τιμών κατά 50% στα είδη διατροφής. Αφ’ ετέρου, οι περισσότερες από αυτές τις μεταρρυθμίσεις πλήττουν ορισμένες κοινωνικές ομάδες και ευνοούν άλλες, πράγμα που σημαίνει ότι η κυβέρνηση μπορεί να στηριχτεί στην συμμαχία των κερδισμένων για ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους χαμένους.

Η απελευθέρωση των εισαγωγών και το άνοιγμα των επαγγελμάτων −ένα μέτρο στο οποίο επιμένει πάντοτε η Παγκόσμια Τράπεζα− είναι ένα καλό παράδειγμα αυτών των αντιφατικών αντιδράσεων, από τις οποίες η κυβέρνηση μπορεί να επωφεληθεί. Υπάρχει βέβαια ένα μέτωπο υπέρ του προστατευτισμού, που παραμένει αρκετά ισχυρό, αν και ανομοιογενές, καθώς περιλαμβάνει τους βιομήχανους (και τους εργαζόμενους) των προστατευόμενων επιχειρήσεων, τους ανώτερους δημόσιους υπάλληλους που θέλουν να διατηρήσουν την εξουσία τους (για να μη μιλήσουμε και για τη διαφθορά), τα συνδικάτα και τα κόμματα της Αριστεράς, εκ των οποίων εντονότερη αντίθεση εκφράζουν τα μαρξιστικά κόμματα, ή ακόμα, σε ορισμένες χώρες, τα εθνικιστικά κόμματα για τα οποία η εισαγωγή ορισμένων προϊόντων είναι συνώνυμη του «εκδυτικισμού». Ωστόσο, από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση έχει και αυτή τους συμμάχους της: τους εκπροσώπους της εξαγωγικής βιομηχανίας, τους αγρότες, τους χειροτέχνες, που μπορούν να προμηθεύονται φθηνότερες πρώτες ύλες, καθώς και τους καταναλωτές.

Η ιστορία της φιλελευθεροποίησης μαρτυρά την ύπαρξη αυτών των αντιδράσεων, δείχνοντας ταυτόχρονα ότι δεν είναι τόσο σοβαρές ώστε να βάζουν σε κίνδυνο το «άνοιγμα» των αγορών. (…) Μια κυβέρνηση μπορεί για παράδειγμα να καταργήσει τους δασμούς σε πρώτες ύλες που αγοράζουν όλες οι επιχειρήσεις, ή σε βασικά προϊόντα που δύσκολα μπορούν να προμηθευτούν οι μικρές επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να δημιουργήσει γρήγορα συμμάχους, που θα στηρίξουν την πολιτική της απελευθέρωσης και του ανοίγματος της αγοράς. (…)

Πώς θα αποφύγουμε τους πολιτικούς κινδύνους;

Οι έρευνές μας έδειξαν ξεκάθαρα πόσο σημαντική είναι η σχέση ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική προκειμένου να πραγματοποιηθεί ένα πρόγραμμα διαρθρωτικών αναπροσαρμογών. Από τη στιγμή που γνωρίζουμε τη φύση αυτής της σχέσης, οφείλουμε να βγάλουμε τα συμπεράσματα που θα μας καθοδηγούν. Για παράδειγμα, εάν γνωρίζουμε ότι διάφορα μέτρα σταθεροποίησης, τα οποία επηρεάζουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το εξωτερικό έλλειμμα, μπορεί να μην έχουν τον ίδιο κίνδυνο να προκαλέσουν ταραχές, τότε είμαστε σε θέση να ταξινομήσουμε αυτά τα μέτρα σε συνάρτηση με το πολιτικό τους κόστος ώστε να επιλέξουμε το πρόγραμμα σταθεροποίησης που θα είναι ευκολότερο να εφαρμοστεί πολιτικά. (…)

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε πρόγραμμα διαρθρωτικών αναπροσαρμογών έχει πολιτικούς κινδύνους.Η κυβέρνηση που καλείται να εφαρμόσει τέτοιου είδους προγάμματα, είναι υποχρεωμένη να πάρει αντιλαϊκά μέτρα, ενώ η μέχρι εκείνη τη στιγμή ακολουθούμενη πολιτική ήταν πιο χαλαρή και επομένως περισσότερο δημοφιλής.

Την ίδια στιγμή είναι δεδομένο ότι η αντιπολίτευση θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία ώστε να κινητοποιήσει την κοινή γνώμη στηριζόμενη σε κοινωνικές ομάδες, που έτσι κι αλλιώς είναι κατά της κυβέρνησης, καθώς και σε ομάδες που θίγονται από τα μέτρα. Αν η κυβέρνηση, φοβούμενη την αντιπολίτευση, περιμένει να ξεσπάσει δημοσιοοικονομική κρίση για ν’ αρχίσει να παίρνει μέτρα, τότε θα έχει πολύ μικρότερα περιθώρια ελιγμών σε περίπτωση πολιτικής κρίσης. Κάτι που μπορεί να κάνει, είναι να καλέσει σε βοήθεια το ΔΝΤ και να επωφεληθεί από αυτό και σε πολιτικό επίπεδο, γιατί θα μπορεί να απαντάει σε όσους αντιδρούν, ότι τα μέτρα προβλέπονται από τη συμφωνία που επέβαλε το ΔΝΤ και είναι υποχρεωμένη να τα πάρει θέλοντας και μη. (….)

Η καλύτερη στρατηγική σε περίπτωση κρίσης.

Καλό είναι τα μέτρα να λαμβάνονται πριν ξεσπάσει κρίση. Υπάρχουν όμως τρόποι αντιμετώπισης του πολιτικού κόστους ακόμη κι αν τα μέτρα λαμβάνονται αφού ξεσπάσει η κρίση. (…)

Εάν η κυβέρνηση εκλεγεί λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, έχει μπροστά της μια μικρή χρονική περίοδο (4 με 6 μήνες) κατά την οποία η κοινή γνώμη εξακολουθεί να την στηρίζει και κατά την οποία μπορεί να ρίχνει την ευθύνη για τα αντιλαϊκά μέτρα στους προκατόχους της. Σε αυτό το διάστημα, οι συντεχνίες χάνουν προσωρινά τη δύναμή τους και τότε η κυβέρνηση πρέπει να σπεύσει να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον τους. Έπειτα από αυτή την περίοδο χάριτος τα πράγματα δυσκολεύουν τρομερά. Η νέα κυβέρνηση θεωρείται ολοένα και περισσότερο μόνη υπεύθυνη για την κατάσταση κι έτσι αναγκάζεται ν’ αναλάβει αυτή το σύνολο του πολιτικού κόστους της αναδιάρθωσης. (…)

Από την πρώτη λοιπόν στιγμή που θ’ ανέβει στην εξουσία, πρέπει να σταματήσει την αισιόδοξη ρητορική και να επιμείνει, ακόμα και υπερβάλλοντας, για τη σοβαρότητα των οικονομικών ανισορροπιών, να υπογραμμίζει τις ευθύνες των προκατόχων της και το ρόλο εξωγενών δυσμενών παραγόντων. (…)

Από τους κινδύνους που θα παρουσιαστούν, αυτός των απεργιών είναι ο μικρότερος. Οι απεργίες κινητοποιούν κατά βάση τους μισθωτούς του μοντέρνου τομέα και όχι τις πιο φτωχές κοινωνικές τάξεις. Με τις κατάλληλες παραχωρήσεις, η κυβέρνηση μπορεί να τις τελειώσει. […] Παρολαυτά οι απεργίες μπορεί να ευνοήσουν το ξέσπασμα διαδηλώσεων. Ειδικά οι απεργίες των εκπαιδευτικών, αν και καθεαυτές δεν αποτελούν πρόβλημα για τις κυβερνήσεις, γίνονται έμμεσα επικίνδυνες επειδή απελευθερώνουν μια ανεξέλεγκτη μάζα μαθητικής και φοιτητική νεολαίας, η οποία μπορεί να κατέβει σε διαδηλώσεις και σε αυτή την περίπτωση η καταστολή μπορεί εύκολα να έχει δραματικές συνέπειες.

(…) Οι περικοπές στο στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ένα από τα κυριότερα μέτρα των προγραμμάτων σταθεροποίησης, δεν είναι τόσο επικίνδυνες πολιτικά όσο η άνοδος των τιμών στα είδη κατανάλωσης. Προκαλούν απεργίες μάλλον παρά διαδηλώσεις, πλήττουν περισσότερο τις μεσαίες τάξεις παρά τα φτωχότερα στρώματα και σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση μπορεί να αποτανθεί στον πραγματισμό των δημοσίων υπαλλήλων. Μπορεί για παράδειγμα να τους εξηγήσει, ότι εφόσον το ΔΝΤ επιβάλλει περικοπές κατά 20% στο δημόσιο, το μόνο που απομένει είναι είτε να μειωθούν οι μισθοί, είτε να γίνουν απολύσεις, και η ίδια προτιμάει να κάνει το πρώτο προς όφελος του συνόλου των υπαλλήλων. Η εμπειρία μας από τις περισσότερες αφρικανικές κυβερνήσεις δείχνει, πως αυτό το επιχείρημα εισακούγεται. (…)

Μια από τις βασικές περικοπές αφορά στα λειτουργικά έξοδα των σχολείων και των πανεπιστημίων. Είναι πολύ προτιμότερη επιλογή από μια δραστική μείωση του αριθμού των μαθητών και των σπουδαστών. Οι οικογένειες θα αντιδράσουν βίαια στο ενδεχόμενο να αποκλειστούν τα παιδιά τους από την εκπαίδευση. Δεν θα αντιδράσουν όμως σε μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Έτσι σιγά-σιγά θα δεχτούν να πληρώνουν κάποιο ποσόν για να σπουδάζουν τα παιδιά, ή να περικοπεί κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. Αυτή η υποβάθμιση όμως πρέπει να γίνει βήμα προς βήμα, σε ένα σχολείο αρχικά και όχι στο γειτονικό σχολείο, ώστε να αποφευχθεί μια γενικευμένη αντίδραση του πληθυσμού. (…)

Τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο πολιτικά από τη λήψη συνολικών μέτρων για την αντιμετώπιση ενός μακρο-οικονομικού προβλήματος. Αν λοιπόν θέλουμε να μειώσουμε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, πρέπει να τους μειώσουμε πρώτα σε έναν ορισμένο τομέα, να ψαλλιδίσουμε την ονομαστική αξία τους σε έναν άλλο κι ακόμα και ν’ αυξήσουμε τους μισθούς σε κάποιον τομέα που είναι κρίσιμος από πολιτική άποψη. Το ίδιο και με τα επιδόματα. Δεν τα κόβουμε όλα μαζί. Πρέπει να φροντίζουμε απεριόριστα τις λεπτομέρειες: αν π.χ. τα φτωχά νοικοκυριά καταναλώνουν μόνο τη ζάχαρη σε μορφή σκόνης, μπορούμε ν’ αυξήσουμε την τιμή της ζάχαρης σε κύβους. (…)

Σημαντικό είναι το συμπέρασμα που λέει, ότι μια κυβέρνηση αποτυχαίνει για δυο λόγους: είτε επειδή εμπιστεύεται την υλοποίηση του προγράμματος σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών σε τεχνοκράτες, που παραμελούν το πολιτικό κόστος∙ είτε επειδή την εμπιστεύεται αποκλειστικά στους αρμόδιους πολιτικούς, που ενδιαφέρονται για το στενό πολιτικό κόστος. (…)

Για να έχει μια κυβέρνηση το περιθώριο ώστε να κάνει τους πολιτικούς ελιγμούς που απαιτεί ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, πρέπει να στηρίζεται από ένα ή δυο μεγάλα κόμματα και όχι από μια συμμαχία μικρών κομμάτων. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα κατάλληλο εκλογικό σύστημα, με πολλές μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες. Άλλα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετηθούν προσωρινές ειδικές εξουσίες, ή ο εκ των υστέρων έλεγχος από τη δικαστική εξουσία ώστε να μην μπορούν οι δικαστές να ελέγχουν εκ των προτέρων την εφαρμογή ενός προγράμματος. Το δημοψήφισμα είναι ένα αποτελεσματικό όπλο στα χέρια μιας κυβέρνησης όταν έχει αυτή την πρωτοβουλία των κινήσεων. Μπορεί να καταφεύγει σε δημοψήφισμα, ώστε να εγκριθεί ένα συγκεκριμένο μέτρο της και να θέσει εκτός μάχης μια συμμαχία αντιφρονούντων. Επιπλέον, όταν κάποια μέτρα προκαλέσουν ένα αυξανόμενο κύμα ταραχών και καταστολής, τότε η προκήρυξη δημοψηφίσματος μπορεί να ηρεμήσει το πολιτικό παιχνίδι και να βοηθήσει στην αποκατάσταση της τάξης αποφορτίζοντας την πίεση των διαδηλωτών. (…)

Εξίσου βοηθάει το μοίρασμα των ρόλων μεταξύ των διεθνών οργανισμών − οι οποίοι αναλαμβάνουν το ρόλο να υπενθυμίζουν τις σκληρές υποχρεώσεις του προγράμματος αναδιάρθρωσης − και μιας σειράς χωρών, που θα παίζουν το ρόλο χορηγών και θα παρέχουν κάποια βοήθεια όταν ορισμένα πολύ σκληρά μέτρα γίνονται πολύ επικίνδυνα.(…)»


Πηγή: panopticon.gr

Facebook: Εκδόσεις Πανοπτικόν


Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.