Ιντά 'νε μπάρμπα Γιάννη


Πώς γίνεται να έχω «νοσταλγία για την πατρίδα» κάθε φορά που γυρίζω από την εξοχή, ενώ η πόλη μου φαίνετα μια «θάλασσα ψεμάτων», ένας «παράδεισος» αυταπάτης και ψευδαίσθησης;
Όλα τα της πόλης είναι απάτη, αλλά ο αέρας της εξοχής δεν είναι απάτη.

Σε τι χρησιμεύουν τα παρδαλά πλακάκια στις καφετερίες των πόλεων;
Στην καφετερία της εξοχής τρεμοπαίζει όλο το δάσος στο χώρο. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ταιριάζουν -έστω φαινομενικά- με την απλότητα των λιβαδιών, να αρμονίζουν με το περιβάλλον των δασών.

Δεν το πιστεύω πως στην εξοχή μπορεί κάποιος να είναι αλαζονικός εξ' αιτίας μιας θέσης που έχει στην πόλη. Μάλλον θα γελούσε με τα χάλια του, ενώ οι άλλοι θα γελούσαν σίγουρα.
Όχι. Αλαζόνας μπορείς να είσαι μόνο στην πόλη, εκεί ταιριάζει κουτί η αλαζονεία. Όπως η γροθιά στο μάτι.

Στα χωριά οι πλούσιες γυναίκες κυκλοφορούν  με γεμάτες τσάντες.  Αλλά συνήθως είναι γεμάτες με μεζέδες και χαιρετούν τους υπόλοιπους «ιθαγενείς» με οικειότητα.
Στα χωριά λένε «ιντά 'νε μπάρμπα Γιάννη», ή «γεια σου κοπελιά», ενώ στην πόλη ή θα μιλούν με «εντυπωσιακούς αφορισμούς», ή θα σιωπούν «πνευματωδώς».
Άλλωστε οι αστοί σπάνια έχουν το τσαγανό και τη χάρη των χωρικών, μάλλον επειδή δεν ταΐζουν κότες,  αλλά ταΐζονται με βόδια.

Πώς τον λέγανε εκείνον τον ήρωα που αντλούσε τη δύναμή του από την γη;  
Δεν έχει σημασία, τέτοιοι ήρωες είμαστε και εμείς, όταν πατάμε το πόδι μας στην εξοχή. 



Α, ναι! Τον λέγανε Ανταίο 




Άνα Ζουμάνη
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.