Οι ψαριές του πατέρα

Θυμάμαι ρε παιδιά τον πατέρα μου όταν τα καλοκαίρια κάτω στη νότια Κρήτη γυρνούσε απ' την ψαριά.... Αλώνιζε με τη βάρκα του εκείνο το κομμάτι του Λιβυκού (νότιου Κρητικού κατ' εμέ), και πάντα προσπαθούσε να ρίξει στο πιο κατάλληλο κατά τη γνώμη του σημείο τα παραγάδια του, που ένας Θεός ξέρει με πόση υπομονή τα δόλωνε και τα ετοίμαζε καθισμένος με τις ώρες στο χαμηλό σκαμνάκι, στο πεζοδρόμιο έξω απ' το σπίτι μας... Όταν τα ετοίμαζε, τα φόρτωνε στη βάρκα, αφουγκραζόταν τον αέρα και κινούσε κατά κει που τον καλούσαν τα ψάρια όπως έλεγε..... Απόβραδο τα έριχνε στη θάλασσα, γύριζε πίσω, και κατά το ξημέρωμα πήγαινε να τα μαζέψει..... Το ίδιο κάνανε κι άλλοι ψαράδες του χωριού..... Από το αποτέλεσμα της ψαριάς εξαρτιόταν κι η διαδρομή της επιστροφής.... Όταν τα παραγάδια ήταν άδεια, πήγαινε τη βάρκα στο πέρα λιμανάκι του χωριού, και κατηφής κι απογοητευμένος έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι που είναι δίπλα στη θάλασσα, μα εκείνος για ν' αποφύγει τον κόσμο και την καζούρα, προτιμούσε να κάνει ολόκληρο τον κύκλο γύρω απ' το χωριό, να περάσει μέσα απ' τον κάμπο στην πάνω μπάντα και να κατέβει πάλι προς στη θάλασσα στο σπίτι..... Όταν όμως τα παραγάδια ήταν γεμάτα τότε να δείτε γλέντια..... Οδηγούσε τη βάρκα κατ' ευθείαν στο κέντρο του μόλου, εκεί που ήταν πάντα μαζεμένος ο κόσμος, κι όλο περηφάνια έδενε τη βάρκα κι έβγαζε τα γεμάτα παραγάδια. Το σπίτι από τη θάλασσα δεν είναι πάνω από 20 μέτρα..... ε σ' αυτά τα 20 μέτρα είχε μοιράσει τη μισή ψαριά στους χωριανούς φίλους του.... Κρατούσε όμως πάντα το πιο μεγάλο ψάρι να το πάει γεμάτος χαρά στη μάνα μου.... Θυμάμαι μάλιστα μια φορά που είχε πιάσει ένα τεράστιο ροφό, τον κρέμασε έξω στον τοίχο του σπιτιού για ώρες, έτσι που να τον δούνε όλοι οι χωριανοί που θα περνούσαν..... Η μάνα αναλάμβανε τα υπόλοιπα.... Αφού το είχαν δει όλοι οι χωριανοί έπρεπε να το δοκιμάσουνε κι αυτοί... Μετά το ψήσιμο, στρωνόταν ένα μεγάλο τραπέζι μέσα στο δρόμο έξω απ' το σπίτι, κι όποιος περνούσε τσίμπαγε κι έπαιρνε κι αυτός το μερτικό του απ' το φρέσκο και τόσο νόστιμο μεζέ... έτσι για να κατεβεί η ρακή έλεγε... Ο πατέρας μεγάλωσε πια, κι η βάρκα γέρασε κι αυτή... μ' ακόμα τα καλοκαίρια τη βάζει στη θάλασσα και κάθε λίγο φεύγει στο πέλαγος, όχι τόσο για να φέρει πια την καλύτερη ψαριά, μα πιο πολύ για να βρεθεί στην αγκαλιά της θάλασσας με τη βάρκα του...... και ν' ακούσει, να χαρεί ακόμη μια φορά εκείνο το πανέμορφο κι ατέλειωτο τραγούδι της....!

Σημ.: Το ψάρι στην φωτογραφία δεν είναι ο ροφός που αναφέρεται στο κείμενο, είναι μια σμέρνα.
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.