2+1=4 ή Μια εξαιρετικά δίκαιη περίπτωση αδικίας, της Τριανταφυλλιάς Ηλιοπούλου


Αγροτικές φυλακές Τίρυνθας, κάπου στη δεκαετία του ενενήντα...



    «Αδειούλα πάλι Παπαπέτρου; Έτσι όπως σας καλομαθαίνουν δε συμφέρει να ναι κανείς έξω από τα κάγκελα», κούνησε το κεφάλι ο φύλακας, όσο ο Σεραφείμ δίπλωνε τα χαρτιά του και προχωρούσε με προσμονή προς την μεγάλη ατσάλινη καγκελόπορτα.
   Πλησίαζε χειμώνας. Έξη μήνες την περίμενε αυτή τη στιγμή. Πόσο είχαν κρατήσει εκείνοι οι έξη μήνες; Του χαν φανεί σαν χρόνια. Έτριψε το πηγούνι του νευρικά και με τεράστιες δρασκελιές βγήκε από το σωφρονιστικό ίδρυμα σαν κυνηγημένος. Κανένας δεν τον περίμενε. Περπάτησε λίγες εκατοντάδες μέτρα  ως τη στάση του Υπεραστικού λεωφορείου και το περίμενε υπομονετικά μέσα στο κρύο. Δυο ώρες αργότερα, στο παλιό πέτρινο σπιτάκι με τα κεραμίδια στην είσοδο του χωριού, έβγαλε τα κλειδιά του και χώθηκε γρήγορα μέσα. Στο κρεβάτι βρήκε ένα χοντρό κοστούμι φορεμένο, ένα κινητό, ένα πορτοφόλι γεμάτο με μετρητά, κάρτες και χαρτιά, μια αρμαθιά κλειδιά κι ένα γράμμα κάτω από τα ρούχα. Το διάβασε με προσοχή δύο τρεις φορές κι ύστερα το έσκισε. Στο κινητό κοίταξε όλα τα μηνύματα και τις φωτογραφίες. Χαμογέλασε με τρυφερότητα.
   «Αχ, μωράκι μου, μου έλειψες τόσο!», μίλησε στις φωτογραφίες και γδύθηκε για να πάει στο μπάνιο.
   Λίγες ώρες αργότερα, μέσα στο μισοσκόταδο, ένας καλοντυμένος και φρεσκοξυρισμένος κύριος βγήκε από το παλιόσπιτο και στρίβοντας σε ένα χωματόδρομο μπήκε σε ένα αμάξι και ξεκίνησε για την Αθήνα. Πλησιάζοντας ώρες αργότερα στην Κηπούπολη σταμάτησε να πάρει λουλούδια και γλυκά και πάρκαρε τελικά σε μια πυλωτή. Ανέβηκε στο δεύτερο πάτωμα πηδώντας τα σκαλιά δύο δύο και μπροστά στη γνωστή πόρτα χτύπησε το κουδούνι.
   «Γιατί δεν ανοίγεις με τα κλειδιά σου, μωρό μου;», άκουσε τη φωνή της Λένας προτού ακόμα τη δει.
   Η ανθοδέσμη βρέθηκε στην αγκαλιά της και ο Σεραφείμ επίσης, πατικώνοντας τα τριαντάφυλλα και τις πολύχρωμες μαργαρίτες. Τα γλυκά ταρακουνήθηκαν στο κουτί και φιλώντας την ακόμα έψαξε με το βλέμμα του το σπίτι γύρω.
   «Η Μαριτίνα»; Τη ρώτησε με αγωνία.
   «Τώρα η Μαριτίνα; Έχει κοιμηθεί από τις οχτώ».
   «Τι μοσχοβολάει»;, πήγε να βάλει τα γλυκά στο ψυγείο και την αγκάλιασε πάλι τρυφερά.
   «Χαχαχα, σαν μωρό κάνεις αγάπη μου», του χαμογέλασε γλυκά η Λένα και φάνηκαν τα στραβούτσικα  μπροστινά δόντια της.
   Δεν ήταν ούτε όμορφη ούτε καλλίγραμμη. Μάλιστα μετά τη γέννηση της κόρης της είχε μείνει με αρκετά παραπανίσια κιλά, όμως στα μάτια του Σεραφείμ εκείνη τη στιγμή έμοιαζε με τον ομορφότερο άγγελο. Για κείνην ο άντρας της ήταν μεγάλη τύχη. Γοητευτικός, μορφωμένος, με δική του δουλειά. Και προπάντων πιστός και τρυφερός! Όποτε γυρνούσε από ταξίδι ειδικά, έκανε σαν ερωτευμένο σχολιαρόπαιδο. Την έκανε να λιώνει στην αγκαλιά του από αγάπη κι επιθυμία. Ένιωθε ευλογημένη που είχε τον άντρα της και την κόρη της, οι τρεις τους ήταν μια υπέροχη οικογένεια, όπως την ονειρευόταν από μικρό κοριτσάκι.
   Αργότερα, αφού έφαγαν με αναμμένα κεριά και απαλή μουσική και πήγαν στην κρεβατοκάμαρά τους, ο Σεραφείμ έκανε για άλλη μια φορά τη Λένα να κλάψει από αφόρητη ηδονή και να ευχαριστήσει το Θεό που αυτός ο άνθρωπος είχε βρεθεί στη ζωή της. Από μικρή όλοι την πρόσβαλαν, κι ακόμη κι οι γονείς της οι ίδιοι αναρωτιούνταν μπροστά της πώς θα κατάφερναν να την παντρέψουν.
   «Καημένο κορίτσι, δεν πρόκειται να ευτυχήσει ποτέ», μουρμούραγε η μητέρα της λυπημένη.
   Πριν από δώδεκα χρόνια που είχαν πρωτογνωριστεί, εκείνος να τελειώνει το μεταπτυχιακό του κι εκείνη να σερβίρει καφέδες στο καφενεδάκι του μπάρμπα της, όλοι είχανε πέσει να τη φάνε.
   «Δεν είναι για σένα αυτός, θα σε παρατήσει».
   «Ξέχνα τον πριν να ναι αργά».
   «Τέτοιοι άντρες παίζουν μαζί σου κι ύστερα σε πετάνε στα σκουπίδια».
   «Μείνε μακριά του, θα πληγωθείς».
   Πόσο έξω είχανε πέσει όλοι τους. Ούτε ένα ίχνος σύννεφου δεν σκίαζε τον ουρανό της ευτυχίας τους. Αν όμως ήξερε...
  

   Ένα καλοκαιρινό βράδυ είκοσι χρόνια νωρίτερα... 
   
   Μέσα στο παλιό πέτρινο σπιτάκι στο έμπα του μικρού  χωριού ο γέρο Μένιος για άλλη μια φορά χτυπούσε  αλύπητα τα παιδιά του. Παλικαράκια πια 15- 16 ετών. Μέσα στη δυστυχία και την κακοποίηση είχαν μεγαλώσει. Τι το θελε κι εκείνος ο χριστιανός στα πενήντα του να παντρευτεί το κοριτσάκι και να κάνει παιδιά; Δεν έκανε ούτε για σύζυγος ούτε για πατέρας. Την μάνα τους την είχε στείλει στον τάφο νωρίς, από το ξύλο και τη στεναχώρια. Εκείνα τα δύο τα μικρά που χαν μείνει πίσω τι έφταιγαν; Ο Σεραφείμ και ο Θεόφιλος. Όση αγάπη τους έλειπε την έβρισκαν αναμεταξύ τους. Σαν να ταν ένας άνθρωπος, ένα μυαλό, μια ψυχή. Εκείνο το βράδυ τα φερε έτσι η στιγμή που ο Σεραφείμ πάνω στην τρέλα του, βλέποντας τον αδερφό του στο πάτωμα ματωμένο, έπιασε τον κασμά από το πλάι της πόρτας και τον κοπάνισε στο ασπρισμένο κεφάλι του πατέρα. Τον άφησε στον τόπο, με κόκκινους αφρούς να τρέχουν απ το στόμα του και το αίμα να κυλάει ποτάμι πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Στο δικαστήριο τους είπε πως θα το ξανάκανε. Στο αναμορφωτήριο έκανε αμέτρητες φασαρίες. Απόπειρες απόδρασης. Φυλακές ενηλίκων. Καυγάδες. Ύστερα, σιγά σιγά ησύχασε. Άρχισε να διαβάζει. Η διαγωγή του βελτιώθηκε, παρόλο που η ποινή του είχε πια φτάσει να γίνει διπλή και τριπλή. Και πριν οχτώ χρόνια είχε πάρει την πρώτη άδεια να βγει από τη φυλακή για ένα τριήμερο του Πάσχα. Όταν επέστρεψε μέσα ήταν άλλος άνθρωπος. Αμίλητος, τρομαγμένος. Καθόταν στο κελί του ξύπνιος τα βράδια κι έκλαιγε, σαν κάτι συγκλονιστικό να είχε συμβεί στη ζωή του. Δώδεκα φορές είχε ξαναβγεί από τότε. Η συμπεριφορά του πάντα άψογη. Πάντα επέστρεφε και δυο τρεις ώρες νωρίτερα, από φόβο  μήπως καθυστερήσει στο δρόμο. Άλλοτε του δίνανε τρεις μέρες, άλλοτε τέσσερις, κάποτε και μια εβδομάδα. Μετά πέρναγαν έξι εφτά μήνες μέχρι την επόμενη έξοδο. Και περίμενε. Πάντα περίμενε.


   Περίμενε το τηλέφωνο από τον αδερφό  του. Είχαν περάσει ήδη έξι μήνες, είχαν φύγει τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, η Μαριτίνα τελείωνε την πρώτη δημοτικού και η Λένα καμάρωνε την κοιλιά της που είχε αρχίσει να φαίνεται αρκετά φουσκωμένη. Μόλις σήκωσε το ακουστικό είπε μόνο «ναι, εντάξει, έρχομαι», κι έκλεισε ταραγμένος. Όσες φορές και να το χε περάσει δεν μπορούσε να το συνηθίσει. Όμως το έκανε με την καρδιά του. Δεν ήταν μονάχα υποχρέωση, μα και ανάγκη. Αποχαιρετίστηκαν με αγκαλιές και φιλιά, κι η Μαριτίνα του ζήτησε στην επιστροφή να της πάρει μια κούκλα.
   «Ότι θέλει η πριγκηπέσα μου», την σήκωσε στην αγκαλιά του και γύρισε στη Λένα.
   «Να προσέχεις. Να μην κουράζεσαι. Σε δυο τρεις μέρες θα μαι πίσω», είπε κι έφυγε με την πλάτη σκυφτή.
   Μπαίνοντας μέσα στο πέτρινο παλιόσπιτο με το σημαδεμένο ξύλινο πάτωμα, είδε τον αδερφό του κι έπεσε στην αγκαλιά του με πόνο. Τον φίλησε στα μάγουλα, στο μέτωπο, στο στόμα. Το θέαμα ήταν κάπως τρομακτικό, μιας και οι δυο τους έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Μονοζυγωτικά δίδυμα.
   «Να μου προσέχεις το μωρό. Γιός είναι», του πε περήφανος, κλαίγοντας μέσα στην αγκαλιά του.
   Ο Θεόφιλος έκλαιγε κι εκείνος.
   «Θέλεις κούρεμα», του πε αργότερα χαμογελώντας και του χάιδεψε τα μαλλιά με αγάπη.
   «Θα τα φτιάξουμε όλα, μην ανησυχείς. Θα ναι όλα όπως πρέπει. Τόσα χρόνια δεν μας έχουν πάρει είδηση, τώρα θα μας καταλάβουν;»
   Γέλασαν και οι δύο, κι έκατσαν να εξιστορήσουν τους τελευταίους έξι μήνες ο ένας στον άλλο. Σαν να μιλούσε ένας άνθρωπος μπροστά στον καθρέφτη, κι ο καθρέφτης να του απαντούσε.
   Τέσσερις μέρες μετά ο Θεόφιλος, κρατώντας την καινούρια κούκλα της Μαριτίνας στα χέρια και μια ανθοδέσμη τριαντάφυλλα για τη Λένα, χτυπούσε με λαχτάρα το κουδούνι στο δεύτερο πάτωμα του τριώροφου με την πυλωτή.
   «Χαχαχα, πάλι δεν μπορείς να βρεις τα κλειδιά σου;», ακούστηκε η φωνή της Λένας ανοίγοντας την πόρτα, κι η αγκαλιά της ήταν ήδη ορθάνοικτη για να κλείσει μέσα με αγάπη τον άντρα της, τον Θεόφιλο.
   Τον τρυφερό και πιστό σύζυγο, τον στοργικό πατέρα, τον δίκαιο άνθρωπο, τον υπέροχο οικογενειάρχη. 




   
Share on Google Plus

2 σχόλια:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.