Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ο γέρος που σκέφτεται - Λάκης Φουρουκλάς

Και ξαφνικά η πλατεία του χωριού απέκτησε ζωή. Ένας παράξενος γέρος έφτασε κει μια μέρα κι έκανε κατάληψη στην κρήνη. Τα νέα διαδόθηκαν σ...

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Το καερέτι – Μια ιερή συνήθεια




Δεν έχουν περάσει σαράντα χρόνια, που η πίστη, η εμπιστοσύνη, και η αλληλεγγύη κόσμου της υπαίθρου, είχε μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία, από το σήμερα!

Ο κόσμος και ο κάθε ένας χωριστά, ήταν κοντά στα προβλήματα του συγγενή του και του γείτονά του! Ζούσαν μαζί, και μαζί μοιράζονταν τις χαρές και τις λύπες.

Όταν ο γείτονας η συγγενής, είχε μια αρρώστια, και δεν μπορούσε να κάνει τις απαραίτητες δουλειές, για να έχει τα «προς το ζείν», όλοι έτρεχαν για βοήθεια!

Έτσι γινόταν και στο λιομάζωμα.

Μόλις ο γείτονας η συγγενής, ακόμα και αν ήταν απλά ένας φτωχός, που δεν είχε από πουθενά βοήθεια, το μεγαλείο της κρητικής ψυχής θριάμβευε!

Όλοι έπαιρναν ανά χείρας από ένα καλάθι, και έσπευδαν στο χωράφι του ανθρώπου που θα έχανε το βιός του, και του έκαναν μια βοήθεια χωρίς πληρωμή, έτσι για να εξυπηρετήσουν τον συγχωριανό τους!

Ανταμοιβή ήταν η ηθική ικανοποίηση, που τα χρόνια εκείνα ήταν ένα σπουδαίο μεγαλείο για τον κάθε ένα, να επενδύει στην ψυχή του.

Αυτό ήταν το λεγόμενο κ α ε ρ έ τ ι!

Στη φωτογραφία που είναι από το χωριό Φανερωμένη, βλέπουμε τον κόσμο με τα καλάθια, αυτό ακριβώς είχε συμβεί!

Κάποιος αρρώστησε, και πήγε τόσος κόσμος με κέφι και χαρά, να μαζέψουν τις ελιές του που είχαν πέσει κάτω, για να μην στερηθεί αυτός και η οικογένεια του το λάδι της χρονιάς!

Αυτό το ιερό καερέτι, μπορούσε να γίνεται σε όλες τις δουλειές, είτε στο θέρος, είτε στο αλώνισμα, είτε στα σταφύλια, είτε οπουδήποτε!

Και ποιος δεν νοσταλγεί εκείνα χαρούμενα πρόσωπα, που έτρεχαν με χαρά και θέληση, να δώσουν απλόχερα τη βοήθειά τους στον κακότυχο, στον πολυπαιδεμένο.

Πανάρχαια συνήθεια στα μέρη της Κρητικής υπαίθρου, και σημάδι πως η Κρήτη είχε τον δικό της πολιτισμό!


Κείμενο – Φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης (Ερευνητής λαογραφικών θεμάτων)

Μα τόσο αξιολύπητα ψεύτες η καθίκια;



Μα τόσο αξιολύπητα ψεύτες η καθίκια;



Χθες ήταν μια περίεργη, δύσκολη και εξουθενωτική μέρα για μένα. Εδώ και δυο χρόνια που έχασα το μεγάλο μου  γιο μου, είχα που είχα τα άγχη μου και τις αγωνίες μου με τα άλλα δυο  μου παιδιά, ήρθε και κούμπωσε. Τέτοιες μέρες, πριν 2 χρόνια ο γιος μου έδινε την τελευταία μάχη για τη ζωή του. Κτυπούσε τηλέφωνο και ίδρωνα από την αγωνία μου.

  Δυο το μεσημέρι λοιπόν χθες Παρασκευή, κι ενώ ήμουν σε ημιάγρια κατάσταση μεταξύ κλαμάτων και ξεσπασμάτων, κτυπάει το ρημάδι. Το σηκώνω με πνιγμένη φωνή. «Παρακαλώ;»  Από την άλλη γραμμή ακούω κλάματα δυνατά από ένα παλικάρι που φώναζε, «μάνα μου κτύπησα πολύ, τράκαρα, πονάω μάναααααα» και να κλαίει ασταμάτητα. Εγώ, γνωρίζοντας ότι ο μικρός μου γιος είναι στη δουλεειά και μετακινείται με το αυτοκίνητο άρχισα να φωνάζω χωρίς καν να σκεφτώ. «Παιδί μου, αγόρι μου, μίλα μου καθαρά, τι έπαθες που είσαι;» «Τράκαρα πολύ και είμαι χάλια με έχουν στο αστυνομικό τμήμα». Ένιωθα να χάνομαι έτοιμη να λιποθυμήσω και ξαφνικά παίρνει το τηλέφωνο κάποιος άλλος μεγαλύτερος στην ηλικία.

  «Εδώ Θωμάς Κυριακίδης» η κάπως έτσι, δεν κατάφερα να το συγκρατήσω. «Αξιωματικός υπηρεσίας στο αστυνομικό τμήμα, φέρανε το γιο σας σε κακό χάλι, τράκαρε». Μέσα στη ζαλάδα μου και τον πανικό μου, βρήκα τη δύναμη να ρωτήσω. «Ξέρετε με ποια μιλάτε; Κι αν ναι, πως με λένε και πως λέγεται ο γιος μου;». Για δευτερόλεπτα σιωπή. Μετά άκουσα πάλι αυτή τη γλοιώδη φωνή. «Ακούσατε το παιδί σας και δεν ξέρετε αν είναι αυτό και πως το λένε;» «Όχι, να μου πείτε εσείς, για να πάρετε τηλέφωνο πρέπει να έχετε τα στοιχεία.». «Σας τηλεφωνώ από τα κεντρικά πρέπει να μιλήσουμε», μου λέει και κλείνει το τηλέφωνο ξαφνικά.

   Ενστικτωδώς σχηματίζω το τηλέφωνο του Βασίλη. Ευτυχώς το σήκωσε αμέσως. «Έλα μαμά, τι έπαθες;». Εγώ ξέσπασα σε ένα κλάμα χωρίς να μπορώ αρθρώσω λέξη. Κάποια στιγμή βρήκα τη φωνή μου και του λέω. «Πες μου μόνο ότι είσαι καλά.». «Μαμά, τι σου κάνανε; Εγώ μια χαρά είμαι, στη δουλειά». Του εξήγησα όπως μπορούσα τι είχε γίνει. «Μάλιστα, το γνωστό κόλπο. Παίρνουν τηλέφωνα στην τύχη κι όπου τους κάτσει. Το κάνουν για να εκβιάσουν, ζητάνε λεφτά μαμά. Έλα σε παρακαλώ ηρέμησε είμαι εντάξει, θα σε πάρω όταν σχολάσω».

   Έπεσα σε μια πολυθρόνα αποκαμωμένη από την ένταση και τα κλάματα. Είχα πιάσει το κεφάλι μου και το έσφιγγα. «Γιατί γαμώτο τόση κακία; Τόσος ξεπεσμός;» Άρχισα σιγά να επιστρέφω στον κόσμο των ζωντανών, γιατί το αίμα μου είχε παγώσει. Φυσικά και δεν ήταν αλήθεια. Κι από όσο έμαθα το κάνουν συνέχεια κι όπου κάτσει. Αυτοί οι μισάνθρωποι, ψάχνουν να βρουν θύματα, άσχετα αν σε κάποιον δημιουργήσουν πανικό, πόνο, τρέλα, ακόμα και έμφραγμα η εγκεφαλικό. Εκείνη την ώρα ένιωθα πως αν είχα κάποιον από  αυτούς μπροστά μου θα τον τσάκιζα.

  Τι να πω; Φταίει το κράτος; Φταίει η κοινωνία; Φταίει η φτώχεια που μας ρημάζει τα τελευταία χρόνια; ΟΧΙ. Φταίει  ότι αρκετοί πονηροί,  θέλουν να βγάλουν εύκολο κέρδος πάνω στον πόνο του άλλου.

Ρούσσινου Ανδρομάχη

Σκουριά- της Τριανταφυλλιάς Ηλιοπούλου



Το δοκάρι ραγίζει κρυφά
φαγωμένη η σάρκα του απ τη μέσα σκουριά
δεν αντέχει

Το μυαλό τους δακρύζει κρυφά
φαγωμένη η διάνοια απ τη μέσα σκουριά
δεν αντέχει

Το παιδάκι καπνίζει κρυφά
φαγωμένη η αθωότητα απ τη μέσα σκουριά
δεν αντέχει

Τη σκουριά μου την κάνω θεό
φαγωμένη που τρώει τη δική της σκουριά
την αντέχω;

19-10-18
Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

Τα ωρολόγια των δαιμόνων



"Όταν βαρύς και χαμηλός ο ουρανός πλακώνει

Το πνεύμα που απ’ την πλήξη του την τόση αγκομαχάει

Και γύρω τον ορίζοντα ολόκληρο τον ζώνει

Και μουχρό, πιο θλιβερό απ’ της νυκτός σκορπάει

Και κάποια δίχως μουσική νεκρών πολλών κηδεία

Και στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει η Αγωνία

Δεσποτική τη μαύρη της σημαία λυσσασμένη…."



Πριν λίγο καιρό πέρασα απ’ το δάσος που έπαιζα μικρός.

Είδα την βελανιδιά…. Μια εκατοντάχρονη σεβάσμια κυρία, που τόσες φορές απλόχερα μου είχε χαρίσει τη σκιά της…. Δέντρο τρομερό…

Μέσα σε τριάντα χρόνια ένας γιγάντιος κισσός είχε αρπαχτεί και τυλιχτεί γύρω απ’ το ρωμαλέο αυτό δέντρο και το είχε σχεδόν πνίξει.

Με την πρώτη ματιά ήταν δύσκολο να καταλάβεις από πού άρχιζε το δέντρο και που τελείωνε ο κισσός….

Ήταν τόσο σφιχτά τυλιγμένος στα μεγάλα κλαδιά, που θαρρούσες πως τα φύλλα δεν ήταν δικά του και πως κρέμονταν από το ίδιο το δέντρο…

Μόνο αν πλησίαζες κοντά, μπορούσες να δεις καθαρά πόσο λίγα ζωντανά κλαδιά της βελανιδιάς είχαν απομείνει, και πως απ΄ τον χοντρό κορμό της ξεπρόβαλαν απελπισμένα μερικά αδύνατα κλαδάκια, σαν μικρά δάχτυλα, με τα φύλλα τους ν’ αναζητούν με αγωνία το οξυγόνο, συνεχίζοντας την φωτοσύνθεση, δίνοντας έτσι λίγη ακόμη παράταση ζωής στο δέντρο….


Επιμέλεια κειμένου : Γιώργος Χρηστάκης


Οι λύκοι



Από μικρό παιδί έβλεπε λύκους στα όνειρά της.

Μεγάλους αγριεμένους μαύρους λύκους ονειρευόταν.

Για χρόνια την κυνηγούσαν κάθε νύχτα.

Δὲν την είχαν πιάσει ποτέ.

Έτρεχε πολύ στα σκοτεινά μονοπάτια.

Ήξερε καλά τα σκοτάδια…. Καλύτερα κι απ’ τους λύκους.

Αργότερα γνώρισε ἕναν άνδρα.

Όμορφος, τρυφερός, παιχνιδιάρης, γοητευτικός, προστατευτικός.

Κοφτερὰ δόντια, μεταξένια τρίχα.

Οι λύκοι δεν έπαψαν να έρχονται στον ύπνο της τα βράδια.

Τους ονειρεύεται ακόμα.

Όμως τώρα, έτσι που μπαίνουν στο όνειρό της, γελά και τρέχει μαζί τους.



Γιώργος Χρηστάκης

Στο περβάζι μου



Από όλα τα επιτηρούμενα λουλούδια στο περβάζι μου, σε όμορφα βάζα, μου έμεινες μόνο εσύ πιστό, μπουκέτο από λευκές μαργαρίτες. Μεγάλωνες και ευημερούσες, χαρούμενο και γεμάτο αγάπη, υπό την φροντίδα μου.
Τα άλλα λουλούδια, πιο όμορφα, πιο τρυφερά, ή λιγότερο τρυφερά, λαχταρούσαν κάτι άλλο, που το δωμάτιό μου δεν πρόσφερε. Παρά την φροντίδα.
Ήθελαν έξω, κάπου, να φύγουν από μένα.
Όμως εσύ μπουκέτο από λευκές μαργαρίτες, σε γαλαζοπράσινο βάζο, νιώθεις καλά. Διατηρείς το μεγαλείο σου ακόμα.
Τα άλλα μπουκέτα μαραίνονται και θέλουν να φύγουν. Για εκείνα υπάρχει κάπου αλλού μια καλύτερη ζωή.
Άντε στο καλό, λουλούδια, πάτε σε άλλους φροντιστές. Στο δικό μου δωμάτιο ανθίζει μόνο ο δικός μου κόσμος.

Άνα Ζουμάνη

Το τίμημα - Του Λάκη Φουρουκλά



Ήταν παιδί ατίθασο, μοναδικό, ανήσυχο – γεννήθηκ’ έτσι. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που βρέθηκε σ’ ετούτη τη γη, απ’ όταν πρωταντίκρισε με μάτια υγρά και θολωμένα αυτό τον κόσμο, έμοιαζε να διψά αφόρητα, οδυνηρά και με παράπονο πικρό, για ελευθερία. Έβλεπε, καθώς ήταν μικρούλι, τους γονείς και τ’ αδέλφια του να πηγαίνουν ελεύθερα παντού κι ωραία, τίποτα να μην τους στέκεται εμπόδιο, κανένα να μην τους περιορίζει, κι αυτό ζήλευε αμίλητα, με πάθος που έβγαινε σαν άναρθρη κραυγή και του χαράκωνε τα νεανικά του στήθια.

Κάθε μέρα, όλη μέρα, του ’λεγαν οι γονείς να κάνει υπομονή και όλα μια μέρα θα συμβαίναν, ότι ήταν ακόμη μικρό πολύ για ν’ απολαύσει τη δική τους την ελευθερία, μα εκείνο που ν’ ακούσει. Ακατανόητα, τρελά, δίχως καμιά ουσία, θεωρούσε τα λόγια τους και ναι, μες στης νιότης του την άγνοια βαθιά τους περιφρονούσε. Δεν καταλάβαινε τι εννοούσαν οι μεγάλοι, ή, ίσως και ν’ αρνιότανε να καταλάβει. Και έτσι, δώστου κλάμα κι άλλο κλάμα, και προσπάθειες μεγάλες, αλλά μάταιες, για ν’ απελευθερωθεί απ’ της αδυναμίας τα δεσμά, για να ξεφύγει απ’ της σκλαβιάς -όπως μες στη μεγάλη αθωότητά του σκέφτονταν- το σπίτι.

Ωστόσο, όλοι οι κόποι, τα δάκρυα και τα παράπονά του, σε τίποτα δεν τον ωφελήσαν. Οι προσπάθειές του όλες πήγαν του βρόντου. Πολλές φορές σ’ ετούτη τη ζωή είναι πράγματα που φαντάζουν πέρα απ’ τις δυνάμεις σου, μα κάποτε τα πετυχαίνεις. Αλλά είναι και κάποια άλλα που δε γίνοντ’ εύκολα, κι ας σου περισσεύει ο θάρρος και ο τσαμπουκάς, αφού εκείνα ακολουθούν δικούς τους νόμους, ξέχωρους, και στην πολιτεία τους -αν δεν έρθει ο καιρός- δύσκολα πολύ θα σε υποδεχθούνε.

Μαράζωνε, λοιπόν, κάθε μέρα το παιδί, μαράζωναν άλλο τόσο κι οι κακόμοιροι γονιοί του – τόσο πεισματάρικο που ήταν. Του έλεγαν να είναι φρόνιμο και να τους υπακούει, να μη βιάζεται καθόλου, το φαΐ του να τρώει με χαρά, για να μεγαλώσει και να γίνει δυνατό, και να κάνει ό,τι ονειρεύεται αληθινό. Αλλά, εκείνο πάντα εκεί, να ψάλλει το ίδιο τροπάρι, να πεισμώνει, να δακρύζει και ν’ ανυπομονεί. Και να ’λεγε κανείς πως δεν το αγαπούσαν; Κάθε άλλο. Στα όπα όπα το ’χαν οι δικοί, ποτέ τους δεν του χάλαγαν χατίρι μα, μαθές, πώς να κάνουν να συμβεί τ’ αδύνατο που τους ζητούσε;

Κάποια μέρα απ’ τις πολλές που έζησε, μα στο βουνό του χρόνου τις λειψές και λίγες, αποφάσισε πως ήταν πια έτοιμο το δρόμο των γονιών και των άλλων μεγάλων, εκείνον που νόμιζε της λευτεριάς, ν’ ακολουθήσει. Έτσι όταν φύγανε αυτοί, ξεκίνησε κι εκείνο το μικρό με δύναμη και σιγουριά πολλή να ξεπορτίσει. Αλλά...

Μπρος στην πόρτα μου το βρήκα να κείτεται νεκρό εκείνο το ελαφρύ σαν τίποτα, το όμορφο σαν παραμυθιού εικόνα πλασματάκι. Σα βγήκε απ’ τη φωλιά, στάθηκ’ αδύνατο -καταπώς φαίνεται- να το κρατήσουν τα φτερά και τη μεγάλη βουτιά από ψηλά έκανε του θανάτου. Δεν ήξερε το χελιδόνι το μικρό, ότι το τίμημα της λευτεριάς είν’ ακριβό και δύσκολο πολύ να τ’ αποχτήσεις.

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Ο σκοπός της Zωής είναι η εξέλιξη του Eαυτού μας



«Δεν υπάρχει καλή επιρροή, κύριε Γκρέι. Κάθε επιρροή είναι ανήθικη, ανήθικη από επιστημονική άποψη».

– «Γιατί»;

– «Διότι να ασκείς επιρροή πάνω σε έναν άνθρωπο σημαίνει ότι του δίνεις την ίδια σου την ψυχή.

Εκείνος τότε δεν έχει τον δικό του φυσικό τρόπο σκέψης, δεν τον φλογίζουν τα δικά του πάθη.

Οι αρετές του δεν είναι αληθινές. Οι αμαρτίες του, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, είναι δανεικές.

Γίνεται η ηχώ της μουσικής κάποιου άλλου, ο ηθοποιός ενός έργου που δε γράφτηκε για αυτόν.

Ο σκοπός της ζωής είναι η εξέλιξη του εαυτού μας. Να πραγματοποιήσουμε τις επιταγές της φύσης μας –γι’ αυτό το σκοπό ήρθαμε στη γη.

Οι άνθρωποι φοβούνται τον εαυτό τους στις μέρες μας. Έχουν ξεχάσει το ύψιστο καθήκον, το χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Φυσικά είναι γεμάτοι ευσπλαχνία. Ταΐζουν τους πεινασμένους και ντύνουν τους ζητιάνους.
Αλλά οι ίδιες τους οι ψυχές πεινούν και είναι γυμνές.

Το θάρρος έχει εκλείψει απ’ την φυλή μας. Ίσως και ποτέ να μην το είχαμε.

Ο φόβος μπροστά στην κοινωνία, που είναι η βάση της ηθικής, ο φόβος μπροστά στο Θεό, που είναι το μυστικό της θρησκείας –αυτά μας κυβερνούν.

Αλλά.... Πιστεύω ότι αν ένας άνθρωπος ζούσε τη ζωή του με πληρότητα, αν την εξαντλούσε ως την τελευταία της σταγόνα, αν έδινε μορφή σε κάθε του συναίσθημα κι έκφραση σε κάθε του σκέψη, αν υλοποιούσε κάθε του όνειρο- πιστεύω ότι ο κόσμος θα κέρδιζε μια τόσο καινούρια και ορμητική χαρά, που θα ξεχνούσε όλες τις αρρώστιες του μεσαιωνισμού και θα επιστρέφαμε στο ελληνικό ιδεώδες –ίσως και σε κάτι λεπτότερο, πλουσιότερο κι από το ελληνικό ιδεώδες.

Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας. Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας.

Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει.

Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού.

Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας. Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν.

Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄ τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.

Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό.
Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμου».


Όσκαρ Ουάιλντ, «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ», εκδ. Πατάκη.
ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.