Τα Δημοφιλή του Μήνα

Η Κυρία που φοβόταν να μην πέσει ανάσκελα






Κάποτε γνώρισα μια Κυρία που είχε την ακαταμάχητη εμμονή πως σε κάθε της βήμα παραμόνευε ο κίνδυνος πως θα σωριαστεί   και  θα πέσει ανάσκελα.
Ο περίγυρός της μάταια προσπαθούσε χρόνια να της αλλάξει την ιδέα.
Η Κυρία ήταν πολύ πλούσια.
Όλοι παραδέχονταν πια την αποτυχία τους να την μεταπείσουν.
Το εντυπωσιακό ήταν πως η Κυρία είχε καταφέρει να περάσει αυτό τον αθώο φόβο της σε όλους γύρω της, σε σημείο μάλιστα που ανάγκαζε πάντα κάποιον  να την ακολουθεί, να προσέχει το πάτωμα  σε όλα τα δωμάτια έτσι ώστε η Κυρία να περπατάει χωρίς  κίνδυνο να πέσει ανάσκελα. Κάποιοι άλλοι σκούπιζαν με  μανία την αυλή, να μην μείνει ούτε ίχνος από αυτά που θα μπορούσαν να αφήσουν, οι γάτες, τα σκυλιά, οι κότες και οι χελώνες του κήπου.
Ακόμη και τα μπαλάκια του πινγκ πονγκ που είχαν σκορπίσει στην βεράντα μάζευαν για να ελαχιστοποιήσουν τον αθώο φόβο της Κυρίας αλλά και τον παρελκόμενο κίνδυνο εξ αυτού του φόβου, να πέσει ανάσκελα.
Δυστυχώς όμως όλα αυτά δεν ωφελούσαν σε τίποτα, μιας και η Κυρία αποφασίζει τελικά να διασχίσει τα δωμάτια και όλους τους φροντισμένους χώρους, μετά από πολύωρο επίμονο επιτόπιο τρίκλισμα, και πολλές οργισμένες κουβέντες προς κάθε διερχόμενο.
Όταν τελικά αποφασίζει να κάνει το  πρώτο βήμα, μετακινεί το ένα της πόδι όπως ένας μποξέρ πάνω σε πάτωμα πασαλειμμένο με  μέλι.
Μετά το άλλο πόδι μετατοπίζοντας όλο το σώμα με μια κίνηση που στα μωρουδίστικα χρόνια μας θα φαινόταν μεγαλειώδης.
Κάπως έτσι πέρασε ένα ολόκληρο απόγευμα η Κυρία,  για να μετακινηθεί από την μια πόρτα στην άλλη, πλήρως εξαντλημένη και κατάκοπη, και με τον φόβο να μην πέσει ανάσκελα να υποβόσκει συνεχώς.
Μετά άρχισαν οι θεωρητικές συζητήσεις, σε μια προσπάθεια να εξηγηθεί αυτός ο φόβος να μην πέσει ανάσκελα, με κάποια σαφήνεια.
Συνήθως αυτές τις  συζητήσεις ακολουθούσε μια μακριά σιωπή, ώσπου μια μέρα η Κυρία αποφάσισε να εκμυστηρευτεί πως ο μεγάλος της φόβος ήταν πως  αν έπεφτε ανάσκελα δεν θα μπορούσε πια να ξανασηκωθεί.
Στην παρατήρηση του περιγύρου,  πως δεν θα έπρεπε να ανησυχεί τόσο, και πως ανά πάσα στιγμή, βρίσκονταν στην διάθεσή της περίπου 45 άνθρωποι για να την βοηθήσουν στο πρώτο τρίκλισμα, εκείνη απάντησε με ένα βλέμμα αυστηρό, που κάρφωνε και τρυπούσε το ξύλινο πάτωμα, πως  "το ίδιο της κάνει".
Κάποιες βραδιές αργότερα, κάποιος απ' τη μεγάλη αυτή συνάθροιση των φροντιστών φώναξε πως είδε στο   πάτωμα να στέκει και να παλεύει ανάσκελα μια κατσαρίδα που είχε πέσει κάπου απ' το νεροχύτη. Μαζεύτηκαν να παρακολουθούν όλοι τον πολύωρο αλλά μάλλον μάταιο αγώνα της να γυρίσει πάλι μπρούμυτα,  την ώρα που οι άλλες κατσαρίδες κυκλοφορούσαν στο πάτωμα και προσπερνούσαν αδιάφορες πλάι  της.
Ξέρετε αν μια κατσαρίδα γυρίσει ανάσκελα, αυτό ισοδυναμεί με τον θάνατό της.
Ήταν πολύ θλιβερό.
Γύρισαν όλοι πίσω στα κρεβάτια τους με μια εμφανή μελαγχολία, και για κάποιο ανεξήγητο λόγο, δεν ξαναρώτησε ποτέ κανείς τίποτα την κυρία.
Περιορίστηκαν στο να ανακουφίσουν όσο γινόταν το φόβο της κυρίας να μην πέσει ανάσκελα, να την συνοδεύουν παντού, να της προσφέρουν το χέρι τους να στηριχτεί, να τις αγοράζουν παπούτσια με αντιολισθητικές σόλες, και διάφορα άλλα βοηθήματα για την ισορροπία.

Και κάπως έτσι συνεχίστηκε η ζωή της Κυρίας που φοβόταν να μην πέσει ανάσκελα, και σας βεβαιώνω πως δεν ήταν καθόλου χειρότερη από πολλές άλλες ζωές…


Γιώργος Χρηστάκης

Η Σαπφώ και ο κύριος fake Φάων



Σε ποια θα δώσουμε το ρόλο της Σαπφούς;
Σε μια ώριμη, ή σε μια  νέα καλλιτέχνιδα;

Σε μια νέα ώριμη! Σε μια ώριμη νέα!

Δεν θα τους  κάνουμε τη χάρη.
Δεν θα δώσουμε τη χαρά στον κύριο fake* Φάωνα και στην δεσποινίδα Φιλόμελη, την δεσποινίδα Χρύση (και τις υπόλοιπες καργιόλες)  να πιστεύουν ότι την βασανίζουν, την ταπεινώνουν και την εγκαταλείπουν επειδή είναι μια παλιά φρεγάτα με ψυχικές και άλλες απαιτήσεις, αλλά την εγκαταλείπουν μόνο επειδή είναι μια ποιήτρια, δηλαδή ένας ανώτερος οργανισμός που, ούτως ή άλλως, πάντα εγκαταλείπεται από τα μικρά έρποντα ανθρωπάκια, ποτέ δεν κατανοείται, πάντα αποφεύγεται, ταπεινώνεται και τελικά προδίδεται.
Ο μεγαλοπρεπής της τρόπος να σκέφτεται, να νιώθει, να στέκεται, να περπατά, να μιλά, να σιωπά, πρέπει να προκαλεί έναν δυσάρεστο καταπιεστικό σεβασμό, τον οποίο οι άθλιοι για πολύ δεν τον αντέχουν.

Την προδώσατε για τα αιώνια εσωτερικά της νιάτα, κομπλεξάρες, όχι για τα εξωτερικά της γεράματα.

Τον ρόλο θα τον πάρει μια νέα, ώριμη!

Να επιτρέψουμε δηλαδή στο κοινό, το αιωνίως χαζό κοινό, να νιώσει την Σαπφώ σαν μια ενοχλητική γριά ποιητιάρα και λυροκρούστρα που ταράζει  τον έρωτα δυο νέων και όμορφων εραστών και την ευτυχία τους;
Όχι. Θα βγάλουμε έξω το μέσα της, σαν μια πανοπλία και σαν ακόντιο ενάντιον του χα χα χα ερωτικού ζευγαριού, Φάων και Φιλόμελη.
Προδότες είναι. Γιατί είναι άθλιοι.


Άνα Ζουμάνη
εφημερόπτερα


***..
(fake* Στην πραγματικότητα ο Φάων ήταν γέρος και άσχημος. Μια μέρα η Αφροδίτη του έκανε λίφτινγκ,  του έδωσε μια αλοιφή, που τον μεταμόρφωσε σε όμορφο νέο που  γοήτευε όλες τις γυναίκες. Στην Σαπφώ η Αφροδίτη δεν την έδωσε την αλοιφή... Cherchez la femme)

***


Πώς προέκυψε το παρακάτω σημείωμα που δεν έχει ούτε μια αναφορά στα «υπέροχα» ποιήματα της Σαπφούς, γεγονός που κάποιους ίσως παραξενέψει;
Πρώτον δεν τα θεωρώ υπέροχα, από τότε έχουν γραφτεί πολύ καλύτερα, δεύτερον τα ποιήματα είναι εκείνη η μορφή γραπτών που με ενδιαφέρει λιγότερο από όλες τις άλλες.
Το πόιντ είναι ότι η Σαπφώ έγραφε ποιήματα εξευγενισμένα όταν οι Γερμανοί πχ δεν είχαν καν ανακαλύψει τη φωτιά και οι Έλληνες εκλειναν τις συζύγους τους στους γυναικωνίτες, ή στην κουζίνα και σουρτούκευαν με τις νεώτερες και ομορφότερες εταίρες, οι οποίες επίσης έπαιζαν το ρόλο που τις έδιναν οι άντρες. Και όταν έσβηναν τα νιάτα και η γοητεία τους, τις πετούσανε στον κάδο απορρημάτων.
Έτσι, κάποιες γυναίκες κατέληξαν στη Λέσβο, ποιος ξέρει με πόσα εσωτερικά τραύματα και έφτιαξαν μια κοινωνία αυστηρά δική τους. Και τότε προεκυψαν προφανώς και τα "λεσβιακά" ποιήματα της Σαπφούς, η οποία ήταν κυρίως ψυχαγωγός και ποιούσε και τραγουδούσε το αναμενόμενο και επιτρεπτό.
Οι γυναίκες αυτές έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν μέσα στην ελεύθερη φυλακή τους. Φυσικά και στο σεξουαλικό επίπεδο.
Και μετά έρχεται ο γερομπισμπίκης Φάων με την μαγική αλοιφή. Και η μαγική αλοιφή τις μαγεύει όλες. Και όλες τον ερωτεύονται. Και τότε η καλύτερη από όλες, η πιο ευαίσθητη, η πιο νέα εσωτερικά, η πιο μπροστά απ' όλες (εκεί πάει το ποιήτρια, όχι στα στιχάκια), παίρνει το μουνί στο χέρι επειδή «γέρασε». Και πέφτει στον γκρεμό και χάνεται, αφού οι γριές δεν έχουν δικαίωμα στον έρωτα και στο σεξ... και ακόμα έτσι είναι εν μέρει.
Και βλέπεις κάτι υπέροχες "γραίες" σήμερα, "γραίες" νεώτερες, συχνά ομορφότερες από πολλά 20χρονα γεροντοπιπίνια _στεγνά και στείρα, με μυαλό άχυρο_ να αναπολούν απλώς τα νιάτα τους και τους παλιούς τους έρωτες, ενώ θα μπορούσαν _αν οι «ποιητές» είχαν κάνει τη δουλειά τους σωστά_ να ξεμουνιάζονται στον έρωτα μέχρι τελικής πτώσης.
Αλλά πού... θα βγει ο γεροσμπισμπίκης και θα την πετάξει τη μαλακία. Και θα βγεί και ο νέος και θα την πετάξει τη μαλακία. Και μαζί τους θα βγούνε και οι γριές, οι αληθινές και οι νεόγριες και θα βάλουν όλοι μαζί  «την γριά στη θέση της».
Γι΄αυτό γράφτηκε το κείμενο, ΜΕΣΑ, όχι για την "ποίηση" στα χαρτιά.



Τα δέντρα






Για μένα τα δέντρα υπήρξαν πάντα οι πιο διεισδυτικοί ιεροκήρυκες. 
Τα σέβομαι όταν ζουν σε οικογένειες και φυλές, σε δάση και άλση. 
Και ακόμη περισσότερο τα σέβομαι όταν στέκονται μόνα τους. 
Είναι σαν τα μοναχικά άτομα. 
Όχι σαν τους ερημίτες που έχουν αποσυρθεί μακριά για να κρύψουν κάποια αδυναμία τους, αλλά σαν τα υπέροχα μοναχικά άτομα, όπως ήταν ο Μπετόβεν και ο Νίτσε.
Στα ψηλά κλαδιά τους θροΐζει ο κόσμος, ενώ οι ρίζες τους αναπαύονται στο άπειρο. 
Όμως δεν χάνουν τον εαυτό τους, παλεύουν με όλη τους τη δύναμη για ένα και μόνο πράγμα: να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, να δημιουργήσουν το δικό τους σχηματισμό, να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους. 
Τίποτα δεν είναι πιο ιερό, τίποτα δεν είναι πιο υποδειγματικό από ένα όμορφο και δυνατό δέντρο.
Όταν ένα δέντρο κόβεται και αποκαλύπτεται η θανατηφόρος πληγή του, μπορεί κανείς να διαβάσει όλη την ιστορία του στο φωτεινό δίσκο του κορμού του: στα δαχτυλίδια του φαίνονται τα χρόνια του, ενώ στα σημάδια του φαίνονται ο αγώνας, τα δεινά, όλες οι ασθένειες, η ευτυχία και η ευημερία, τα δύσκολα χρόνια αλλά και τα ωραία, οι επιθέσεις που άντεξε, οι καταιγίδες που έχει υπομείνει. 
Και κάθε νέο παιδί του χωριού σίγουρα γνωρίζει ότι το σκληρότερο και το πιο ευγενές ξύλο είναι αυτό που έχει στενότερα δαχτυλίδια, κι ότι εκεί ψηλά στα βουνά και μέσα στο συνεχή κίνδυνο αναπτύσσεται το πιο άφθαρτο, το ισχυρότερο, το ιδανικό δέντρο.
Τα δέντρα είναι ιερά. 
Όποιος ξέρει πώς να μιλήσει μαζί τους, όποιος ξέρει πώς να τα ακούσει, μαθαίνει την αλήθεια. 
Δεν κηρύττουν μάθηση και παραινέσεις, κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής.
To δέντρο λέει: Ένας πυρήνας είναι κρυμμένος μέσα μου, μια σπίθα, μια σκέψη, είμαι ζωή από την αιώνια ζωή. Μοναδικά είναι η μορφή και οι φλέβες του δέρματος μου, το μικρότερο φύλλο στα κλαδιά μου, αλλά και η μικρότερη ουλή στο φλοιό μου. Έγινα για να σχηματοποιήσω και να αποκαλύψω την αιωνιότητα στη μικρότερη μου λεπτομέρεια.
To δέντρο λέει: Η δύναμή μου είναι η εμπιστοσύνη. Δεν ξέρω τίποτα για τον πατέρα μου, δεν ξέρω τίποτα για τα χιλιάδες παιδιά που κάθε άνοιξη σπέρνονται από μένα. Ζω μέχρι τέλος για το μυστικό του σπόρου μου, και δεν με νοιάζει για τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι ο Θεός είναι μέσα μου. Πιστεύω ότι η εργασία μου είναι ιερή. Μ αυτή την αλήθεια ζω. 
Όταν απογοητευόμαστε και δεν μπορούμε να αντέξουμε τη ζωή μας, τότε το δέντρο έχει κάτι να μας πει: Σταθείτε! Σταθείτε! Κοιτάξτε εμένα! Η ζωή δεν είναι εύκολη, η ζωή δεν είναι δύσκολη. Αυτές είναι παιδαριώδεις σκέψεις. . . . 
Το σπίτι δεν είναι ούτε εδώ ούτε εκεί. Το σπίτι είναι μέσα σας, αλλιώς δεν είναι πουθενά.
Ενώ τα δέντρα θροίζουν το βράδυ, ενώ είμαστε  ανήσυχοι μέσα στις δικές μας παιδαριώδεις σκέψεις: Τα δέντρα έχουν μακρές σκέψεις, μεγάλες και ξεκούραστες αναπνοές,  όπως έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τις δικές μας. 
Όσο εμείς δεν τ ακούμε, παραμένουν σοφότερα από εμάς. 
Αλλά όταν μάθουμε πώς να ακούμε τα δέντρα,  η στενότητα η ταχύτητα και η παιδική βιασύνη των σκέψεών μας,  θα αντικατασταθούν από ανείπωτη χαρά.
 Όποιος έχει μάθει πώς να ακούει τα δέντρα δεν θέλει πλέον να είναι ένα δέντρο. 
Δεν θέλει να είναι τίποτα εκτός από αυτό που είναι.




Γιώργος Χρηστάκης

Τα καπέλα των αρχηγών

Μια φορά κάθε χρόνο, κάπου στις αρχές της άνοιξης, όλοι οι αρχηγοί του δάσους συνήθιζαν να μαζεύονται στη μεγάλη σάλα του παλιού Αυτοκράτορα για να συζητήσουν τα θέματα των υπηκόων τους.

Φέτος κατέφθασε πρώτος ο Λέων. Να! Έβγαλε το καπέλο του και το άφησε πρώτο πρώτο στο ράφι.  Κατόπιν η Ζέβρα, ο Ιπποπόταμος, το Φίδι κι ο Αητός, όλοι με τη σειρά τους χαιρετήθηκαν επίσημα, έβγαλαν τα καπέλα τους και προχώρησαν στη σάλα. Τελικά πάνω από πενήντα καπέλα- να με συγχωρείτε, αρχηγοί ήθελα να πω, έκατσαν γύρω από το τραπέζι των συνεδριάσεων κι άρχισαν να τρωγοπίνουν με θόρυβο, ροκανίζοντας κυρίως ο ένας κάποιον άτυχο υπήκοο του άλλου. Ο Λέων μια δύστυχη ζέβρα, ο Αητός ένα δύσμοιρο φίδι, το Φίδι ένα καταδικασμένο αυγό αγριόπαπιας κλπ κλπ. Οι φωνές και οι προσβολές έδιναν κι έπαιρναν, αλλά ακόμα περισσότερο ακούγονταν οι φανατισμένες κραυγές υστερίας αυτών που καυχιούνταν πως μόνο αυτοί είναι άξιοι να σώσουν το δάσος. Να μην τα πολυλογούμε, κάθε αρχηγός πίστευε πως οι δικές του ιδέες ήταν οι καλύτερες και πως εκείνος ή εκείνη θα έκαναν τη διαφορά αν εκλέγονταν μονάρχες. Όλοι έλεγαν μια διαφορετική άποψη και την υποστήριζαν με πείσμα!.

Επάνω λοιπόν σε εκείνη τη στιγμή της έξαψης, φρουυυυτς! Ένας τρομερός αέρας σάρωσε τη σάλα, τους ανησύχησε όλους, τους πάγωσε κι έριξε όλα μα όλα τα καπέλα σε ένα σωρό κάτω στο πάτωμα.

Η συνεδρίαση αναβάλλεται, μάλλον, βρυχήθηκε ο Λέων, που μόλις είχε τελειώσει το γεύμα του κι είχε αρχίσει να βαριέται.
Ναι, ναι, μουρμούρισαν όλοι και σηκώθηκαν με απόλυτη συμφωνία και με γεμάτες κοιλιές να πάρουν τα καπέλα τους.

Ήταν απίστευτο με πόση ευκολία- εν ριπή οφθαλμού θα μπορούσαμε να πούμε- , αναγνώριζε ο κάθε αρχηγός το καπέλο του από το σωρό και το φόραγε αποχωρώντας.

Μόνο ένα ποντικάκι, που κατά σύμπτωση βρισκόταν στη σάλα κι έκατσε για να καθαρίσει τα απομεινάρια από το φαγητό στα πιάτα, παρατήρησε κάτι αληθινά αξιοπερίεργο. Και ξέρετε τι ήταν αυτό; Πως όλα, μα όλα τα καπέλα ήταν ακριβώς – ακριβέστατα- ίδια.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, παιδικό

Το κορίτσι των δέντρων






Το σώμα του δέντρου.
Το κορίτσι του δάσους του σκοτεινού, ήξερε να μιλά μαζί του.
Το πλησίαζε αργά τρυφερά κοντοστεκόταν και το κοιτούσε. Το κοιτούσε και το άκουγε.
Στον κορμό του χαραγμένα χίλια δαχτυλίδια, σημάδια ιερά.
Γεννούσε χρόνια μα όλα τα παιδιά του χάθηκαν απ' τα μάτια του..σύρθηκαν στο χώμα τις Άνοιξες. Πόσες μάχες με τους ανέμους... Ρίζες γερές χωμένες βαθιά στην καρδιά της γης και του άπειρου, πάλευαν με όση δύναμη είχαν, όρθιο να το κρατούν.
Ιερό, άφθαρτο είναι το δέντρο.
Το κορίτσι λέει: "μου μιλά μα ξέρω πως δεν θέλει να με μάθει τίποτα"...."Θέλει μόνο να μου πει πως μες στα σωθικά του κρύβει την αιώνια φωλιά... τον πυρήνα, την αρχέγονη σκέψη, τη ζωή μέσα στην αιωνιότητα...την αποκάλυψη μέσα στα πιο μικρά του κύτταρα".
Το δέντρο λέει: "Είμαι δυνατό, εμπιστέψου με. Δεν ξέρω τους προγόνους μου, ούτε τους απογόνους μου...στέκομαι εδώ να φυλάω το μυστικό της ιερής μοναξιάς μου, του σπόρου μέσα μου"..." Όλα είναι απλά κι όλα πολύπλοκα...
Σκέψεις ηλιθίων ...
Οι σηματοδότες είναι μέσα μου...αυτούς ακούω και στέκω εδώ"...
Έτσι να κάνεις κι εσύ κορίτσι όμορφο..αγαπημένο..η φωλιά είναι μέσα σου...αλλοιώς δεν έχεις φωλιά.
Δέντρο ιερό, σκέψη μακριά ατέλειωτη, ανάσα ακατάλυτη.
Μόνο το κορίτσι, το όμορφο, το αγαπημένο, έμαθε να ακούει το δέντρο........
Κι έγινε χαρούμενο που ήταν κορίτσι.

Γιώργος Χρηστάκης 

Κληρονομιά τιμητική




Ότι μου είπες
κι ό,τι απ αυτά εγώ συγκράτησα
ότι μου δίδαξες κρυφά
μέσα απ τις λέξεις σου
τώρα σε πόλεμο
με φέρνουν
Σε αγάπησα
κι ας είχαν άλλοι το δικαίωμα
πρωτύτερα
Κρατάω ακόμα
τα χρόνια του θανάτου σου θυμίαμα
κείνο το βλέμμα το γαλάζιο σου
το άπονο
σαν μαχαιριά μέσα στο στήθος
σε αγάπησα
τότε που πέθαινες
και κοίταζα τα μάτια σου
αυτά που άλλος δεν μπορούσε να κοιτάζει
καθώς ανάσαινες
της γης το τελευταίο σου μερίδιο
κληρονομιά τιμητική
το άγιο βλέμμα σου
θα το κρατήσω
θα κρατιέμαι από σένα
γιατί ότι μου πες
κι ότι εγώ συγκράτησα
με έκαναν κτήμα σου
δική σου
κόρη
γέννημα
Και θα δικάζω
πάντα αιώνια με εκείνο.

Τ.Η. 4/8/2017

Μπάσταρδο πνεύμα




Δεν είμαι η κόρη καμιανής και κανενός
μπάσταρδο πνεύμα, αλητήριο και μόνο
τα βήματά μου ανισόρροπος χορός
και οι στροφές μου όλες λάθη που πληρώνω

Είμαι ένα ατύχημα με κόστος σε ζωή
φόρος σε αίμα κάθε ανάσα μου και βλέμμα
παραπατάω κι όλο ψάχνω αφορμή
να πέσω κάτω, να βουλιάξω μές στο ρέμα

Που να σε πάρει γκαντεμιά μου τυχερή!
που δε μ αφήνεις να χαθώ ή να σιωπήσω
ότι κι αν κάνω με αρπάζεις σηκωτή
\και μ αναγκάζεις άλλη μέρα μια να ζήσω.

Τ.Η. άσμα λαϊκό, 28/7/2017


Πίστομα - Θεοτόκης Kωνσταντίνος



Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης.
Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:
"Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
"Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
"Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
"Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
"Tον σκότωσες!"
Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
"Bάλ'το πίστομα μέσα".


Θεοτόκης Kωνσταντίνος


Ο Γκιώνης



Ήταν δυο αδέρφια
πάντα αγαπημένα
Γκιώνη λεν τον ένα
Δήμο λεν τον άλλο
πρόβατα βοσκούσαν
σ άρχοντα μεγάλο

Κάποια μέρα ο Γκιώνης
δυο αρνάδες χάνει
ψάχνει δεν τις βρίσκει
τριγυρνάει και κλαίει
έρχεται στη στάνη
του αδερφού το λέει

Βρέθηκε κι εκείνος
στην κακή του ώρα
άδικα χολιάζει
σα θεριό θυμώνει
το μαχαίρι φόρα
και τον εσκοτώνει

Οι αρνάδες ήρθαν
πάλι στο κοπάδι
κι ο φονιάς τις βλέπει
στέκεται κλαμμένος
το κεφάλι γέρνει
παραπονεμένος

Κι ο θεός τον είδε
που κτυπάει τα στήθη
και πουλί τον κάνει
τι τον ελυπήθει

Και γι αυτό το βράδυ
άμα σκοτεινιάζει
το πουλί θλιμμένο
στο δεντρί κλαρώνει

Κι όλη νύχτα κράζει
Γκιώνη, Γκιώνη, Γκιώνη!

ποίημα, παραδοσιακό, άγνωστος δημιουργός (;) 

Πάρτε τις πληροφορίες σας και δώστε μας τη γνώση μας πίσω!



Δεν είμαι η μεγαλύτερη εδώ, όμως όταν μιλούν, ή γράφουν οι μικρότεροί μου, πιο πολύ σιωπώ.
Όχι επειδή είμαι ένας ευγενής και καλός άνθρωπος, αλλά επειδή είμαι φιλομαθής.
Ο μικρότερος, κυρίως ο πολύ μικρότερος από εμένα, έχει λιγότερες συσσωρευμένες πληροφορίες στο μυαλό του από τη μια, περισσότερη αμεταχείριστη, δηλαδή αγνή γνώση, από την άλλη, συνεπώς μπορεί να φέρει καινούριες ιδέες στο φως. (Μη γελάς, έτσι είναι).
Ως εκ τούτου «χτυπώ» πριν κουρκουτιάσει ο εγκέφαλός του από τις πολλές τις γνώσεις.
Να μην μπερδεύουμε τις «γνώσεις» με τη «Γνώση», εκείνη την πρωτόγονη, που είναι γραμμένη στα κύτταρά μας και -σταδιακά και αν δεν προσέξεις- θαύεται κάτω από βουνά αφιλτράριστων πληροφοριών (ειδικά τώρα με τo google).
Δεν καταλαβαίνω λοιπόν τους «σοφότερους», υποτίθεται, μεγαλυτέρους μου, που δεν χάνουν την ευκαιρία, μόλις ανοίξει το στόμα του ο μικρότερος, να σηκώσουν το δάκτυλο επιπληκτικά ή συμβουλευτικά, για να του χώσουν στο κεφάλι τις «μεγαλειώδεις» τους ιδέες, οι οποίες συχνά δεν υπάρχουν καν... αφού παρέλειψαν στη ζωή της να κρατούν ζωντανές τις πρωτόγονες "αναμνήσεις" τους, ακούγοντας τα παιδιά.

***

«Γνώσεις» λέμε όλες εκείνες οι πληροφορίες που αποθηκεύονται στο «συνειδητό» κομμάτι τιου ευατού μας στη διάρκεια της ζωής μας, εκούσια και ακούσια και που μοιραία είναι άχρηστες χωρίς την «Γνώση».
Όλες αυτές οι πληροφορίες μαζί, δημιουργούν την «λογική», η οποία σταδιακά και μοιραία, ριζώνει πιο βαθιά από τη Γνώση.
«Γνώση» είναι οι πολύτιμες πληροφορίες που μυστηριωδώς αποθηκεύονται στο «ασυνείδητο» μας από κάποια «σκοτεινή δύναμη» την οποία θέλουμε να ονομάζουμε «ένστικτο».
Η Γνώση ξέρει εκ των προτέρων ότι όλα έχουν μια αιτία, πριν συνειδοποιήσουμε ποια είναι αυτή. Όπως πχ η αράχνη που αρχίζει να υφαίνει τον ιστό της πολύ πριν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν οι μύγες στον κόσμο.
Ο άνθρωπος χωρίς, ή με ασθενή Γνώση, είναι καταδικασμένος να κουβαλά απλώς ένα τεράστιο φορτίο πληροφοριών, το οποίο δεν ξέρει να αξιοποιήσει. Ξέρει πως υπάρχουν οι μύγες αλλά ξέχασε τι είναι ο ιστός.

***

Πρόταση: Να παρατείνεται η παιδικότητα και η εφηβεία όσο αυτό είναι δυνατόν. Τα παιδιά να γράφουν βιβλία για μεγάλους, όπως οι μεγάλοι για τα παιδιά, τα οποία συν τοις άλλοις θα διδάσκονται από παιδιά σε σχολεία για μεγάλους. Καθημερινή επαφή με τη φύση. Παρατήρηση του φυτικού και ζωϊκού βασιλείου με δέος,  σεβασμό και τα μάτια ορθάνοιχτα. Ο πιο τιμητικός τίτλος για τον άνθρωπο να είναι ο «φυσιοδύφης». 



Άνα Ζουμάνη
εφημερόπτερα



Ο ευγενέστατος κύριος Φράνσις




Παρασκευή βράδυ, καμία προγραμματισμένη κοινωνική υποχρέωση. Ο κύριος και η κυρία Φράνσις πέφτουν για ύπνο νωρίς.
Θα σε πείραζε αγάπη μου να ανάψω λίγο την τηλεόραση; ρωτάει όπως πάντα ευγενικά ο κύριος Φράνσις έχοντας ήδη πατήσει το κουμπί στο τηλεκοντρόλ.
Θα βάλω τον ήχο χαμηλά, απολογείται.
Η κυρία Φράνσις απαντά με τη συνήθη της έκφραση.
Όπως νομίζεις, Έντουαρντ...

Απόγευμα Σαββάτου, ο κύριος και η κυρία Φράνσις παίρνουν ένα απεριτίφ στο σαλόνι.
Θα σε πείραζε αγάπη μου να ανάψω ένα πούρο; ρωτάει όπως πάντα ευγενέστατα ο κύριος Φράνσις, έχοντας ήδη κόψει την άκρη του πούρου του.
Θα φυσάω τον καπνό μακριά σου και θα ανοίξω λιγάκι και το παράθυρο, απολογείται.
Η κυρία Φράνσις απαντά με τη συνηθισμένη της φράση.
Όπως νομίζεις, Έντουαρντ...

Κυριακή μεσημέρι, η κυρία Φράνσις έχει ετοιμάσει ένα πλούσιο γεύμα με κρέας.
Θα σε πείραζε αγάπη μου να τρώγαμε λίγο αργότερα; ρωτάει όπως πάντα ευγενέστατα ο κύριος Φράνσις.
Λέω να πάρω ένα τηλέφωνο τη μητέρα Φράνσις στην επαρχεία, έχουμε μέρες να μιλήσουμε, συνεχίζει σηκώνοντας το ακουστικό του τηλεφώνου.
Δεν θα μιλήσω πολύ, απολογείται.
Η κυρία Φράνσις απαντά όπως συνήθως.
Φυσικά, όπως νομίζεις Έντουαρντ...

Μία ώρα αργότερα, ο κύριος και η κυρία Φράνσις κάθονται στο τραπέζι και αρχίζουν το γεύμα τους.
Υπέροχο το κρέας αγάπη μου, αν και το άφησες λίγο να κρυώσει. Δεν έχει σημασία, ωστόσο, συμπληρώνει ευγενέστατα ο κύριος Φράνσις, για εμένα ότι κάνεις είναι τέλειο.
Ω! αγάπη μου, χαμογελά συγκινημένη η κυρία Φράνσις.
Ελπίζω να μη σε πειράζει που έβαλα δηλητήριο στο πιάτο σου. Είναι εντελώς άγευστο και ανώδυνο μου είπαν, απολογείται. 
Πήρα το θάρρος να στείλω και λίγο στην μητέρα Φράνσις. Αν διαφωνείς πες μου, αγάπη μου.
Ο κύριος Φράνσις πέφτει νεκρός μέσα στο πιάτο του.
Ήμουν σίγουρη πως δεν θα είχες αντίρρηση, αγάπη μου, χαμογελά η κυρία Φράνσις και συνεχίζει ατάραχη το γεύμα της....

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.