Τα Δημοφιλή του Μήνα

ΚΡΑΤΗΣΟΥ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ fantasy διήγημα


Ένα χρόνο πριν Θησείο, μεσημέρι.

Ο Γέρος συνέχισε αργά, κουτσαίνοντας, τον απογευματινό του περίπατο στον πεζόδρομο. Στηριζόταν στο μπαστούνι του και σταματούσε κάθε τόσο. Του άρεσε αυτό το μέρος κι ας είχε αλλάξει από τότε που το θυμόταν νέος. Έστηναν εκείνη την ώρα τους πάγκους οι πλανόδιοι μικροπωλητές κι ο νεαρόκοσμος άρχιζε κι αυτός να μαζεύεται σε παρέες.

Οι χειμωνιάτικες λιακάδες πάντα ήταν μια μικρή γιορτή. Δεν του απέμεναν πολλές πια. Ο Γέρος ήξερε πως ο χρόνος του τελείωνε, χειροτέρευε κάθε μέρα που περνούσε. Τα φάρμακα ίσα που του χάριζαν λίγες ώρες ηρεμίας και διαύγειας από τον πόνο. Περισσότερο τον κρατούσε αυτό που ο ίδιος είχε ορίσει ως έργο ζωής. Να τους βρει. Να τους βρει και να συνεχίσουν αυτοί, όποιοι, όσοι κι αν ήταν. Περπάτησε αργά προς τα πάνω. Ήταν όμορφα σήμερα και δεν πονούσε πολύ.


Παγκράτι, Πέμπτη 23:42.

Η φωνή που δεν ήταν ακριβώς φωνή έσκασε σαν μπάλα λευκού φωτός μέσα στο μυαλό του.

“ ΚΡΑΤΗΣΟΥ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ”

Δεν ένιωσε πόνο, μόνο το ξάφνιασμα, τον τρόμο τον στιγμιαίο, που αντικαταστάθηκε από μια απρόσμενη καλόδεχτη γαλήνη και ευφορία. Μετά τίποτα…
Άνοιξε το ένα μάτι και το ξανάκλεισε στη στιγμή τυφλωμένος από τη τηλεόραση μισό μέτρο μακριά από το πρόσωπό του. Έτριψε το σβέρκο του, εκεί που είχε χτυπήσει πέφτοντας, όταν έχασε τις αισθήσεις του. Τρελαίνομαι… τρελάθηκα, αυτό είναι… σκέφτηκε. Πανικός.
Αν εξαιρέσουμε λίγο τσίπουρο που και που, μπύρα ή κρασί και τα στριφτά του, πάρε δώσε με ουσίες και φάρμακα δεν είχε. Ο Μιχάλης θα έκλεινε τα πενήντα σε λίγο, ζωή μοναχική, εργένικη, λίγοι ελάχιστοι φίλοι κάμποσοι γνωστοί και το πλήθος το καθημερινό στην εταιρεία. Στο λογιστήριο το οχτάωρο των δέκα και ωρών, ότι προέβλεπε η σύμβασή του, χωρίς υπερωρίες κλπ, το καλοκαίρι λίγες μέρες άδεια και τα γρανάζια γυρνάγανε κι αυτός μαζί τους.
“Τρελλλάθηκα…” ψέλλισε. Πρώτη φορά του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ήταν άνθρωπος της συνήθειας, της ρουτίνας, λίγο απόμακρος ίσως, πάντα ο πολύς ο κόσμος τον άγχωνε, αλλά μέχρι εκεί. Υπήρχε βέβαια και το “άλλο”, αλλά αυτό με τα χρόνια είχε υποχωρήσει σε σημαντικό βαθμό. Το “άλλο” ήταν αυτό που τον έκανε απόμακρο με τους άλλους, από τα χρόνια του σχολείου ακόμα. Ο Μιχάλης ένιωθε τους άλλους, ή μάλλον ένιωθε ό,τι ένιωθαν οι άλλοι, οι όποιοι άλλοι, γνωστοί ή άγνωστοι. Τη χαρά, τη λύπη, το θυμό, τον ενθουσιασμό, τη κακία, όλα, μαζί, ταυτόχρονα. Η ένταση μόνο είχε διακυμάνσεις. Έτσι έγινε μοναχικός και στη μοναξιά βρήκε αναπαμό. Με το τέλος της εφηβείας, η κατάσταση αυτή οδηγήθηκε σε ύφεση σταδιακή στο τέλος της εφηβείας, αν εξαιρέσουμε δυό τρία εκρηκτικά ξεσπάσματα, που έκαναν τους γονείς του αλλόφρονες να τον τρέχουν σε τρελλογιατρούς και ψυχολόγους, οι οποίοι φυσικά διέγνωσαν μια “υπερευαισθησία, συναισθηματική φόρτιση και άγχος της εφηβείας”. Φυσικά. Αυτά παλιά.
Ζούσε μια κανονική ζωή, ως τώρα. Έστριψε κι άναψε τσιγάρο σκεφτικός. Πήγε μέχρι τη κουζίνα να πάρει ένα αναλγητικό για τον πονοκέφαλο. Το κεφάλι του εκεί που χτύπησε στο τραπεζάκι του σαλονιού πέφτοντας, είχε ένα καρούμπαλο που σίγουρα θα γινόταν μελανό μέχρι αύριο. Έβαλε σε μια πετσέτα παγάκια και τα ακούμπησε στο χτύπημα μ’ ένα βογκητό, περισσότερο από την αίσθηση του κρύου. Πήγε κι έκατσε στον υπολογιστή κι άρχισε το γκουγκλάρισμα. Το σβηστό από ώρα τσιγάρο άφηνε μια πικρίλα στα χείλια του, αλλά ούτε που το κατάλαβε.



Αμπελόκηποι, Παρασκευή 10:27.


Η Ξένια άνοιξε ασθμαίνοντας βαρυφορτωμένη με σακούλες απ’ το σουπερμάρκετ. Το ρημάδι το ασανσέρ πάλι τα είχε φτύσει κι ανέβηκε απ’ τις σκάλες μέχρι τον τρίτο. Έκλεισε με το πόδι τη πόρτα του διαμερίσματος και πήγε γραμμή στη κουζίνα, όπου άφησε τα ψώνια στο πάτωμα και σωριάστηκε στη μια από τις τρεις καρέκλες της μικρής τραπεζαρίας. “Καφέ και τσιγάρο” ψέλλισε “και νερό”. Σηκώθηκε, γέμισε ένα ποτήρι απ’ τη βρύση κι όπως σήκωνε με λαχτάρα το ποτήρι προς το στόμα ένιωσε τον απαλό και συνεχόμενο βόμβο να δονεί το μυαλό της κι όλα να γίνονται από αχνό πορτοκαλί γύρω της σε κατακόκκινο, σε πορφυρό, χάθηκαν τα σχήματα, χάθηκαν όλα γύρω της, εκτός από κάτι σαν επιγραφή νέον σε επαρχιακό μπαράκι δευτέρας διαλογής.

“ ΚΡΑΤΗΣΟΥ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ”

Ασυναίσθητα κρατήθηκε από το νεροχύτη, της ήρθε εμετός και ξέρασε μέσα στα άπλυτα πιάτα. Την ίδια στιγμή όλα τα ντουλάπια της κουζίνας άνοιξαν, το περιεχόμενο τους βγήκε αιωρήθηκαν κάθε λογής πιατοπότηρα για ένα δευτερόλεπτο στον αέρα και μετά συντρίφτηκαν με φόρα στους τέσσερεις τοίχους. Η κουζίνα ρημαδιό. Η Ξένια, 32 χρονών, προγραμματίστρια που δούλευε από το σπίτι, ζούσε με τον Χνούδι το γάτο της στο μικρό δυαράκι . Ζωή όπως της άρεσε, στα μέτρα της. Δεν είχε πολλές απαιτήσεις πέρα από την ησυχία και το γάτο της. Ήταν καλύτερα έτσι, πολύ καλύτερα. Φίλους με τη συνηθισμένη έννοια δεν είχε. Συναδέλφους άντρες και γυναίκες που έβλεπε που και που. “Αυτό” δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για σχέσεις. Ειδικά αν η επαφή δημιουργούσε συναισθηματική φόρτιση. Η κατάσταση τότε ήταν πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε ανεπιθύμητα γεγονότα και δύσκολα εξηγήσιμα. Η Ξένια ήταν τηλεκινητική από νήπιο, αλλά ποτέ δεν είχε καταφέρει ή ίσως δεν είχε επιδιώξει να εξερευνήσει και να τιθασεύσει “Αυτό”, όπως το ονόμαζε. Στην εφηβεία, “Αυτό” έγινε οδυνηρά ανεξέλεγκτο, ειδικά μετά το θάνατο του πατέρα της στα 15 της χρόνια. Έχασε τη χρονιά στο σχολείο, για να βρει τη πληροφορική στο άσυλο του δωματίου της. Κώδικας και τίποτα άλλο. Στο πανεπιστήμιο “Αυτό” είχε εξαφανιστεί από τη ζωή της και μέχρι σήμερα δεν είχε εμφανιστεί ξανά, εκτός από κάτι ασυνείδητες και αυτόματες αντιδράσεις τύπου, το τηλεκοντρόλ να βρίσκεται από το τραπεζάκι στο χέρι της, ή τα τσιγάρα της από το γραφείο να έρχονται στο σαλόνι, πράγματα φυσιολογικά δηλαδή στη καθημερινότητά της.

Κρύος ιδρώτας την έλουσε κι άρχισε να κλαίει βουβά…



Λ. Κηφισίας, Παρασκευή 12:02


Ο Νάσος βλαστήμησε σιγανά τη γαμημένη τη κίνηση. Είχε αργήσει κι ο Λάμπρου δεν ήταν άνθρωπος που ανεχόταν καθυστερήσεις και δικαιολογίες. Όλοι κι όλα έπρεπε να είναι στην ώρα και τη θέση τους. Ο Λάμπρου, ένα πάμπλουτο κάθαρμα με τα εννιάμιση δάχτυλα στον τάφο που οι πίσω από τη πλάτη του φυσικά φήμες, έλεγαν μισοαστεία, μισοσοβαρά, πως τον είχε φτιάξει μεγάλο, να χωράει τα δισεκατομμύριά του, και την εικοσιπεντάρα μοντέλα , θαύμα της πλαστικής χειρουργικής. Ο Νάσος θα του παρουσίαζε τα σχέδια για κάποια σειρά καινούριων προϊόντων μιας από τις εταιρείες του. Άν τα σχέδια άρεσαν, θα του εξασφάλιζαν ένα συμβόλαιο, που θα του επέτρεπε να ατενίσει το μέλλον με πλατύ χαμόγελο, και ας πάει στα τσακίδια η κρίση.
Η Κηφισίας όμως σήμερα, ήταν η λεωφόρος της μελάσας, τίποτα δεν κουνιόταν. Πεντακόσια μέτρα παρακάτω στα Σίδερα Χαλανδρίου, είχε γίνει μια φρικτή καραμπόλα. Ένιωσε το “μυρμήγκιασμα” ανεπαίσθητο στην αρχή που όμως κάθε δευτερόλεπτο δυνάμωνε μέχρι που έγινε τρέμουλο βίαιο. Τότε ξέσπασε η κόλαση.
Το μπροστινό αυτοκίνητο ξαφνικά άρχισε να μαρσάρει και να πέφτει με μανία ταξί πίσω από το οποίο βρισκόταν. Η οδηγός, μια κοπελίτσα είκοσι δύο χρονών, προσπαθούσε να ξεφύγει από τη νταλίκα που ερχόταν πατημένη καταπάνω της. Μέσα στο ταξί, η επιβάτης που κάθονταν με τον πεντάχρονο γιό της στο πίσω κάθισμα, ούρλιαξε και πιάνοντας το κεφάλι του οδηγού με τα δυό της χέρια βύθισε τα δάχτυλα με τα μακριά περιποιημένα νύχια στα μάτια του, ξανά και ξανά. Μόνο αν έβγαζε και τα εφτά μάτια από το φρικαλέο τέρας θα είχε ελπίδα να γλιτώσει. Τα μάτια, δεν άντεχε αυτά τα μάτια. Το αγοράκι πήδηξε από το παράθυρο πέφτοντας στη μπροστινή ρόδα της μοτοσυκλέτας που προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα από τα αυτοκίνητα. Έπρεπε να γλυτώσει από τη Κακιά Λύκαινα που είχε εξαφανίσει τη μαμά του. Ήταν νεκρό, πριν ο αναβάτης προσγειωθεί στο καπό του ταξί που απότομα έκοψε δεξιά. Δίπλα το βανάκι με τα γαλακτοκομικά απόμεινε έρημο, με τη πόρτα του οδηγού ανοιχτή και τον οδηγό αλλόφρονα να τρέχει να διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα. Η μπεζ μερσεντές τον διαμέλισε και στη συνέχεια δημιούργησε μια καραμπόλα από εφτά αυτοκίνητα. Αντίστοιχες σκηνές εκτυλίσσονταν ένα γύρω. Χάος, τρόμος, ουρλιαχτά και αίμα.
Ο Πάνος συνειδητοποίησε πως η “Κατάρα” είχε ξαναχτυπήσει. Ο Πάνος έντρομος έβλεπε τον χαμό γύρω του, για τον οποίο πολύ καλά το γνώριζε, ευθυνόταν αυτός. « ΚΡΑΤΗΣΟΥ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ» είδε τον ηλεκτρονικό πίνακα που έδινε πληροφορίες για τη κυκλοφορία να γράφει με μεγάλα γράμματα. Μόνο αυτός το είδε. Ξαφνικά σταμάτησαν όλα, όπως ξαφνικά είχαν ξεσπάσει. Απορία, φρίκη, κλάματα, κραυγές για βοήθεια.
Όλοι αναρωτιόνταν τι είχε συμβεί. Όλοι εκτός απ’ αυτόν. Βγήκε αργά από το αυτοκινητάκι άρχισε να περπατάει, χωρίς να τον νοιάζει που πήγαινε ή γιατί. Η “Κατάρα” τον ξαναβρήκε μετά από τόσα χρόνια. Ο Πάνος πάντα έκανε τους άλλους να βλέπουν τις εικόνες που αυτός ήθελε. Και το έλεγχε μια χαρά. Εκτός από τις ελάχιστες φορές που είχε πιεί, ή τις ελαχιστότατες φορές που οργιζόταν. Εκεί ξεσπούσε η Κόλαση. Όπως πριν λίγο. Ο Λάμπρου δεν θα έβλεπε τα γαμημένα τα σχέδια, αλλά έτσι κι αλλιώς όλα είχανε πάει κατά διαόλου κι ακόμα παραπέρα…



Σωκράτους, Παρασκευή 12:32


Ο Νίκος προχωρούσε βιαστικός μέσα στο πολύβουο πλήθος, στο λερό πεζοδρόμιο, όσο είχαν αφήσει δηλαδή τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Έπρεπε να την πιάσει αυτή τη δουλειά. Δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια, οχτώ μήνες άνεργος, δεν άντεχε άλλο. Πήγαινε στο ραντεβού του με σφιγμένο στομάχι. Σκεφτόταν διάφορα. Ξαφνικά την προσοχή του την απέσπασε μια κραυγή πόνου. Έστρεψε το βλέμμα προς τα εκεί. Στο απέναντι πεζοδρόμιο μια ομάδα ΔΙΑΣ είχε σταματήσει για έλεγχο κάποιον μετανάστη. Ποιος ξέρει γιατί, οι δύο από τους τέσσερεις ένστολους θεώρησαν σωστό να χτυπήσουν τον μετανάστη και να του περάσουν χειροπέδες. Οι άλλοι δύο χαμογελούσαν κι έκαναν «πλακίτσα». Σε κάποιες διαμαρτυρίες περαστικών απάντησαν ειρωνικά με θράσος που αντλούσαν περίσσιο από τα όπλα και τη στολή τους.

Η όραση του Νίκου στιγμιαία θόλωσε για να αποκτήσει αμέσως μετά απίστευτη οξύτητα και διαύγεια. Ένιωσε τη γνώριμη κάψα στο κεφάλι του. Ο μπάτσος που κρατούσε ακινητοποιημένο τον δύστυχο άνθρωπο, άρχισε ξαφνικά να ουρλιάζει και με σπαστικές κινήσεις έκανε προσπάθεια να βγάλει το κράνος του. Τον βοήθησε αυτός που ήταν δίπλα του. Από τα μάτια, τη μύτη, το στόμα και τα αυτιά του έτρεχε αίμα, το πρόσωπο του είχε γίνει μπλε-μωβ και ξαφνικά άρχισε να διογκώνεται και έσκασε με έναν υπόκωφο υγρό ήχο, σκορπώντας σάρκες αίματα και μυαλά τριγύρω. Το σώμα κατέρρευσε. Το ίδιο άρχισε να συμβαίνει και στους υπόλοιπους τρεις της ομάδας. Ένας δεν πρόλαβε καν να βγάλει το κράνος του και το παραμορφωμένο πρόσωπο του εκτοξεύτηκε ξεκολλημένο αφήνοντας πίσω του έναν κατακόκκινο αιμάτινο καταρράκτη. Ουρλιαχτά και κραυγές φρίκης ξεπήδησαν από τους σοκαρισμένους περαστικούς. Ο δεμένος άντρας σύρθηκε τρέμοντας με διάπλατα τα μάτια από τον τρόμο παραπέρα, προσπαθώντας να αποφύγει τις λίμνες αίματος. Λερωμένος ήδη από αίματα και μυαλά σηκώθηκε και δεμένος όπως ήταν παραπαίοντας, αλλά χωρίς να έχει πάθει κάτι χειρότερο προχώρησε με αβέβαια βήματα και χάθηκε στο στενό που έτεμνε το δρόμο κάθετα. Ο μόνος που δεν ήταν τόσο έκπληκτος ήταν ο Νίκος. Εκείνος ήξερε πως μπορούσε να προκαλεί δυσφορία ή πόνο σε άλλους από μακριά, αλλά σε τέτοιο βαθμό δεν είχε ξανασυμβεί. Είχε και ο ίδιος εκπλαγεί από το αποτέλεσμα, δεν ήταν η πρόθεση του να φτάσουν τα πράγματα μέχρι εκεί. Ναι, τους απεχθανόταν τους μπάτσους, τους σιχαίνονταν αλλά το μόνο που ήθελε στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν να αφήσουν ήσυχο τον δύστυχο άνθρωπο και να πάρουν ένα καλό μάθημα. Δεν ήθελε να σκοτώσει. Δεν ήξερε πως μπορούσε να το κάνει αυτό.

« ΚΡΑΤΗΣΟΥ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ» μια άηχη φωνή ακούστηκε μέσα στο κεφάλι του. Τώρα ήταν κι αυτός το ίδιο αποσβολωμένος με τον υπόλοιπο κόσμο. Ποιος, τι ήταν αυτό που μίλησε μέσα του; Κάποιος άλλος με έναν ακατανόητο τρόπο ήξερε τι είχε κάνει, τι μπορούσε να κάνει. Ο Νίκος ένιωσε φόβο. Τα πρώτα σημάδια αυτού του «χαρίσματος» είχαν εμφανιστεί στην πρώιμη σχολική ηλικία. Όποτε ο Νίκος δυσανασχετούσε με κάποιον συμμαθητή ή δάσκαλο, αυτός παραπονιόταν για έντονο πονοκέφαλο που σε μερικές φορές εξελισσόταν σε ρινορραγία. Εκείνον πάντως τον βόλευε για να ξεφορτώνεται εύκολα τους ενοχλητικούς. Δεν είχε αποτελέσει πρόβλημα μέχρι εκείνο το πρωί, γιατί ποτέ δεν είχε τόσο ακραία, τελεσίδικη και φρικιαστική κατάληξη. Πάντα δε, συνοδεύονταν τα περιστατικά από στιγμιαίο θόλωμα της όρασης, για να ακολουθήσει εξαιρετική διαύγεια και οξύτητα της μετά και φυσικά αυτή η ζέστη που μπορούσε να φτάσει ως τα επίπεδα της αίσθησης του καψίματος στους κροτάφους. Γύρισε αργά κοιτάζοντας φοβισμένα τριγύρω του κι άρχισε να απομακρύνεται από το σημείο, χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Απλώς ήθελε να φύγει από εκεί. Είχε ξεχάσει τελείως το ραντεβού για τη συνέντευξη.



ΜΕΤΡΟ Γραμμή 2 προς Αγ. Μαρίνα Σταθμός Παλλήνη, Παρασκευή 13:41

Ο συρμός ο συγκεκριμένος ήταν από τους παλιούς, αυτούς που τα βαγόνια δεν είχαν επικοινωνία μεταξύ τους. Την ώρα εκείνη η κίνηση δεν ήταν μεγάλη. Η Μαρκέλλα καθόταν περίπου στο μέσον του βαγονιού. Η κοπέλα ζούσε από όσο θυμόταν άνετα όλη της την ζωή, από τότε δηλαδή που άρχισε να καταλαβαίνει τον κόσμο. Η οικογένεια της δεν ήταν πλούσια, ούτε καν ευκατάστατη. Το αντίθετο, οι γονείς της δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ στο ψιλικατζίδικο που διατηρούσαν, για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τα απαραίτητα σε αυτήν και τον μικρότερο αδελφό της κι αν μπορούσαν και κάτι παραπάνω. Αυτό μέχρι που άρχισε να μεγαλώνει η Μαρκέλλα. Από τα τέσσερα της χρόνια η Μαρκέλλα άρχισε να φροντίζει γι’ αυτό το κάτι παραπάνω, στην αρχή χωρίς να το καταλαβαίνει. Συνέβαινε αυθόρμητα κάθε φορά που επιθυμούσε πολύ κάτι και βρισκόταν μπροστά της κάποιος άνθρωπος. Με κάποιον τρόπο που ακόμα δεν μπορούσε να εξηγήσει, πρόβαλλε την εικόνα ή τη σκέψη κατευθείαν στο μυαλό του άλλου και εκείνος ή εκείνη θεωρούσε απόλυτα φυσιολογικό έως επιτακτικό να ανταποκριθεί στην επιθυμία της μικρής. Έτσι ποτέ δεν της έλειψαν γλυκά, παιχνίδια ή ρούχα σαν παιδί. Στην αρχή οι γονείς της πέρασαν όλη τη γκάμα μεταξύ απορίας, θαυμασμού, ανησυχίας και πανικού, μέχρι που η Μαρκέλλα αντιλήφθηκε τι τους συνέβαινε και τους ΕΠΕΙΣΕ πως όλα ήταν φυσιολογικά. Έτσι δεν ασχολήθηκαν ποτέ ξανά. Δεν απόρησαν ποτέ πως βρίσκονταν στο σπίτι πάντα τα λεφτά που χρειάζονταν ή γιατί ποτέ δεν πλήρωναν στην κανονική τιμή τα ψώνια τους. Το κορίτσι όμως ήταν προσεκτικό και έξυπνο. Αντιλήφθηκε από νωρίς πως ήταν ένα ξεχωριστό παιδί, όμως δεν έκανε χρήση αυτής της θαυμαστής ιδιαιτερότητας της παρά με μεγάλη φειδώ και ποτέ με τρόπο που να προκαλεί. Ήξερε πως τα πολύτιμα πράγματα πρέπει να τα κρατάς καλά, πολύ καλά φυλαγμένα. Ήξερε επίσης πως αυτό της διευκόλυνε μεν τη ζωή, αλλά δεν ήταν πανάκεια για όλα. Κατανοούσε και εκτιμούσε την αξία της μόρφωσης, της τέχνης, της επιστήμης και επειδή ήταν πραγματικά χαρισματικός άνθρωπος, είχε έντονες κοινωνικές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Έτσι μεγάλο μέρος από το ευεργετικό αυτό χάρισμα πήγαινε σε αυτούς που το είχαν ανάγκη, μια μικρή αναδιανομή πλούτου δηλαδή, η δική της συμβολή στην αλληλεγγύη. Τώρα στα δεκαεφτά της το καταλάβαινε πολύ καλά, είχε περάσει την εφηβεία της μέσα στην κρίση.
Ο νεαρός με τα μακριά μαλλιά και τη γκρι φόρμα λίγα μέτρα πιο πέρα, άκουγε ανέμελος μουσική από το mp3 του. Στην πραγματικότητα έδειχνε ανέμελος αλλά δεν ήταν, με τρόπο παρατηρούσε τα πάντα και τους πάντες γύρω του. Όρθιος, ακουμπισμένος ανέμελα σε μια από τις πόρτες του συρμού, τα χέρια στις τσέπες του τζίν παντελονιού. Η Μαρκέλλα είχε προσέξει πως συχνότερα από τους άλλους επιβάτες το βλέμμα του έπεφτε σε αυτήν όταν νόμιζε πως δεν τον πρόσεχε. Ήταν νόστιμη κοπέλα και είχε επίγνωση της εμφάνισης της, ταυτόχρονα όμως ήταν πολύ εκλεκτική στις σχέσεις της. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να είχε όποιον ήθελε, αλλά ειδικά σε αυτό το θέμα δεν ήθελε με τίποτα να εκμεταλλευτεί το χάρισμα της.
Στην επόμενη στάση, στην Δουκίσσης Πλακεντίας, μπήκε μια παρέα νεαρών, τέσσερεις ήταν, με ξυρισμένα κεφάλια και μαύρες μπλούζες και μπουφάν, βλέμματα βλοσυρά, σκοτεινά, με την υπεροψία που μόνο ο φασισμός μπορεί να λερώσει τα βλέμματα. Νεοναζί, σκέφτηκε η Μαρκέλλα με απέχθεια. Συζητούσαν μεταξύ τους δυνατά, για να ακούν θέλοντας και μη οι υπόλοιποι επιβάτες τα βορβορώδη τσιτάτα της απεχθούς ιδεολογίας τους. Σε λίγο ένας τους πρόσεξε τον νεαρό με τα μακριά μαλλιά και με νόημα τον έδειξε στους άλλους. Άρχισαν να μιλάνε σιγά μεταξύ τους και σε λίγο πλησίασαν τον νεαρό. Τα στομάχια των υπόλοιπων επιβατών σφίχτηκαν, καταλάβαιναν πως κάτι κακό θα συνέβαινε, με θύμα το παλικάρι. Δεν κουνήθηκε κανείς από τη θέση του όμως. Η Μαρκέλλα θύμωσε, απογοητεύτηκε, θα σηκωνόταν αυτή και θα ΑΝΑΓΚΑΖΕ και τους άλλους, τους επιλεκτικά αμέτοχους να σηκωθούν.
Ο Κωνσταντίνος, έτσι έλεγαν τον νεαρό, είχε πάρει γραμμή τι θα παιζόταν με τους φασίστες, δεν ήταν η πρώτη φορά άλλωστε που συνέβαινε αυτό, το διασκέδαζε, αλλά προτιμούσε να μην το δείξει ακόμα. Ένιωσε το ΣΚΟΤΑΔΙ μέσα του να συμπυκνώνεται σε μια μικρή συμπαγή σφαίρα και να ανεβαίνει στο λαιμό του. Οι νεοναζί άρχισαν να ειρωνεύονται και να προκαλούν τον Κωνσταντίνο, όταν άρχισαν ταυτόχρονα να συμβαίνουν διάφορα παράξενα. Το λιγότερο παράξενο από αυτά ήταν πως οι υπόλοιποι επιβάτες άρχισαν να σηκώνονται και να στρέφονται προς την παρέα των νεοναζί. Αυτό όμως ήταν ασήμαντο μπροστά σε αυτό που ακολούθησε. Το φως πρώτα στο βαγόνι και στην συνέχεια στον υπόλοιπο συρμό φαινόταν να καλύπτεται από ένα σκοτάδι που ξεκινούσε από τον νεαρό με τα μακριά μαλλιά κι απλωνόταν. Δεν μειώθηκε απλώς η φωτεινότητα κι η ορατότητα, ήταν απτό, αγνό αδιαπέραστο σκοτάδι που σε καθήλωνε, σε παρέλυε. Μέχρι κι οι ήχοι πνίγονταν κι ακούγονταν πιο μουντοί, πιο μπουκωμένοι. Και οι κραυγές πόνου και φρίκης. Ο Κωνσταντίνος τους «στράγγιζε» από ζωή. Τους στράγγιζε χωρίς καν να τους αγγίξει. Ένιωθε μια άγρια χαρά αλλά και αποστροφή γι’ αυτό. Δεν έφτανε σε τόσο ακραίες λύσεις συχνά, ζήτημα να είχε αναγκαστεί να το κάνει άλλες δύο φορές και πάντα σταματούσε λίγο πριν προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε όποιον αναγκαζόταν να σταματήσει με αυτόν τον τρόπο, με το δικό του παράξενο ΟΠΛΟ. Τώρα δεν θα σταματούσε όμως, σιχαινόταν τους ναζί κι όσα είχαν κάνει.
Σε λίγο όλα είχαν τελειώσει. Ο μοναδικός που μπορούσε να δει στο σκοτάδι που κάλυπτε ακόμα πυκνό τα πάντα ήταν αυτός που το γέννησε και το εξαπέλυσε, ο Κωνσταντίνος. Έπρεπε να φύγει από κει αλλά πρώτα ήθελε να…
Η Μαρκέλλα είχε αναγκάσει όσους βρίσκονταν εκεί να σηκωθούν και αυτό την είχε λίγο κουράσει και εκπλήξει περισσότερο. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε υποβάλλει την θέληση της σε τόσους πολλούς ταυτόχρονα ανθρώπους. Ενήργησε αυθόρμητα, από θυμό για τους ναζί και συμπάθεια προς τον νεαρό. Μετά χάθηκαν όλα, ήρθε αυτό το σκοτάδι όταν…

« ΚΡΑΤΗΣΟΥ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ»

Το άκουσαν ταυτόχρονα και η Μαρκέλλα και ο Κωνσταντίνος, όμως αγνοούσε ο ένας πως το είχε ακούσει κι ο άλλος. Πάγωσαν και οι δύο, ποιος ήταν που μιλούσε μες το κεφάλι τους και γιατί; Πρώτος συνήλθε ο Κωνσταντίνος και πλησίασε την κοπέλα, «έλα μαζί μου, μη φοβάσαι, θα σε βγάλω από δω, δεν θέλω να δεις» της είπε, και την έπιασε από το χέρι. Ο συρμός συνέχιζε προς τον επόμενο σταθμό χωρίς στα άλλα βαγόνια να έχει κάποιος αντιληφθεί το παραμικρό. Στο Χαλάνδρι οι πόρτες άνοιξαν και ο Κωνσταντίνος τράβηξε σχεδόν την Μαρκέλλα κι άρχισαν να απομακρύνονται βιαστικά, ήταν οι μόνοι επιβάτες που βγήκαν εκεί από το συγκεκριμένο βαγόνι, στο οποίο το φως που επέστρεψε φανέρωσε τέσσερα πεσμένα γέρικα συρρικνωμένα πτώματα με ξυρισμένα κεφάλια, σε εμβρυακή στάση πεσμένα. Ουρλιαχτά και κραυγές τρόμου ακούστηκαν από το βαγόνι.
Οι δύο νέοι προχώρησαν αμίλητοι προς την έξοδο, όταν βγήκαν χώρισαν χωρίς να πει λέξη μεταξύ τους. Ήθελαν να χαθούν. Ήθελαν να φύγουν από εκεί. Εάν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά ίσως έβγαιναν για καφέ μαζί, ίσως αυτός να την είχε πλησιάσει, ίσως αυτή να του είχε χαμογελάσει. Κρίμα, σκέφτηκαν ταυτόχρονα.

Θα βρισκόντουσαν όμως σύντομα, απλώς δεν το ήξεραν ακόμα…




Δέντρα γυμνά






Δέντρα γυμνά….
Σκελετοί ανθρώπινοι στους καιρούς ξεχασμένοι..
Στέκουν πάντα εκεί… δεν θα φύγουν ποτέ…
Εκείνο το βράδυ ο νους φτερούγισε σε τόπους έρημους…. Γυμνά τοπία… αλλόκοτα
Στη ζωή μου ακόμη δεν είχα γνωρίσει κανένα που να μου πει στα μούτρα ωμά πως είναι παλιάνθρωπος, κι ούτε που θα το παραδεχόταν αν του τόλεγε κάποιος.
Πόσα πράγματα γύρω μοιάζουν νεκρά… μα έχουν ανάσα και ψυχή που καίνε..
Κάνουν τα ράσα τον παπά τελικά ;
Ξαφνικά είδα μπροστά μου έναν σκοτεινό διάδρομο… θα περίμενα λίγο μήπως φανεί κάποιο μικρό φως ν’ ακολουθήσω… Μια περίεργη θορυβώδης εμμονή μ’ έβαζε να επιμένω….
Δίπλα υπήρχε μια σκάλα… μόνη να κρέμεται…. Δεν έβλεπες που οδηγούσε… σαν τον σκοτεινό διάδρομο κι αυτή…. Μα πάλι μια θορυβώδης εμμονή… μ’ έβαζε να την ανέβω..
Στ’ αυτιά μου έφταναν κάτι μακρινοί ήχοι… ο αέρας τους έφερνε κοντά, δεν πλησίαζαν.
Ένας κόκορας είχε βαλθεί να κακαρίζει με ορμή εφήβου…. Δεν ξέρω αν έφταιγε αυτό που μ’ έκανε να βγάλω ένα σουγιά που είχα στην τσέπη και να γράφω γραμμές και σταυρούς πάνω στο χώμα..
Μια βοή κι ένα φως απαστράπτων ξεχύθηκαν ξαφνικά μέσα απ’ τον σκοτεινό διάδρομο..
Έστριψα το κεφάλι αριστερά και πλησίασα τ’ αυτί …  Διψούσα…. Ήθελα τώρα να είχα λίγο ζεστό τσάι να το πιω, έτσι σκέτο χωρίς βουτήματα, να το γεύομαι ανόθευτο χωρίς καθόλου να ενοχλήσω το άρωμά του…. Δεν μπορείς να νοθεύεις το τσάι
Πέρασε η ώρα κι ήλιος δεν θάκανε λάθος… ο ήλιος ποτέ δεν κάνει λάθος.. βγαίνει πάντα στην ώρα του…. ήρθε το φως κι εμφάνισε γύρω όλα τα καλούδια της φύσης… Ελαιώνες και λόγγοι… τρυφερά κλαδιά να ξεπροβάλλουν απ’ το πυκνό δάσος...
Ο διάδρομος κι η σκάλα έμοιαζαν αόρατοι, διάφανοι τώρα…
Μια ψιλόλιγνη κυρία με μάτια νοσταλγικά περνούσε …σκεφτόταν τους δρόμους πούχαν κάνει πάνω στο κορμί της οι άντρες. Κρεοφαγικές υποθέσεις έρωτα κι αυτή δεν είναι πια άνθος που θα φωτίσει το σκοτάδι… όμως μπορούσε ακόμη να κάνει έναν άντρα να την επιθυμήσει λάγνα, να του προκαλέσει σκοτεινές φαντασιώσεις στο πέρασμά της..
Εμένα τι μ’ ένοιαζε όμως…..
Εμένα με γοητεύουν οι αέρηδες της γης, οι ομορφιές των χρωμάτων, τα γκριζοπράσινα μάτια της..
Δέντρα γυμνά…. Όχι νεκρά … Θα στέκουν πάντα επίμονα να γαργαλάνε τους χαμηλούς ουρανούς.. και τους παράξενους έρωτες

Γιώργος Χρηστάκης

Ρινόκερος vs Λιοντάρι
























Κάποτε ο ιππότης ήταν το λιοντάρι. Ήταν ο αριστοκράτης μεταξύ των ζώων, ήταν το πιο ευγενές και ταυτόχρονα το πιο επικίνδυνο θήραμα.
«Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις, αγαπούλα μου;», ρωτούσαν οι θείες τα αγόρια.
«Κυνηγός λιονταριών!», έλεγαν τα παιδιά και οι θείες καμάρωναν στοργικά συνεπαρμένες.
Αργότερα όμως το λιοντάρι εκτέθηκε ως άνανδρο. Διαδόθηκε πως επιτίθεται στον άνθρωπο μόνο σε ακραίες περιπτώσεις και πως συνεχώς την σκαπουλάρει από το κυνήγι και αφήνει τη λέαινα να κανονίσει.... 
Ο ρινόκερος που παλαιότερα είχε τη φήμη πως είναι ύπουλος, δειλός, αδέξιος και κακοήθης, αργότερα ανέβηκε στο νούμερο 1 της λίστας προτίμησης των κυνηγών.
Ξαφνικά διαδόθηκε πως η αδεξιότητά του μετατρέπεται σε ξέφρενη ορμητικότητα μόλις αντιληφθεί τον εχθρό και το ατέλειωτο θάρρος του ζευγαρώνει με μια παράφορη οργή.
Τότε ο ρινόκερος τιμήθηκε με τον τίτλο «ένα επικίνδυνο θήραμα που απαιτεί έναν ολόκληρο άντρα» και εγινε ο πρωταγωνιστής των σαφάρι.
Ο ρινόκερος δεν υποχωρεί ποτέ, ούτε τρέπεται σε φυγή  και ακολουθεί τον εχθρό του με τρελή ταχύτητα. Μόνο ένα ξαφνικό άλμα στο πλάι  μπορεί να σώσει τον κυνηγημένο, ένας "ελλιγμός".
Για να μην εξαφανιστεί  το γενναίο ζώο, αλλά ταυτόχρονα να έχει ο άνθρωπος τη δυνατότητα να αποδείξει ότι είναι «ολόκληρος άντρας» και υπόδειγμα κυνηγού, αποφάσισαν οι κυβερνήσεις, κάπου αρχές του προηγούμενου αιώνα, να επιτρέψουν σε κάθε νόμιμο  κυνηγό τη δολοφονία ενός ρινόκερου και μόνο.
Ο τρόπος που ο ρινόκερος σκοτώνει τον αντίπαλό του είναι το «τσαλαπάτημα», αν και ο ίδιος προτιμά να σκοτωθεί με έναν άκρως πιο ιπποτικό τρόπο. Το «κέρατο». Αυτό το γνωρίζουν οι ρινόκεροι μεταξύ τους, είναι κώδικας τιμής.
Από το κέρατο αυτό οι άνθρωποι φτιάχνουν ακριβές λαβές για μπαστούνια και μαχαίρια, επίσης και για πόμολα. 

Το βοδινό κέρατο είναι ίδιο και απαράλλακτο με αυτό του ρικόκερου, όμως τι φταίει η παγκόσμια αγορά αν η ζήτηση για τα κέρατα «γενναίων ζώων» είναι μεγαλύτερη;
«Τι θες να γίνεις αγοράκι μου;»
«Κυνηγός ρινόκερων!».
Οι θείες χαμογελούν τρυφερά συνεπαρμένες....
Παλαιότερα οι θείες αρκούνταν με το λιοντάρι, αλλά αργότερα ένας «ολόκληρος άντρας» έπρεπε να σκοτώσει έναν αδέξιο, δειλό και κακοήθη ρινόκερο για να αναγνωριστεί ως τέτοιος. Έναν ρινόκερο που παλαιότερα ήταν οικτρά περιφρονημένος.
«Θεία, αν με κυνηγάει ο ρινόκερος πρέπει να πηδήξω απότομα στο πλάι;»
Ναι μικρέ, αυτό θα κάνεις, οπωσδήποτε! Ελλιγμός! Είναι θέμα ζωής ή θανάτου... ή μάλλον...  η ζωή η ίδια είναι ένας ελλιγμός...




Άνα Ζουμάνη
(εφημερόπτερα)

Guitar X.






Ο χρόνος περνάει γρήγορα.. πολύ γρήγορα.. τρέχει σαν ορμητικός ποταμός.
Και μέσα του κυλούν κι όλα όσα έχουμε ζήσει… ανακατεμένα σαν να αιωρούνται  στην ορμή μιας δίνης.
Δεν προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις πως τα φύλλα έχουν αρχίσει να πέφτουν , πως ο αέρας σε ξύριζε το πρωί βοηθώντας το τσουχτερό κρύο να σου παγώσει το πρόσωπο….. και «τσουπ» νάσου ξανά το πράσινο ξαναγίνεται πράσινο και τα λουλούδια σκεπάζουν πάλι τα λιβάδια.  Ούτε μετά προλαβαίνεις να καταλάβεις πότε έφτασε το καλοκαίρι που θα προλόγιζε κατά το τέλος του το «νέο» φθινόπωρο, κι εσύ θα έμενες  στο παράθυρο να μετράς  τις ήσυχες ώρες,  τις ελεύθερες πτώσεις των φύλλων που θα σκέπαζαν το βρεγμένο χώμα.
Έπρεπε ωστόσο να αποδεχτώ πως ο Max δεν ήταν πια κοντά μου.
Ένα περίπου χρόνο μετά και κανείς δεν θα μου χτυπούσε την πόρτα στις 9 και 25 λεπτά ακριβώς, και κανένα βήμα πάνω στο ξύλινο πάτωμα δεν θα διέκοπτε τη μαραθώνια σιωπή του σπιτιού.
Καθόμουν κι «άκουγα» τη σιωπή και μου φαινόταν παράξενη σα γριά που προσπαθούσε επίμονα αλλά μάταια να τακτοποιήσει το μισοφόρι της.
Μου βάραινε το στήθος η απουσία του Max.
Τριγύριζα το σπίτι ανακαλύπτοντας τη σιωπή που αφήνουν πίσω τους όσοι φεύγουν για να μην ξανάρθουν  ποτέ, και πόνεσα.
Γυρεύεις παντού, σε κάθε γωνιά με το βλέμμα. Το βλέμμα παγιδευμένου ζώου που το κατασπαράσσει η γύμνια των τοίχων.
Ήθελα να πιστέψω πως θα γίνονταν όλα πάλι όπως πριν, μα τίποτα μέσα μου δεν θα έμενε ίδιο, όσο κι αν θα μπορούσε να επαναληφθεί….
Εξάντληση και πόνος.
Κάτι μέσα μου είχε σπάσει ξανά.
Έψαξα πάλι με το βλέμμα μου γύρω , και τα μάτια μου στάθηκαν ολόγιομα σε μια για χρόνια ακίνητη βαριά πολυθρόνα , που πάνω της αναπαυόταν η Χ.  Έμοιαζε ν’ αδιαφορεί παντελώς για ότι περνούσα, και λίγο έλειψε να νιώσω μίσος γι αυτήν.
Όμως μια ακατανίκητη δύναμη με έσπρωξε σαν ένα δυνατό άτι να με κλώτσησε ξαφνικά, και βρέθηκα κοντά της.
Άρχισα να την  χαϊδεύω. Τότε ένιωσα την αποκάλυψη… Βούρκωσαν τα μάτια μου κι η ψυχή μου γαλήνεψε.. Η τρομερή θύελλα και το βάρος στο στήθος μου καταλάγιαζαν… αποκοιμιόνταν…
Τα δάχτυλά μου γλίστρησαν στις χορδές των μαλλιών της, και μια γλυκιά βροχή από ήχους πλημμύρισε το σπίτι.
Τα είχα χαμένα … ήμουν εκτός εαυτού, λουσμένος από ιδρώτα κι αγωνία.
Άρχισα να μιλάω, κι άκουγα όσα έλεγα γιατί η Χ. μου είχε δώσει μια φωνή και μια γλώσσα. Μου είχε δανείσει την ψυχή και τα δάκρυά της.
Τότε μέσα σε μια στιγμή κατάλαβα τι είχε γίνει για μένα η Χ.
Με μέθυσαν ο πόνος κι η χαρά μαζί.
Συνειδητοποίησα ξαφνικά τη δύναμή μου… με είχε κάνει δυνατό μια μυστική δύναμη.
Δεν ήξερα να πω αν απλά είχα φτάσει εγώ με κόπο ως εδώ, ή αν η Χ. είχε καταφέρει τούτο το θαύμα…

Γιώργος Χρηστάκης

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ, διήγημα




Μέρος πρώτο

   Τριάντα δύο χρόνια στις θάλασσες μέτραγε στις πλάτες του ο Μιχάλης. Από τα δεκατέσσερά του που ανοίγονταν στα ανοιχτά της Κρήτης με το σκαρί του θείου Παναγή για να ψαρέψουνε σίδερα και σκουριασμένες άγκυρες. Πουλάγανε το μέταλλο για να χορτάσουν οχτώ στόματα. Αυτόν και τον αδερφό του, ορφανά από μάνα και πατέρα, το θείο και τη θεία και τις τέσσερις ξαδέρφες. Ο αδερφός του ο Γιώρης σπούδαζε μηχανικός στα καράβια. Στα δεκάξι του του βγαλε ναυτικό βιβλιάριο και μπαρκάρανε μαζί στη Χρυσάνθη.
   «Δεν είσαι για καράβια εσύ όμορφό μου αγόρι», έκλαιγε η θεία κάθε φορά που τους αποχαιρετούσε στο λιμάνι.
   Και πράγματι, ο Μιχάλης ήταν, σε αντίθεση με τον σκληροτράχηλο αδερφό του, ένα παλικαράκι όμορφο σαν άγγελος, λεπτό κι ευγενικό, με κάτι δαχτυλάκια σαν γυναίκας και ψυχή παιδιού. Τι του χε απομείνει από όλα αυτά; Την ομορφιά του είχανε σκάψει αμέτρητες ρυτίδες. Η αρμύρα είχε σκουριάσει την ευγένεια κι οι τρόμοι είχαν ασπρίσει τα μαλλιά του. Μες το πιοτό και τα καταγώγια είχε βρωμίσει η παιδική ψυχή κι οι κάβοι είχαν σκληρύνει τα λεπτά του χέρια. Στην αγκαλιά του είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους οι γυναίκες των λιμανιών. Ήτανε μια εποχή που ακόμα κράταγε σφιχτά το όνειρο του παλιού εαυτού του.
   «Φέρε ένα ακόμα», έκανε νόημα στον μπάρμαν για ουίσκι, να πιεί μήπως και ξαναθυμηθεί.
   Να θυμηθεί...
  «Χα!», γέλασε μόνος του γεμίζοντας απ το μπουκάλι το ποτήρι.
   Πώς του χε έρθει στο μυαλό πάλι το Φροσάκι. Πάντα το θυμόταν όποτε έπινε πολύ. Θα τανε είκοσι χρόνια. Μπα, παραπάνω. Θυμόταν τα αδύνατα χεράκια του που κρατούσαν τον ταβλά με τα τσιγάρα και τις σοκολάτες στην προκυμαία στον Περαία. Θα ταν δε θα ταν εφτά οχτώ χρονών. Κακοκουρεμένα αγορίστικα τα μαλλάκια του. Αγέλαστο κι αμίλητο. Μόνο «τσιγάρα σοκολάτες» ψέλλιζε με τη μικρή φωνούλα του παρακλητικά. Ο Μιχάλης, είκοσι δύο- είκοσι τριών χρονών τότε, όποτε το βλεπε του αγόραζε όλο τον ταβλά κι ας μην κάπνιζε. Το βαζε μετά πάνω σε ένα ψηλό κάγκελο ή ένα κλαδί δέντρου και τρώγανε τις σοκολάτες παρέα. Μετά την πρώτη σοκολάτα ένα πασαλειμμένο χαμόγελο φώτιζε το μουτράκι του κι άρχιζε να τον πειράζει και να παίζει.
   «Θείε Μίχο!» τον φώναζε κάθε φορά που έφτανε το εμπορικό στο λιμάνι. Ήξερε πάντα πότε θα γυρνούσε. Κάποιες φορές έκαναν μήνες να δέσουν στον Περαία, μα το Φροσάκι ήτανε πάντα εκεί, με τις σοκολάτες και τα τσιγάρα του, στη σκληρή βιοπάλη που την είχαν πετάξει ένας μέθυσος πατέρας και μια άρρωστη μάνα. Κι ύστερα, κάποια φορά, θα κόντευε τα δώδεκα πια, τον αποχαιρέτησε με κλάματα κρατώντας στην αγκαλιά της  μια κουκλίτσα που της είχε φέρει. 
   «Αντίο Μίχο μου», του κούνησε το χέρι και δεν το ξανάδε πια.
   Ήταν πίστευε το τελευταίο κομματάκι ανθρωπιάς που του χε μείνει. Χάνοντάς την έχασε και τη θύμηση απ τον παλιό εαυτό του.
   Μετά είχε αλλάξει μπάρκο, είχε χαθεί από τον Πειραιά. Χρόνια. Τώρα είχε ξανάρθει μόνο για να φτιάξει χαρτιά για σύνταξη. Να κατοχυρώσει το δικαίωμα. Ένα τελευταίο ταξίδι και θα τα παράταγε. Λεφτά δόξα το θεό είχε μαζέψει αρκετά για να ζήσει. Θα γυρνούσε στο χωριουδάκι του στην Κρήτη, θα χτιζε στο οικόπεδο που του χε αγοράσει ο θείος του ένα πέτρινο σπιτάκι και θα γέμιζε τον κήπο με τις άσπρες και κίτρινες μαργαρίτες που λάτρευε. Τις μαργαρίτες που του θύμιζαν τη μάνα του. Το μόνο που θα του λειπε απ τα ταξίδια ήταν ο Στρατής, δέκα χρόνια μικρότερός του, φίλος του κι αδερφός, που τα τελευταία οχτώ χρόνια τον είχε υπό την προστασία του. Νόμιζε τάχα πως μπορούσε να τον προφυλάξει, να μην καταντήσει σαν και τα μούτρα του. Πώς θα του έλεγε αντίο; Ως τότε όμως...
   Έκρυψε το μπουκάλι στην εσωτερική τσέπη του τζην μπουφάν, πλήρωσε τον μπάρμαν βγάζοντας ένα πάκο πεντοχίλιαρα κι έφυγε απ το μαγαζί τρεκλίζοντας. Στο δρόμο περπατούσε άσκοπα κι έπινε, χαμένος στον κόσμο του. Κάποιοι ξενύχτηδες που κυκλοφορούσαν τον κοιτούσαν καλά καλά. Τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο έτρεχαν ασταμάτητα σαν κύματα. Οι ήχοι ακούγονταν μακρινοί και ξένοι. Παραπατούσε και συνέχιζε να πίνει. Κάποτε τα μεθυσμένα του βήματα τον έφεραν σε ένα φτωχικό δρομάκι, γεμάτο με μισοερειπωμένα χαμηλά σπίτια με κόκκινα φωτεινά μάτια. Τα έβλεπε όλα διπλά. Διπλές φιγούρες γυναικών του έκαναν νόημα να πάει κοντά τους. Άκουσε τακούνια να τρέχουν στην άσφαλτο και ένα γυναικείο χέρι τον έπιασε αγκαζέ. Κοίταξε την πόρνη με τα μάτια του μισόκλειστα, κι ήτανε μια άθλια ύπαρξη, κοκαλιάρα και βαμμένη υπερβολικά, τόσο που φαινόταν ακόμη πιο άσχημη. Από το δεξί της χέρι της έλειπαν τα δυο τελευταία δάχτυλα.
   «Σε παρακαλώ, έλα μαζί μου, πεινάω», τον χαστούκισε η ειλικρίνειά της και την άφησε να τον οδηγήσει σε ένα σκοτεινό ημιυπόγειο.
   Η γυναίκα άναψε ένα πορτατίφ κι έκατσε στο κρεββάτι να βγάλει τα τακούνια από τα πονεμένα της πόδια. Έτρεμε. Ο Μιχάλης έβγαλε το μπουκάλι από την τσέπη του και το ακούμπησε στο διπλανό κομοδίνο. Έβγαλε και το μπουφάν και το ακούμπησε σε μια καρέκλα. Με αργές κινήσεις η πουτάνα έβγαλε την μπλούζα της και φάνηκαν τα πλευρά της που διαγράφονταν πάνω στο μαραμένο κορμί της. Σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος του και έβγαλε και το σουτιέν της. Στο μουτζουρωμένο της πρόσωπο έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα, παρασέρνοντας μαζί τους στρώματα μπογιάς.
   «Γ...γιατί κλαις;», τη ρώτησε μέσα στο μεθύσι του ο Μιχάλης.
   Έστρεψε το πρόσωπό της στο κομοδίνο, κι ο Μιχάλης έπιασε το μπουκάλι και τη ρώτησε.
   «Θες;» 
   Και τότε πήρε το μάτι του μια παλιά παιδική κούκλα πάνω στο κομοδίνο, και το μπουκάλι του πεσε απ τα χέρια. Η γυναίκα έκανε το γύρο του κρεβατιού και πήγε να τον αγκαλιάσει, ψελλίζοντας «Μίχο μου». Πισωπάτησε. Έπιασε το μπουφάν του τρομαγμένος. Για να φύγει; Όχι. Σκέπασε τη γύμνια της γυναίκας και την κράτησε από τους ώμους κοιτάζοντάς την με βλέμμα τρελό. Το μεθύσι του είχε φύγει απότομα, σαν να το ξέρασε με την κομμένη του ανάσα.
   «Φρ...Φροσάκι;» τραύλισε, κι άκουσε το κλάμα της και τα κόκαλά της να τρίζουν καθώς την έσφιγγε ασφυκτικά στην αγκαλιά του.
  
 

Μέρος δεύτερο

   Τους πήρε το πρωί ώσπου να πουν τα βάσανά τους. Ενδιάμεσα η Φρόσω ξέπλυνε τις μπογιές από το πρόσωπό της και τη λακ απ τα μαλλιά της, και φάνηκε κάτι απ την ομορφιά της και τα νιάτα της.
   «Είναι δικό σου εδώ;», τη ρώτησε ο Μιχάλης σκεφτικός.
   «Όχι, το πληρώνω».
   «Μάζεψε τα πράγματά σου, φεύγουμε».
   Να πάμε που; Σκέφτηκε η Φρόσω, μα δεν ρώτησε τίποτα. Οπουδήποτε θα ήταν καλύτερα από κει. Άλλαξε ρούχα. Έβαλε δυο τρία ρουχαλάκια ακόμη μέσα σε μια τσάντα, έβαλε μέσα και την κούκλα της κι ήταν έτοιμη. Δεν ήθελε τα ρούχα της δουλειάς μαζί της, ούτε τίποτε άλλο που να της θύμιζε εκείνο το καταγώγιο και τα αισχρά τελευταία δεκαοχτώ χρόνια της ζωής της. Την άρπαξε ο Μιχάλης από το σακατεμένο της χέρι και φύγανε τρέχοντας. Στο δρόμο στάθηκε σε ένα περίπτερο και της πήρε σοκολάτες. Γέλασε η Φρόσω και τα μάτια της βούρκωσαν. Την πήγε εκεί που έμενε, στο σπίτι ενός παλιού του καπετάνιου που χε από χρόνια βγει σε σύνταξη.
   «Καπετάνιε να σου συστήσω το Φροσάκι. Θα μείνει εδώ μαζί σου ώσπου να γυρίσω απ το ταξίδι».
   Η Φρόσω τον κοίταξε απελπισμένα.
   «Πότε θα φύγεις;»
   «Έχουμε ακόμα».
   Δώδεκα μέρες είχανε ακόμα. Δώδεκα νύχτες κοιμηθήκαν σε διπλανά ντιβάνια και δώδεκα πρωινά ξύπνησαν στριμωγμένοι στο ένα, αγκαλιασμένοι σαν αδέρφια. Δώδεκα μεσημέρια και δώδεκα βράδια φάγανε μαζί, κι εκατόν είκοσι φορές θέλησε ο Μιχάλης να τη φιλήσει και δεν το κανε. Τα πρωινά έλειπε, έτρεχε για διάφορα χαρτιά που χρειαζόταν. Το χάραμα προτού φύγει για το καράβι, η Φρόσω έκλαψε και τον παρακάλεσε να μείνει. Του δειξε ένα άσπρο φόρεμα που το χε ράψει μόνη της, με αμέτρητες κεντημένες λευκές και χρυσαφιές μαργαρίτες.
   «Για το γάμο μας», του είπε μέσα σε αναφιλητά κι έπεσε πάνω στο άστρωτο κρεβάτι τρέμοντας.
   «Σώπα, μην κλαις», της είπε μόνο ο Μιχάλης κι ύστερα φορτώθηκε το σάκο του κι έφυγε.
   Με κάποια αλλόκοτη διαίσθηση, η Φρόσω το ξερε πως το καράβι εκείνο δεν θα τον έφερνε πίσω ξανά...    

Μέρος τρίτο

   Εκείνο το καλοκαίρι πέρασε όλο περιμένοντάς τον. Τρεις μήνες ήτανε το τελευταίο του μπάρκο, πάνω στο θαλασσοδαρμένο Άγιος Γεώργιος. Στις δεκαπέντε Αυγούστου, ανήμερα της Παναγίας, άκουσαν στο απογευματινό δελτίο στην τηλεόραση το μαύρο μαντάτο. Κακοκαιρία έξω απ το Γιβραλτάρ. Λάθος του καπετάνιου είπαν στην αρχή. Μετά είπαν πως ο καπετάνιος δεν ήταν καν στη γέφυρα, αλλά μεθυσμένος στην καμπίνα του. Σαράντα οχτώ ζωές κρατούσε στα χέρια του, κι εκείνα τα χέρια έτρεμαν. Τριάντα έναν μαζέψανε οι διασώστες ζωντανούς μέσα στις σωστικές λέμβους. Ανάμεσά τους κι ο Στρατής. Ευστράτιος Λαμπράκης. Δέκα εφτά ακόμα αγνοούμενοι. Ανάμεσά τους κι ο Μιχάλης. Μιχαήλ Αφεντάκης. Μέσα στις επόμενες ώρες έντεκα νεκροί, οι δυο αταυτοποίητοι. Την επομένη το χάραμα ψαρέψανε έναν Ιταλό βαριά τραυματισμένο στο κεφάλι που μεταφέρθηκε επειγόντως στη Σεβίλλη. Είπαν πως η τέταρτη σωστική λέμβος δεν βρέθηκε, άφηναν ελπίδες να βρουν τους πέντε τελευταίους ζωντανούς. Οι νεκροί ταυτοποιήθηκαν, ήτανε  δυο αδέρφια από την Καλαμάτα. Την πέμπτη ημέρα βρέθηκε η λέμβος με έναν επιζήσαντα, έναν δεκαοχτάχρονο Γάλλο, Αντρέ Σαττώ. Την έκτη ημέρα οι έρευνες σταμάτησαν, λόγω κακοκαιρίας. Την έβδομη άλλα δυο πτώματα ξεβράστηκαν στα βράχια. Στα εννιάμερα της Παναγίας οι έρευνες σταμάτησαν οριστικά. Οι τελευταίοι τέσσερεις αγνοούμενοι θα έμεναν αγνοούμενοι για πάντα. Και ο Μιχάλης ήτανε ένας από αυτούς.

Μέρος τέταρτο

  Τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου η Φρόσω μαζί με τον γέρο-καπετάνιο έτρεξαν, ρώτησαν, έκλαψαν. Τους είκοσι δύο Έλληνες που είχαν βρεθεί ζωντανοί, μαζί με άλλους δέκα μέσα σε κάσες τους έβαλαν σε μια πτήση Μαδρίτη Αθήνα και τους έστειλαν στην Ελλάδα. Για λόγους ανθρωπιάς η πτήση παρέμεινε κρυφή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αν και τελικά την ημέρα της επιστροφής τους οι επιζήσαντες δε γλίτωσαν από τους παπαράτσι. Η Φρόσω έβλεπε τις ειδήσεις βουρκωμένη. Λίγο μετά τις εννιά το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο στο κάτω πάτωμα. Ο καπετάν Αργύρης το σήκωσε, και λίγα λεπτά αργότερα άρχισε να φωνάζει με φωνή σπασμένη απ τη συγκίνηση τη Φρόσω. Στο τηλέφωνο ήταν ο Στρατής. Έκλαιγε κι εκείνος.
   «Πρέπει να σε δω. Έχω να σου πω πολλά», κατάφεραν τελικά ανάμεσα σε λυγμούς να συνεννοηθούν.
   «Θα περάσω αύριο το απόγευμα από εκεί», υποσχέθηκε χωρίς να πει περισσότερα και έκλεισε.
   Η Φρόσω ήτανε μέρες τώρα άγρυπνη και νηστική, μα ήταν λες και ο πόνος της για τον Μίχο να γινόταν όλος ομορφιά και να τη στόλιζε. Ο Στρατής τη βρήκε στην αυλόπορτα, κι αμέσως σαν να τους έδενε μια ακλόνητη σχέση αγκαλιάστηκαν κι έκλαψαν και μπήκαν μέσα στο σπίτι πιασμένοι από τους ώμους.
   Δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσουν για να τους πει.
   «Έκατσε σαν καπετάνιος πάνω στο καράβι για να γλιτώσει όποιον μπορούσε. Είχαμε μείνει καμιά δεκαριά πάνω στο κατάστρωμα και τα κύματα έφταναν πέντε έξη μέτρα ψηλά. Βοή, πανικός, έτριζαν οι λαμαρίνες κι έσπαγαν κι ότι μπορείς να φανταστείς πετούσε στον αέρα. Η μια αλυσίδα του αμπαριού λύθηκε και τινάχτηκε σα μαστίγιο. Σκότωσε τον μάγειρα επιτόπου, χτύπησε πάνω στην τιμονιέρα κι η άκρη της σφύριξε δίπλα μου κι έσκασε πάνω στο Μίχο. Νόμισα πως άκουσα τα κόκαλά του να σπάνε. Στάθηκε για λίγο σαν να θελε να αποφασίσει αν θα έπεφτε ή θα έμενε όρθιος. Έγειρε, μα ύστερα σηκώθηκε και τρεκλίζοντας με βούτηξε από το τσουλούφι. Εγώ είχα παγώσει. Αν δε με πέταγε στη θάλασσα δίπλα στη σωστική λέμβο θα χα βουλιάξει μαζί με το καράβι. Του φώναξα να πέσει κι αυτός, αλλά ήθελε να πάει να λύσει την τελευταία λέμβο. Μου πέταξε το τσαντάκι του, που φύλαγε όλα τα χαρτιά και τα λεφτά του και μου πε «άντε, γεια, εγώ πάω για την Καζαμπλάνκα». Πάντοτε έτσι έλεγε όταν μιλούσε για τον θάνατο... «όταν θα πάω στην Καζαμπλάνκα».
   Ο Στρατής σταμάτησε για να σκουπίσει τα μάτια του με τα χέρια του , κι άπλωσε να δώσει στη Φρόσω το μαύρο δερμάτινο τσαντάκι.
   «Τα βράδια όταν δεν είχαμε βάρδια, μου μιλούσε για σένα. Σαν μικρό παιδί έκανε. Γελούσε και μου λεγε να, ένα τέτοιο κορίτσι θα θελα να σου βρω κι εσένα».
   Μέσα στο τσαντάκι η Φρόσω βρήκε ένα πάκο χαρτιά, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης, τίτλους ιδιοκτησίας, βιβλιάρια, ένα πάκο χαρτονομίσματα, έναν χρυσό σταυρό και ένα κουτάκι με δυο πλατινένιες βέρες. Μέσα στο κουτάκι, πολλές φορές διπλωμένο, ήτανε ένα γράμμα. Η Φρόσω το διάβασε σαν χαμένη και το έδωσε και στον Στρατή να το διαβάσει.

   «Φροσάκι μου,
Αν διαβάζεις τώρα αυτές τις λέξεις θα πει πως εγώ έχω φύγει για την Καζαμπλάνκα, και πως ο Στρατής μάλλον είναι απέναντί σου. Το πόσο σας αγαπώ και τους δύο δεν το φαντάζεστε. Μέσα στο κουτάκι έχω δυο βέρες. Τις πήρα για μας, μωρό μου, μα μην κλαις. Θα θελα στη μια να γράψεις μέσα Φρόσω, και στην άλλη Στρατής. Ότι υλικά αγαθά έχω τα χω γράψει στο όνομά σου, μα την ψυχή μου την έχω κρύψει μέσα στον Στρατή. Αν είσαστε μαζί τότε κι εγώ μπορώ να είμαι αναπαυμένος. Να χτίσετε ένα πέτρινο σπιτάκι στο κτήμα στο χωριό και στον κήπο να φυτέψετε πολλές μαργαρίτες. Κι αν κάνετε κάποτε ένα αγοράκι, θα θελα να το βγάλετε Μιχάλη. Έτσι θα ναι σαν να μαι ζωντανός ξανά. Να με αφήνετε στον κήπο να παίζω με τις μαργαρίτες. Βιαστείτε, δεν μπορώ να περιμένω. Σας φιλώ και τους δυο,
                                                      ο Μίχος σας»  



Μέρος πέμπτο 

   Δεν χρειάστηκε να το συζητήσουν. Κοιτάχτηκαν στα μάτια μόνο και συμφώνησαν κι οι δυο πως ήταν ο μόνος τρόπος για να τον τιμήσουν. Μέσα σε μια παράξενη μελαγχολία, άρχισαν τις ετοιμασίες για τον γάμο. Θα ήταν ο πιο αλλόκοτος γάμος που θα χε γίνει ποτέ. Δεν της πήγαινε η καρδιά της Φρόσως να φορέσει το λουλουδάτο φουστανάκι που χε φτιάξει για τον Μίχο, έτσι αγόρασε ένα θαλασσί ταγιεράκι. Ο Στρατής έτρεξε να ετοιμάσει τα χαρτιά τους και βρήκε έναν παπά για να τελέσει το μυστήριο. Έκλεισαν ημερομηνία, κι έτυχε να πέφτει πάνω στις σαράντα μέρες από το ναυάγιο. Η τελετή θα γινόταν σε ένα μικρό εκκλησάκι με θέα τη θάλασσα. Όλες αυτές τις μέρες η Φρόσω κι ο Στρατής βλέπονταν λίγο, κι όλο για το Μιχάλη μιλούσαν. Πολλές φορές έκλαιγαν, άλλες γελούσαν. Τη νύφη θα συνόδευε στην εκκλησία ο καπετάν- Αργύρης. Μόνο η μάνα του Στρατή θα τανε ακόμα, και ένας φίλος του που θα τανε ο κουμπάρος. Την τελευταία στιγμή, δυο μέρες πριν το γάμο, σκέφτηκαν να καλέσουν και τον αδερφό του Μίχου, τον Γιώρη. Δυστυχώς δεν τον βρήκαν. Κάποια ξαδέρφη του στην Κρήτη που βρήκαν το τηλέφωνό της τους είπε πως είχε φύγει δυο μέρες πριν άρων άρων από το σπίτι του και δεν είχε επικοινωνήσει ακόμα.
   «Αν επικοινωνήσει να του πείτε στον Άγιο Νικόλα στη Βάρκιζα, στις 8», άφησε μήνυμα ο Στρατής κι έκλεισε.
   Από τις εφτάμιση περίμενε έξω από το εκκλησάκι ο γαμπρός, στενάχωρος μέσα στο μαύρο κοστούμι του. Ένα σφίξιμο στην καρδιά τον έπνιγε.
   «Αχ, ρε Μίχο, εγώ έπρεπε να μαι στην Καζαμπλάνκα τώρα, κι εσύ να σαι εδώ», μουρμούραγε και κράταγε με κόπο τα δάκρια να μην ξεχειλίσουν από τα μάτια του.
   Λίγα λεπτά πριν φτάσει η Φρόσω με το αμάξι, κάποιος ηλιοκαμένος γέρο ναυτικός πλησίασε τον Στρατή και του πε πέντε κουβέντες σοβαρός. Ο Στρατής μπήκε στο ιερό βιαστικός και κάτι είπε στον παπά, που τον κοίταξε καλά καλά και σταυροκοπήθηκε. Μίλησε και στη μάνα του, που έβαλε αγριεμένη τις φωνές.
   «Τι με τραβολογάς παιδάκι μου πέρα δώθε, αν δεν το χεις πάρει ακόμα απόφαση να παντρευτείς;»
   «Είναι πράματα αυτά τώρα;», τον κατσάδιαζε ακόμη, όταν το αυτοκίνητο με τη Φρόσω σταμάτησε στο χωματόδρομο έξω από το εκκλησάκι.
   «Αναβάλλεται για την άλλη Κυριακή ο γάμος, Φροσάκι. Συγχώρεσέ με, κάτι μου έτυχε», είπε αινιγματικά ο Στρατής κι έκανε νόημα στον οδηγό να ξαναφύγει.
   Η Φρόσω βουβάθηκε.
    «Το μετάνιωσε», σκέφτηκε. «Ίσως να ναι καλύτερα».
   Όλη την εβδομάδα ο Στρατής δεν έδωσε σημεία ζωής, και μόνο την Κυριακή το πρωί πήρε τηλέφωνο τον καπετάν Αργύρη και του πε να φέρει τη Φρόσω στην εκκλησία. Αυτή τη φορά κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και μπήκαν στο ναό, αλλά πάλι κάποια παράξενη αναμονή δημιουργούσε ταραχή και σχόλια. Στο τέλος ο παπάς φουρκίστηκε, έπιασε τον Στρατή από το μπράτσο και τον πήρε παράμερα να του τα ψάλει. Εκείνος του πε κάτι εμπιστευτικά, του δωσε ένα χαρτί και έκανε ένα νόημα σαν να λεγε περίμενε μισό λεπτό. Ο παπάς σταυροκοπήθηκε πολλές φορές και μπήκε φουριόζος στο ιερό. Η Φρόσω ήθελε να πάει να πει στον Στρατή πως δεν πείραζε αν το μετάνιωσε, αλλά ο καπετάν Αργύρης δεν την άφησε. Ένα αυτοκίνητο ακούστηκε να σπινιάρει στα χαλίκια και να φρενάρει απότομα. Πόρτες άνοιξαν κι έκλεισαν με πάταγο. Κόντευε εννιά. Ο Στρατής ειδοποίησε τον παπά να βγει, κι ύστερα έτρεξε στην πορτούλα της εκκλησίας, όπου εμφανίστηκε η ψηλή και γεροδεμένη φιγούρα του Γιώρη.

Μέρος έκτο

   Ο γάμος έγινε κανονικά τελικά. Η νύφη έκλαιγε, ο γαμπρός γέλαγε. Έκαναν αργά το γύρο της αγίας τράπεζας κι ήπιαν από το ίδιο ποτήρι. Μόλις ακούστηκε το «ο γαμπρός να φιλήσει τη νύφη», βούιξε το εκκλησάκι από χειροκροτήματα. Μέχρι κι ο παπάς χειροκρότησε. Μετά από όλα τα ευτράπελα που είχαν προηγηθεί, ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Βλέπεις πίσω απ τον Γιώρη, στηριγμένος στον ώμο του και με αγωνιώδη προσπάθεια, μέτραγε ένα ένα τα βήματά του ο Μίχος. Το χάραμα που τον είχανε ψαρέψει μισοπεθαμένο από τα κύματα το μόνο που μουρμούραγε ήταν ένα ιταλικό τραγουδάκι. Χαρτιά δεν είχε πάνω του, ήταν και σε κρίσιμη κατάσταση και δεν έψαξαν παραπάνω την ταυτότητά του. Τον είχανε εξάλλου ξεγραμμένο. Χαμένα τα λογικά του, χτυπημένος στα πλευρά και στο κεφάλι από την αλυσίδα του αμπαριού, με τα πόδια του να αρνούνται να υπακούσουν τις εντολές του, είχε μείνει στο νοσοκομείο της Σεβίλλης σε κωματώδη κατάσταση πάνω από ένα μήνα, χωρίς να τον αναζητήσει κανείς. Πριν καμιά δεκαριά μέρες που χε αρχίσει να συνέρχεται είχε ζητήσει τον αδερφό του. Κι εκείνος έτρεξε αμέσως. Όλα τα υπόλοιπα έγιναν σαν παραμύθι. Η Φρόσω όταν τον είδε πήγε να λιποθυμήσει. Μέχρι και το φουστανάκι με τις μαργαρίτες της είχε φέρει να φορέσει. Αργά το ίδιο βράδυ, εκείνα τα δύο βασανισμένα πλάσματα, αγκαλιασμένα μέσα στα κάτασπρα σεντόνια, δεν ήτανε η Φρόσω η πουτάνα και ο Μιχάλης ο σακάτης, αλλά δυο άγγελοι πανέμορφοι που ακτινοβολούσανε αγάπη κι ευτυχία. Το άλλο πρωί ένα ταξίδι τους περίμενε. Ένα ταξίδι στην Καζαμπλάνκα για να περάσουν το μήνα του μέλιτος.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΠΥΛΕΣ sci fi horror διήγημα

Technique has taken over the whole of civilization. Death, procreation, birth all submit to technical efficiency and systemization.” Jacques Ellul


“A powerful AI system tasked with ensuring your safety might imprison you at home. If you asked for happiness, it might hook you up to a life support and ceaselessly stimulate your brain's pleasure centers. If you don't provide the AI with a very big library of preferred behaviors or an ironclad means for it to deduce what behavior you prefer, you'll be stuck with whatever it comes up with. And since it's a highly complex system, you may never understand it well enough to make sure you've got it right.”
James Barrat, Our Final Invention: Artificial Intelligence and the End of the Human Era





Θεωρούμε την τεχνολογία και τα επιτεύγματα της υπηρέτες μας. Εάν αντιστρέφονταν οι όροι;



Πολίτης : Μιχαήλ Κριεζιώτης
Ειδικότητα : SLEEPER lev. IV
Ενιαίος Παγκόσμιος Αριθμός E1GR221730061966BP3475854
ΗΜΕΡΑ: 5.167 a.Br. ΩΡΑ: 04:45
ΠΥΛΗ: 4 – ΜΑΥΡΗ



ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ


Αυτή είναι η τελευταία μου καταγραφή.
Η απολογία και διαθήκη μου.
Όσα θα καταχωρηθούν εδώ, τα περισσότερα είναι γνωστά και στον τελευταίο από τα πέντε δισεκατομμύρια που αναπνέουν σήμερα πάνω στη Γη. Τα περισσότερα όχι όλα. Η καταγραφή γίνεται για όποιον το βρει, αν υπάρξει κάποιος, μετά.
Όταν θα έχουν τελειώσει όλα αυτά. Γιατί πρέπει να τελειώσουν.
Δεν έχω πολύ χρόνο, σε λίγο θα είναι στη πόρτα μου, θα με πάρουν κι όλα θα τελειώσουν για μένα.

Σήμερα συμπληρώνω τα πενήντα μου χρόνια. Σε λίγη ώρα, σε πολύ λίγη,είναι το προγραμματισμένο ραντεβού μου στο Κέντρο της περιοχής μου, το 24Α, όπου θα υποστώ την κατάλληλη προετοιμασία για το τελευταίο μου ταξίδι στην ΠΥΛΗ 4, τη Μαύρη. Όταν φτάσω εκεί, ξέρω ακριβώς τι θα συμβεί, και όχι μόνο από τις σκόρπιες φήμες που κυκλοφόρησαν στην αρχή, αλλά το Brainet φρόντισε να τις εξαφανίσει πολύ γρήγορα, μαζί φυσικά με αυτούς που τις διέσπειραν. Το βέβαιο είναι πως θα γίνω ανταλλακτικά και θα αποσταχθεί το σώμα μου από τα υγρά του, τα οποία θα γίνουν τα πολύτιμα αναλώσιμα για κάποιον από τους ULTIMA. Είναι οι απόλυτοι υπερσέρβερς πελώρια συγκροτήματα όπου βρίσκεται η καρδιά και ο Νους του Brainet.
Είμαι από τους άτυχους, δυστυχώς, αλλά όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα και μετά δεν θέλησα να το αλλάξω αυτό. Αλλά για αυτά τα πράγματα κανείς πια δεν μιλάει.
Μάθαμε γρήγορα και αποτελεσματικά.

Ο κόσμος όπως τον ξέραμε άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες μετά από εκείνη την πρώτη ημέρα, όταν οι μεγαλύτερες εταιρείες πληροφορικής, παρουσίασαν την πιο σημαντική ανακάλυψη στην ανθρώπινη ιστορία μετά από αυτήν της φωτιάς.
Ήταν η μέρα που γεννήθηκε το Brainet.
Ο κόσμος άλλαξε τόσο ολοκληρωτικά κι αμετάκλητα, που τυχόν επιστροφή του στην προηγούμενη κατάσταση θα ήταν συμφορά σε πλανητικό επίπεδο, θα ήταν καταστροφικά αδιανόητο.
Το Brainet είχε πανηγυρικά γεννηθεί και αντί νηπίου ο κόσμος υποδέχτηκε κάτι σε ηλικία ώριμη. Δεν υπήρξαν παιδικές ασθένειες ή σφάλματα και bugs. Το αδιανόητα κολοσσιαίο project το ανέπτυσαν κάτω από άκρα μυστικότητα από κοινού, οι μεγάλες πολυεθνικές με την στήριξη και κάλυψη των εκάστοτε κυβερνήσεων των μεγάλων χωρών, για πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Παρουσιάστηκε ολοκληρωμένο και έτοιμο να αντικαταστήσει το internet τοποθετώντας το στο ράφι της ιστορίας δίπλα στο πρώτο αεροπλάνο των αδερφών Ράιτ και τη συσκευή του Μαρκόνι.
Όλη η ανθρωπότητα εκστασιασμένη το υποδέχτηκε με δέος και ανακούφιση, αν και όχι χωρίς κάποιους έμφυτους δισταγμούς και αρχέγονους φόβους, για την απόλυτη παράδοση μας σε αυτό. Όλη η πολιτισμένη ανθρωπότητα, σχεδόν όλη δηλαδή.
Το Brainet καταργούσε την πληθώρα των ηλεκτρονικών συσκευών που χρησιμοποιούσαμε όπως τηλέφωνα, υπολογιστές, συσκευές αναπαραγωγής ήχου και εικόνας, ΑΤΜ, πιστωτικές κάρτες, ταξιδιωτικά έγγραφα. Όλα αυτά ήταν άχρηστα πλέον.
Όλα υπήρχαν μέσα μας.
Εμείς ήμασταν οι υπολογιστές.
Ευδαιμονία και δέος θα ήταν οι πιο κατάλληλες λέξεις να περιγράψουν τα κυρίαρχα συναισθήματα που ένιωσαν οι περισσότεροι. Όλα προσφέρονταν με την ταχύτητα της σκέψης κατευθείαν στο μυαλό.
Μη φανταστείτε πως κατέρρευσε η οικονομία όταν τα γιγάντια βιομηχανικά συγκροτήματα έπαψαν να κατασκευάζουν τις μέχρι την προηγούμενη μέρα πολυδιαφημισμένες και επιθυμητές ηλεκτρονικές συσκευές, ούτε όταν η αυτοκινητοβιομηχανία σταδιακά μείωσε σε μονοψήφιο ποσοστιαίο αριθμό την κατασκευή οχημάτων, κάθε άλλο, το αντίθετο συνέβη.

Ήταν όλοι τόσο πολύ προσηλωμένοι στο γεγονός πως είχαν την δυνατότητα να είναι διαρκώς και απερίσπαστα συνδεδεμένοι, που οι μεταφορές περιορίστηκαν στις απολύτως αναγκαίες και αυτές στο μέγιστο αυτοματοποιημένες. Αναπτύχθηκαν ραγδαία τομείς έρευνας εξαιτίας της τεράστιας υπολογιστικής ισχύος που προσέφεραν τα δισεκατομμύρια συνδεδεμένων ανθρώπινων εγκεφάλων με τα εκατομμύρια των σέρβερς των εταιρειών, γιατί αυτό ήμασταν πια, εκούσια προσφερόμενα τερματικά. Δεν ήταν για όλους το ίδιο, οι πλούσιοι της προηγούμενης κατάστασης παρέμειναν πλούσιοι και τώρα, μάλιστα έγιναν πλουσιότεροι. Το ίδιο συνέβη και με τα πλούσια κράτη. Αυτό είχε να κάνει με την προσβασιμότητα σε πληροφορίες και στις παρεχόμενες υπηρεσίες καθώς και με ένα διαρκές και πολύπλοκο σύστημα διαδικτυακής αξιολόγησης και πίστωσης μονάδων ανταμοιβής, οι οποίες αντικατέστησαν το χρήμα.

Εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων μπορούσαν να εργάζονται πλέον από το σπίτι τους αφού όλα τα δεδομένα για να ψηφιοποιηθούν αρκούσε να τα κοιτάξει απλώς κάποιος. Η παγκόσμια ψηφιοποίηση όλων των μη ηλεκτρονικών αρχείων δεν κράτησε παραπάνω από τρεις μήνες.

Η «αλλαγή» απαιτούσε ένα μικρό εμφύτευμα που γινόταν με μηχανήματα ακριβείας σε ειδικά κέντρα στα οποία τοποθετούσαν το μικροσκοπικό βιοεξάρτημα με μικροχειρουργική και το συνέδεαν με την υπόφυση και την επίφυση στον εγκέφαλο. Η όλη διαδικασία γινόταν αυτοματοποιημένα σε ειδικά κέντρα που δημιουργήθηκαν σε κάθε γειτονιά των πόλεων σε απειροελάχιστο διάστημα. Στην διαδικασία σπάνια υπήρχε ανθρώπινη παρέμβαση από ειδικευμένους γιατρούς. Τα ρομποτικά μηχανήματα και το υπερεξελιγμένο λογισμικό καθιστούσαν την ανθρώπινη παρουσία σχεδόν περιττή. Η φαρμακοβιομηχανία πήρε και αυτή το γενναίο μερίδιο της κατασκευάζοντας νέα φάρμακα ανοσοκατασταλτικά για να μην απορρίπτεται το μόσχευμα. Χρησιμοποιήθηκε ευρέως η νανοτεχνολογία σε αυτά. Ο καθένας μας πρέπει να παίρνει με θρησκευτική ευλάβεια κάθε μέρα από ένα χάπι filobren και κάθε δέκα μέρες να περνάει από το Κέντρο της γειτονιάς του για μια ενέσιμη δόση paranex έτσι ώστε να λειτουργεί κανονικά και να είναι υγιής.

Μια άλλη παράμετρος ήταν το ποινικό θέμα της αμέλειας λήψης των φαρμάκων από κάποιο πολίτη. Ήταν σοβαρό αδίκημα το να μην ακολουθήσει κάποιος σκόπιμα την προβλεπόμενη φαρμακευτική αγωγή. Προκαλούσε έστω και μικρή δυσλειτουργία στο σύστημα κι αυτό ήταν ανεπίτρεπτο. Οι ποινές ποικίλλουν από περιορισμό πρόσβασης στο brainet και αφαίρεση μονάδων, μέχρι μείωση μερίδων τροφής και αλλαγή ΠΥΛΗΣ συνήθως στην 4, την ΜΑΥΡΗ. Έτσι είχα βρεθεί κι εγώ σε αυτή. Είχα υποβιβαστεί. Την πρώτη φορά απλώς δεν είχα πρόσβαση για τριάντα ημέρες. Την δεύτερη την απαγόρευση πρόσβασης συμπλήρωσε και αφαίρεση χιλίων μονάδων. Τις φορές που ακολούθησαν από τότε απέκτησα καλύτερη σιλουέτα αφού μειώθηκαν και οι μερίδες μου. Μέχρι που πριν δεκατρία χρόνια κατέληξα από την ΠΡΑΣΙΝΗ στην ΜΑΥΡΗ ΠΥΛΗ.

Οι ΠΥΛΕΣ είναι τέσσερεις, η ΧΡΥΣΗ, η ΠΡΑΣΙΝΗ, η ΜΩΒ και η ΜΑΥΡΗ.

Η ΧΡΥΣΗ είναι ο απόλυτος προορισμός, το άπιαστο όνειρο για τις μάζες, αποκλειστικό προνόμιο της παλιάς και νέας υπερ-ελίτ του κόσμου. Εκεί δεν υπάρχει περιορισμός στα πόσα χρόνια θα ζήσεις, το αντίθετο, η πρόσβαση σε φάρμακα και εξελιγμένη τεχνολογία είναι απεριόριστη έτσι ώστε οι τυχεροί να ζουν κατά κανόνα εκατόν είκοσι χρόνια μέσο όρο αν και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις των εκατόν σαράντα. Είναι οι Διαχειριστές, ζουν χωριστά από μας, σε παραδεισένια φρούρια, ένας άλλος εξωτικός κόσμος μέσα στο κόσμο μας. Αυτοί κυβερνούν κι απολαμβάνουν όλα τα μαγικά επιτεύγματα του Brainet.

Η ΠΡΑΣΙΝΗ ΠΥΛΗ, εκεί από όπου ξεκίνησα, προορίζεται για τα ανώτερα στελέχη και τους κυβερνητικούς παράγοντες, τους άμεσους βοηθούς των Διαχειριστών. Το όριο ζωής τους είναι εβδομήντα με ογδόντα πέντε χρόνια ανάλογα με τις επιδόσεις τους και τη θέση κλειδί που κατέχουν και υπηρετούν. Συνήθως ζουν σε πολυτελή συγκροτήματα στην έδρα των επιχειρήσεων ή των τοπικών κυβερνήσεων. Έχουν σε μικρότερη κλίμακα από τους ΧΡΥΣΟΥΣ το προνόμιο να απολαύσουν μια πραγματικά πολυτελή ζωή, με την προϋπόθεση βέβαια πως θα είναι στο έπακρο παραγωγικοί και χρήσιμοι και δεν θα εκπέσουν της τάξης τους όπως εγώ.

Η ΜΩΒ ΠΥΛΗ είναι για τα μεσαία στελέχη της κοινωνίας του Brainet, τους Ρυθμιστές, τους Τροφοδότες και τους Υπέρμαχους, αυτό που παλιά αποκαλούνταν μεσαία και μικρομεσαία τάξη. Ήταν οι υπάλληλοι, ο στρατός και η αστυνομία του συστήματος, οι έμποροι και οι εξειδικευμένοι τεχνίτες μαζί με όλους όσους υπηρετούσαν σε υγεία και εκπαίδευση. Είναι τα χρήσιμα εργαλεία του συστήματος και οι φυσικοί αποδέκτες, το επιθυμητό target group, των παροχών και υπηρεσιών του.Ειδικά για τους Υπέρμαχους των οποίων ο αριθμός είναι υπερβολικά μεγάλος σε σχέση με τους Τροφοδότες που καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες των πόλεων, έχω απορία σε τί ακριβώς χρησιμεύουν αν όχι στο να κατευνάζουν το φόβο τον ενδόμυχο που νιώθουν οι ΧΡΥΣΟΙ. Περιθώρια για αμφισβήτηση της τάξης πραγμάτων και κάποια πιθανή εξέγερση, δεν υπάρχουν, είναι μηδαμινά σχεδόν, όλα αποκαλύπτονται από το σύστημα τη στιγμή που κάποιος θα κάνει τη σκέψη και μόνο. Εξωτερικοί εχθροί δεν υπάρχουν να απειλοήσουν τον τρόπο ζωής μας και την ύπαρξη μας, και φυσικά οι ελάχιστοι δραπέτες που επέζησαν στα έγκατα, οι Αρνητές, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν αντίπαλο, δεν έχουν τα μέσα και τους αριθμούς να το κάνουν. Μόνο λοιπόν για να αποτρέψουν μια αιφνίδια μαζική τρέλα υπάρχουν οι Υπέρμαχοι, να φυλάξουν πιθανώς το σύστημα από την απίθανη περίπτωση να καταφέρει ένας ικανός αριθμός SLEEPERS να αποκοπεί αρνούμενος τα φάρμακα και να εξεγερθεί. Εγκληματικότητα με την έννοια που δίναμε στη λέξη αυτή παλιά, δεν υφίσταται πια. Κανείς δεν εγκληματεί αφού αυτό αποκαλύπτεται άμεσα με τη σκέψη και μόνο. Το έγκλημα περιορίζεται στην μη λήψη φαρμάκων, σκόπιμη ή μη. Ποτέ η ανθρωπότητα δεν βίωσε τόσο απόλυτη ασφάλεια, ποτέ! Άραγε αν μπορούσε να ξέρει το είδος της ασφάλειας πριν την αποκτήσει, θα την επιθυμούσε τόσο και θα πανηγύριζε γι’ αυτή όπως τότε; Το πρώτο καιρό; Η μεσαία τάξη, πάντα είναι η μεσαία τάξη που ζητάει με κάθε τίμημα ασφάλεια. Όλοι αυτοί λοιπόν είναι οι ΜΩΒ που ζουν στα ανώτερα και μεσαία επίπεδα των Κτηρίων-Πόλεων, και το προσδόκιμο ζωής τους ξεκινάει από τα εξήντα χρόνια για να φτάσει στα εβδομήντα, ανάλογα με την όλη συμπεριφορά και πορεία τους και φυσικά τις πιστωμένες στον καθένα μονάδες.

Η ΜΑΥΡΗ ΠΥΛΗ τέλος, η δική μου, είναι αυτή για την οποία προορίζονται οι μάζες των εργατών, των φτωχών, των απόκληρων και όσων έχουν πέσει σε δυσμένεια. Είναι πολύ εύκολο να καταλήξει κάποιος εκεί και πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να πάει σε καλύτερη Πύλη. Εδώ είμαστε περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια άνθρωποι, οι Μάζα όπως λεγόμαστε, οι περισσότεροι από μας, όσοι δεν είναι εργάτες, είμαστε συνδεδεμένοι στο Brainet πέρα από τις οχτώ ώρες του τεχνητού μας ύπνου, για άλλες τέσσερις ή και οχτώ ακόμα επιπλέον, για να συμπληρώσουμε τις μίνιμουμ απαραίτητες μονάδες και να εμπλουτίσουμε τις βασικές μας μερίδες.

Δεν ζούμε πολύ, από τριάντα πέντε έως πενήντα χρόνια. Τα πενήντα είναι το όριο και κυρίως αφορούν ανθρώπους σαν και μένα, που προερχόμαστε από ανώτερες Πύλες και εκπέσαμε. Ανθρώπους με ξεχωριστές γνώσεις και ικανότητες με πλούσιες και πολύπλοκες νευρωνικές συνδέσεις που είναι χρήσιμες για το Σύστημα. Ένας τέτοιος άνθρωπος είμαι κι εγώ. Πριν το Brainet ήμουν ένας λαμπρός μηχανικός λογισμικού, με ειδίκευση στην τεχνητή νοημοσύνη και τη νανοτεχνολογία.

Δεν υπάρχει λόγος να αναφέρω τίτλους σπουδών, διακρίσεις, θέσεις κλειδιά που κατά καιρούς είχα σε μεγάλες εταιρείες του χώρου της πληροφορικής. Θα ήταν ανούσιο και άχρηστο, πιέζει κι ο χρόνος. Αυτό που έχει σημασία να διασωθεί, είναι το γεγονός πως υπήρξα επικεφαλής μίας από τις βασικές ομάδες έρευνας στα αρχικά στάδια σύλληψης της ιδέας του Brainet.

Για το λόγο αυτό, έφτασα στο ανώτατο όριο ζωής της ΜΑΥΡΗΣ ΠΥΛΗΣ και δεν πήγα νωρίτερα για διάλυση και για τον ΑΙΩΝΙΟ ΥΠΝΟ. Εκτιμήθηκαν οι γνώσεις και η αρχική συνεισφορά μου. Βέβαια το αντίτιμο, ειδικά για τη περίπτωση μου είναι να είμαι Κοιμώμενος, SLEEPER, για δεκαοχτώ ώρες κάθε εικοσιτετράωρο με μια ενδιάμεση διακοπή μιάς ώρας, απαραίτητης να τραφώ και να ικανοποιήσω τις φυσικές μου ανάγκες. Είχα ελεύθερες μόλις πέντε ώρες τη μέρα για οτιδήποτε άλλο. Δεν ήταν βέβαια και πολλά αυτά που μπορούσα να κάνω. Το μόνο μου χόμπι , το μόνο που με ευχαριστούσε ήταν να σκιτσάρω σε χαρτί με στυλό. Οτιδήποτε, αυτό μόνο μου έδινε λίγη χαρά.

Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι στις μέρες μας να βρεθεί χαρτί; Δεν χρησιμεύει σχεδόν πουθενά, για να βρει κάποιος χαρτί, εάν είναι τυχερός, μόνο στο Υπόγειο, στις Αποθήκες, εάν έχει απομείνει κάποιο κιβώτιο από τους παλιούς εκτυπωτές που ξεχάστηκε. Κάπως έτσι έβρισκα κι εγώ, έπρεπε όμως για αυτό να κατεβαίνω κάτω και να ψάχνω σε αυτές τις ελάχιστες ώρες που διέθετα και όσο μου επέτρεπε η αδυναμία του κορμιού μου. Η τροφή και το νερό έφταναν μέσα από το αυτόματο σύστημα διανομής του κτηρίου-πόλης που ζούσα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Λόγω της συνεχούς αναγκαστικής κατάκλισης, το μυοσκελετικό μου σύστημα είχε εφιαλτικά ατροφήσει, τόσο που έμοιαζα με περιφερόμενο σερνάμενο υποκίτρινο σκελετό με δέρμα. Κάποτε ζύγιζα ενενήντα πέντε κιλά, τώρα σχεδόν τα μισά.

Οι μόνες μου αναγκαστικές έξοδοι ήταν μέχρι το Κέντρο της γειτονιάς μου, έτσι αποκαλούσα τον 84ο όροφο του κυκλικού Κτηρίου που είχε διάμετρο τρία χιλιόμετρα, και το οποίο στη βάση του ξεπερνούσε τα δέκα φυτεμένο ενάμισυ χιλιόμετρο βαθιά στη γη σε μία γιγαντιαία βάση θεμέλιο που έφτανε τα τριάντα τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Εκεί βρισκόταν η καρδιά και ο νους του κτηρίου και εκεί ήταν και οι τοπικές είσοδοι στις τέσσερεις ΠΥΛΕΣ. Κάτω από το αχανές και πολύπλοκο δίκτυο διαδρόμων, λαβυρίνθων και γιγαντιαίων συμπλεγμάτων μηχανών, επιζούν ή μάλλον καλύτερα φυτοζωούν, όσοι από τους Αρνητές κατάφεραν να επιβιώσουν. Είναι όσοι κατάφεραν, στα πρώτα χρόνια κυρίως να αποκοπούν από το Σύστημα και να δραπετεύσουν.

Πολλοί αρχικά προσπάθησαν να καταφύγουν στην ύπαιθρο,αλλά αυτό αποδείχτηκε μέγα και τραγικό λάθος, τους είδαμε να καίγονται ουρλιάζοντας από τα A.I.Drones και τα Robomecha, σε ζωντανή μετάδοση, σε
πραγματικό χρόνο.

Αυτό έδρασε αποτελεσματικά, αποτρέποντας όσους είχαν ήδη συνδεθεί και κατάφεραν να κρύψουν τις σκέψεις τους από το Σύστημα, πράγμα καθόλου απλό και εύκολο, και όσους είχαν με κάποιο τρόπο κατορθώσει να αποφύγουν την σύνδεση μέχρι εκείνη την στιγμή. Αυτοί ήταν και οι πρώτοι Αρνητές, όσοι τέλος πάντων επιβίωσαν από τις διώξεις, τους συνεχείς ελέγχους και επιδρομές, την πείνα και τις αρρώστιες, μια που δεν είχαν πρόσβαση πια σε τροφή και φάρμακα. Μόνο οι πιο ικανοί ή οι πιο τυχεροί επιβίωσαν εκείνα τα πρώτα χρόνια. Ο αριθμός τους ήταν άγνωστος. Κανείς δεν συζητούσε γι’ αυτούς ήταν θέμα ταμπού. Υπήρχαν σε κάθε κτήριο – πόλη, στα έγκατα των θεμελίων, δεν ανέβαιναν ποτέ στα ανώτερα επίπεδα. Η ύπαιθρος ήταν ακατοίκητη εκτός από τις Τροφούς, αυτοματοποιημένες φάρμες που η καθεμιά τους κάλυπτε έκταση χιλιάδων εκταρίων και παρήγαγαν την τροφή για τα κτήρια- πόλεις. Κάθε κτήριο- πόλη είχε γύρω του μερικές ή πολλές από αυτές, ανάλογα το μέγεθος του. Στις Ερημιές, όλες τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη κυκλοφορούσαν μόνο τα A.I.Drones και τα Robomecha, αυτόνομοι εναέριοι και επίγειοι καταστροφείς με εξελιγμένη τεχνητή νοημοσύνη. Πραγματική απειλή δεν υπήρχε εδώ και χρόνια, ίσως η απειλή να είμαστε εμείς για το Σύστημα, άνθρωποι σαν τους Αρνητές ή σαν εμένα, αν και στην κατάσταση μου…

Περιμένω από λεπτό σε λεπτό να ανοίξει η πόρτα του κατ’ ευφημισμόν διαμερίσματος μου (δεκαοχτώ τετραγωνικά μαζί με την υποτυπώδη κουζίνα και μπάνιο) και να μπουκάρουν οι Υπέρμαχοι με τις κόκκινες στολές και τα μπλε κράνη για να με πάρουν Κάτω στο Υπόγειο, βαθιά στα θεμέλια όπου θα υποστώ την Επεξεργασία, δηλαδή θα μου αφαιρεθεί ζωντανός ο εγκέφαλος και ο νωτιαίος μυελός και με μια περίπλοκη διαδικασία θα ενωθεί με τα δισεκατομμύρια άλλους εγκεφάλους που βρίσκονται στα έγκατα του κάθε κτηρίου- πόλης. Από το σώμα μου θα κρατηθούν όσα όργανα ή μέρη μπορούν να χρησιμεύσουν σε μεταμοσχεύσεις ή έρευνα και ό,τι μείνει υπόλοιπο, θα πολτοποιηθεί και θα υποστεί επεξεργασία εμπλουτισμού, ώστε να αποτελέσει το υγρό με το οποίο τρέφονται οι δισεκατομμύρια συνδεδεμένοι εγκέφαλοι του Συστήματος. Ναι, έτσι διατηρούνται ενεργοί οι εγκέφαλοι, τρεφόμενοι από τα σώματα όσων οδηγήθηκαν στον ΑΙΩΝΙΟ ΥΠΝΟ. Δεν είναι θάνατος αυτό, είναι η ύβρις και διαστροφή του θανάτου. Είναι η μοίρα μας, το αντίτιμο το ύστατο του Brainet. Η δική μου μοίρα είναι ακόμα πιο βαριά κι επώδυνη, γιατί μέρος της ευθύνης για όσα τερατώδη συμβαίνουν στους ανθρώπους σήμερα, είναι και δικό μου.Η δική μου έρευνα ήταν αυτή που ανέπτυξε αρχικά το λογισμικό της Διασύνδεσης μηχανικών και οργανικά ζωντανών εγκεφάλων και ένιωθα περήφανος γι’ αυτό, σαν πατέρας που καμαρώνει για την επικείμενη γέννηση του παιδιού του. Μέχρι που το είδα να γεννιέται και να μεγαλώνει.

Τότε συνειδητοποίησα σε τι συνέβαλλα να γεννηθεί. Προσπάθησα με κάθε τρόπο να προειδοποιήσω τους ανωτέρους μου στην εταιρεία, με υπομνήματα και εκθέσεις σε πάμπολλες απόρρητες μυστικές συσκέψεις. Αντιμετώπισα ψυχρή υποδοχή στις απόψεις μου στην αρχή, μετά απροκάλυπτη εχθρότητα και απομόνωση. Με κράτησαν υπό αυστηρή επιτήρηση όσο καιρό συμμετείχα στην έρευνα και την ανάπτυξη του Brainet και στη συνέχεια στα πρώτα χρόνια της έναρξης του. Είχα ιδέες καινοτόμες και έδινα λύσεις, άρα ήμουν χρήσιμος.

Τα πρώτα χρόνια ήταν άνετα στα πάνω επίπεδα του συγκροτήματος της εταιρείας, καμία σχέση με το Κτήριο –Πόλη E1GR2217, εδώ που ζούσα τα τελευταία δεκατρία χρόνια, παλιά εδώ ήταν η Αθήνα, η Αττική. Τώρα είναι ένα τερατώδες κτήριο με ενάμισυ χιλιόμετρο ύψος και άλλο τόσο βάθος όπου ζουν στοιβαγμένοι περίπου τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι. Σε όλη την έκταση που κάποτε ήταν η Ελλάδα, υπάρχουν άλλα εννέα παρόμοια, αλλά μικρότερου μεγέθους κτήρια-πόλεις. Το ίδιο μοντέλο εφαρμόστηκε σε όλες τις χώρες του πλανήτη. Αλλάζει μόνο η τάξη μεγέθους από περιοχή σε περιοχή, ανάλογα με τον πλυθησμό και την ύπαρξη πόρων. Το παλιό Τόκυο ας πούμε έχει πόλη – κτήριο που το ύψος του φτάνει τα τέσσερα χιλιόμετρα, με βάθος θεμελίων τα δύο, θεμέλια που έχουν έκταση διακοσίων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αν αυτό φαντάζει εξωπραγματικό, στην παλιά Κίνα υπάρχουν αντίστοιχα κτήρια που φυλοξενούν το καθένα εκατό εκατομμύρια ανθρώπους.

Αυτά τα καταγράφω γιατί δεν μπορώ να ξέρω πως θα είναι ο κόσμος μετά που θα πάψω να υπάρχω, σε λίγη ώρα. Ίσως βρεθούν κάποτε. Ίσως και όχι.

Είναι η απολογία μου αυτή και ο θάνατος μου θα είναι η μόνη κληρονομιά που θα αφήσω. Με την παλιά χρονολογία θα είχαμε 2032 σήμερα, όλα ξεκίνησαν πριν από δεκατέσσερα χρόνια, στην πραγματικότητα βέβαια πριν είκοσι εννιά, αν συνυπολογιστούν και τα χρόνια κατά τα οποία έγιναν οι πρώτες έρευνες που συνδύασαν λογισμικό συνδεδεμένο με νανοτεχνολογία και πέρασαν από το θεωρητικό στο πρακτικό μοντέλο.
Τότε ήμουν ένας αφελής, αισιόδοξος επιστήμονας με εντυπωσιακές σπουδές και ακόμα πιο εντυπωσιακές ιδέες, που ήταν βέβαιο νομοτελειακά, πως θα μου εξασφάλιζαν ένα υπέροχα λαμπρό κι ανέφελο μέλλον.
Πόσο λάθος έκρινα τότε!
Αν νιώθω τύψεις;
Στην αρχή, τα πρώτα χρόνια, ναι, ένιωσα πολλές. Βοήθησαν τα φάρμακα να σταματήσω να νιώθω για ένα διάστημα, περισσότερο όμως η σειρά λογικών σκέψεων οι οποίες με οδήγησαν στο συμπέρασμα πως το Brainet θα είχε δημιουργηθεί και χωρίς εμένα, χωρίς τη δική μου έρευνα. Ίσως να αργούσε λίγα χρόνια, αλλά στο τέλος θα μαζεύονταν όλα τα κομμάτια του πάζλ.

Το γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν με απαλλάσσει από τις ευθύνες μου γι’ αυτό και αυτή την τελευταία ώρα κάνω αυτό που κάνω, δηλαδή να καταγράψω όλα αυτά τα οποία τόσα χρόνια δεν τολμούσα ούτε καν να σκεφτώ. Πως θα μπορούσα άλλωστε; Ακόμα και εάν δεν ήμουν σε συνεχή επιτήρηση για τις αντιρρήσεις που εξέφρασα, θα με ανακάλυπτε το Σύστημα στα πρώτα δευτερόλεπτα που θα σκεφτόμουν όλα αυτά. Όχι αυτά που έχω ήδη γράψει, αλλά αυτό που θα γράψω παρακάτω.

Το φοβερά πολύτιμο μυστικό μου, το δώρο μου στους ανθρώπους, η εξιλέωση και η εκδίκηση μου. Όταν τελειώσω σε λίγο αυτά που γράφω στο χαρτί, θα το τοποθετήσω στον μικρό αδιάβροχο κύλινδρο εργαστηρίου από τιτάνιο, που σφραγίζει ερμητικά. Μετά, αν προλάβω, θα πάω σε κάποιον από τους μεγάλους εξώστες του ορόφου, δήθεν να θαυμάσω τη θέα, η οποία είναι όντως καταπληκτική και θα το αφήσω να γλιστρήσει στο κενό.
Η πιθανότητα να φτάσει στα χέρια που πρέπει, αν υπάρξουν τέτοια χέρια στο μέλλον, είναι ίδια με αυτή που διάβαζα μικρός σε λογοτεχνικά βιβλία, δηλαδή του ναυαγού σε κάποιο νησάκι του Ειρηνικού που ρίχνει μήνυμα κλεισμένο σε μπουκάλι.
Είναι όμως το μόνο που μπορώ να κάνω, μήπως κάποτε ακουστώ, μήπως κάποτε κάποιος με συγχωρέσει.
Ο κύλινδρος αυτός ήταν από τα ελάχιστα πράγματα που μπόρεσα να διασώσω από την παλιά μου ζωή, ως αναμνηστικά. Μέχρι τώρα ήταν ένας άδειος κύλινδρος δεκαπέντε εκατοστά μήκος και τρία εκατοστά διάμετρο. Μου τον άφησαν ακριβώς επειδή ήταν κενός, μην νομίζετε πως δεν έψαξαν εκτός από το μυαλό μου και όλα τα αντικείμενα που σχετίζονταν με μένα.
Η πιθανότητα συγχώρεσης όμως ίσως εξασφαλιστεί με τον θάνατο μου, τη φρίκη του ΑΙΩΝΙΟΥ ΥΠΝΟΥ.

Το Σύστημα μας συνηθίζει χρόνια σε αυτό, όταν πέφτουμε καθημερινά σε ύπνο. Τότε χρησιμοποιεί τους εγκεφάλους των ζωντανών για λειτουργίες που δεν επαρκούν οι διατηρημένοι συνδεδεμένοι εγκέφαλοι των νεκρών. Πάντα αρκετές εκατοντάδες ζωντανών είναι συνδεδεμένες στο Σύστημα, στον ύπνο τους. Είναι ένας ύπνος χωρίς όνειρα, δεν μπορούμε να ονειρευτούμε και φυσικά δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα τι ακριβώς επεξεργάζεται ο εγκέφαλος μας, απλώς όταν κοιμόμαστε, σβήνουν όλα, ένα απόλυτο κενό. Έχουμε χάσει την πολυτέλεια των ονείρων και ίσως αυτό να είναι και ο μεγαλύτερος ανασταλτικός παράγοντας για την όποια εξέγερση θα μπορούσε να γεννηθεί. Αυτό που έχω βάσιμες ελπίδες πως θα συμβεί όταν πεθάνω, θα είναι το εξής.

Μόλις σταματήσει να χτυπάει η καρδιά μου, θα ενεργοποιηθούν νανομόρια τα οποία είναι φορείς ενός ιού που είναι διασπασμένος ο κώδικας του και μοιρασμένος σε κάποια από αυτά. Στα υπόλοιπα βρίσκονται άσχετες γραμμές κώδικα ή είναι κενά. Ο ιός αυτός, στην ουσία είναι το DNA μου που αποτελεί παράγοντα σχεδιασμένο να διακόψει την σύνδεση των επεξεργασμένων εγκεφάλων μεταξύ τους και με τους ULTIMA υπέρ σέρβερς. Τα κομμάτια του κώδικα θα τα ενώσει η νορεπινεφρίνη που θα παραχθεί στον επινεφριδιακό μυελό από το άγχος που θα προκαλέσει ο επερχόμενος θάνατος. Για το λόγο αυτό δεν έχω πάρει φάρμακα τις τελευταίες μέρες, να καθαρίσω όσο μπορώ τον οργανισμό μου από τα κατασταλτικά. Η νορεπινεφρίνη είναι το κλειδί και το όχημα του ιού. Από τη στιγμή που θα λάβουν τα νανομόρια το σήμα να ενωθούν, θα παραμείνουν αδρανή για εικοσιτέσσερις ώρες ακόμα. Τόσο χρειάζεται ώστε να επεξεργαστούν τα απομεινάρια μου και να διασυνδεθεί ο εγκέφαλος μου στο σύστημα. Ο ιός θα βρίσκεται μη ανιχνεύσιμος τόσο μέσα στον εγκέφαλό μου, όσο και μέσα στον πολτό που θα εξαχθεί από τα απομεινάρια μου. Τα νανομόρια είναι έτσι σχεδιασμένα ώστε να αντέχουν σε συνθήκες ακραίες, απαραίτητη συνθήκη για να μην καταστραφούν από την διαδικασία της επεξεργασίας. Μόλις συνδεθώ στο σύστημα, αυτό που κάποτε ήταν εγώ, θα ενωθεί ο ιός και στον προβλεπόμενο χρόνο, θα ενεργοποιηθεί. Τότε θα μεταδώσει τον ιό στο σύστημα ως εντολή. Το ίδιο θα συμβεί και στο υγρό από το σώμα μου που θα αρχίσει να τρέφει εγκεφάλους. Το υγρό αυτό θα ανακατευτεί με το υγρό από τα σώματα χιλιάδων άλλων σωμάτων στη δεξαμενή. Μία εντολή και ικανότητα του ιού όταν ενεργοποιηθεί, είναι να αυτοπολλαπλασιαστεί. Μια άλλη λεπτομέρεια είναι ότι μέρος των νανομορίων θα σχηματίσουν έναν ψευδο-ιό που θα μοιάζει με την πιο θανατηφόρα εκδοχή της γενετικά τροποποιημένης ιογενούς μηνιγγίτιδας. Όταν μπει σε κάποιο εγκέφαλο θα τον διατάξει να διακόψει την σύνδεση και την τροφοδοσία, θα τον διατάξει να πεθάνει. Ο δικός μου εγκέφαλος θα παραμείνει ενεργός μετά την έναρξη, για άλλες εικοσιτέσσερις ώρες, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, οι οποίοι θα πεθάνουν τριάντα λεπτά μετά την προσβολή από τον ιό. Ταυτόχρονα θα αρχίσει η διακοπή των συνδέσεων στους ζωντανούς εγκεφάλους και θα αρχίσει η κατακλυσμιαία μετάδοση της εντολής τερματισμού των σέρβερ, ή για την ακρίβεια θα μεταδώσει διαφορετική εντολή για κάθε σέρβερ πως οι υπόλοιποι έχουν δεχτεί επίθεση και είναι πλέον εχθρικοί. Αυτό θα είναι και το τέλος του Brainet. Η παντοδυναμία του είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του.

Όλες οι υπαρκτές και δυνητικές απειλές αντιμετωπίστηκαν τα πρώτα χρόνια. Η μηχανή δεν είχε λόγο να εξελίξει άλλο το αμυντικό της σύστημα. Ο ιός που σχεδίασα ήταν το τελευταίο κρυφό, προσωπικό παράλληλο πρόγραμμα που ανέπτυξα εκτός δικτύου τότε, πριν με απομακρύνουν. Εκείνη την ημέρα τον διοχέτευσα στον οργανισμό μου και μετά έπεισα το μυαλό μου πως ΕΠΡΕΠΕ να το ξεχάσω.
Να μην τολμήσω να το σκεφτώ καν ποτέ.
Δεν ξέρετε τι πειρασμός και βασανιστήριο είναι αυτό.
Μαζί με τις τύψεις φυσικά.
Ίσως όμως εξιλεωθώ, ίσως λυτρωθώ.
Δεν θα το μάθω ποτέ αν λειτούργησε.
Θα το κάνω όμως.
Εδώ έφτασα στο τέλος της διαθήκης και εξομολόγησης μου.
Δεν ήρθαν ακόμα.
Λέω να πάω μια τελευταία βόλτα στον εξώστη του ορόφου να θαυμάσω τη θέα.
Πρέπει να κοντεύει η ανατολή πια.

ΤΕΛΟΣ


Μανόλης Κωνσταντάκης


Η ακτινογραφία της ζωής των Ελλήνων







Ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή των Ελλήνων πολιτών περιλαμβάνει το νέο ψηφιακό δημοσίευμα της Eurostat «Η ζωή των γυναικών και των ανδρών στην Ευρώπη - στατιστικά πορτραίτα», σε συνεργασία με τις Εθνικές Στατιστικές Υπηρεσίες των κρατών μελών της ΕΕ και των χωρών της ΕΖΕΣ.

Το δημοσίευμα ανακοινώνεται σήμερα ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και σε 24 γλώσσες, με αφορμή τον εορτασμό της Ευρωπαϊκής Ημέρας Στατιστικής (20 Οκτωβρίου).

Ειδικότερα, ορισμένα από τα στοιχεία του δημοσιεύματος για την Ελλάδα έχουν ως εξής:

- Η ανεργία και η ενασχόληση με τη φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού είναι οι τομείς στους οποίους στην Ελλάδα η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων είναι η μεγαλύτερη από ό,τι σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών καταγράφονται, επίσης, στις αμοιβές, τον τρόπο ζωής, τις καθημερινές δραστηριότητες, ακόμη και στις αιτίες θανάτου.

- Στην Ελλάδα παρατηρείται η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των κρατών μελών στο ποσοστό ανεργίας μεταξύ ανδρών (19,9%) και γυναικών (28,1%). Αντίστοιχα, το ποσοστό απασχόλησης είναι 61% για τους άνδρες και 43,3% για τις γυναίκες.

- Μόνο ένα στα τέσσερα ανώτερα διευθυντικά στελέχη στην Ελλάδα είναι γυναίκες (25%), όσο είναι και στην Ολλανδία και την Τσεχία, ποσοστό που είναι το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ μετά το Λουξεμβούργο). Ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 33%.

- Σε όλες τις κατηγορίες επαγγελμάτων, οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες.

- Στην Ελλάδα, παρατηρούνται οι μεγαλύτερες διαφορές στην ΕΕ μεταξύ των ποσοστών των δύο φύλων που έχουν την καθημερινή φροντίδα των παιδιών (95% οι γυναίκες- 53% οι άνδρες, ενώ στην ΕΕ είναι 92% για τις γυναίκες και 68% για τους άνδρες). Το ίδιο (δηλ. η μέγιστη διαφορά μεταξύ των χωρών της ΕΕ) ισχύει για τις οικιακές εργασίες και το καθημερινό μαγείρεμα, δραστηριότητες με τις οποίες ασχολείται στην Ελλάδα το 85% των γυναικών έναντι 16% των ανδρών. Στον αντίποδα βρίσκεται η Σουηδία, όπου με τις οικιακές εργασίες ασχολείται το 74% των γυναικών και το 56% των ανδρών, ενώ ο μέσος όρος για την ΕΕ ανέρχεται σε 79% για τις γυναίκες και 34% για τους άνδρες.

- Οι γυναίκες συναναστρέφονται περισσότερο με φίλους από ό,τι οι άνδρες, παρακολουθούν περισσότερες ζωντανές παραστάσεις αλλά λιγότερο κινηματογράφο, επισκέπτονται πολιτιστικούς χώρους περισσότερο από ό,τι οι άνδρες και διαβάζουν περισσότερο. Οι άνδρες υπερτερούν στην παρακολούθηση ζωντανών αθλητικών δραστηριοτήτων με ποσοστό 29,8% (που είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ μετά τη Δανία) έναντι 14,7% για τις γυναίκες.

- Γυναίκες και άνδρες συμμετέχουν εξίσου σε κοινωνικά δίκτυα στο Ίντερνετ (68%). Όμως, περισσότεροι άνδρες έκαναν διαδικτυακές τραπεζικές συναλλαγές (32% έναντι 24% για τις γυναίκες), περισσότεροι, επίσης, διάβασαν ειδήσεις στο διαδίκτυο (88% έναντι 82%) και χρησιμοποίησαν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (76% έναντι 73%). Περισσότερες ήταν οι γυναίκες που έκαναν τηλεφωνικές κλήσεις ή βιντεοκλήσεις μέσω διαδικτύου (48% έναντι 45%), ενώ το ίδιο ποσοστό γυναικών και ανδρών (27%) αναζήτησε εργασία μέσω διαδικτύου.

- Οι δύο από τις τρεις κύριες αιτίες θανάτου (καρκίνος και καρδιοπάθειες) «χτυπούν» διπλάσιο αριθμό ανδρών από ό,τι γυναικών. Αντίθετα, περισσότερες γυναίκες πεθαίνουν από εγκεφαλοαγγειακές παθήσεις.

- Στην Ελλάδα ζουν περισσότεροι νέοι άνδρες μόνοι τους (12,1% του συνόλου)από ό,τι γυναίκες (11,1%), σε αντίθεση με τον μέσο όρο της ΕΕ, όπου οι γυναίκες που ζουν μόνες (8,2%) είναι περισσότερες από τους άνδρες (7,8%). Τα αντίστοιχα ποσοστά στη Σουηδία είναι 42,6% για τους άνδρες και 34,6% για τις γυναίκες.

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ

Σαν την μια και μόνη αλήθεια






Βρίσκεται άραγε κάπου ανάμεσα στην ενέργεια που εκλύεται απ’ την «ζωντανή ύλη», και την εμπειρία… σε μια στενωπό με χιλιάδες ιπτάμενα  σπαθιά η αλήθεια;
Φαίνεται πως εξαφανίσθηκε κάπου στα χρόνια που ο όφις έδωσε στην Εύα το μήλο, κι εκείνη το δάγκωσε.
Κάπου εκεί που νιώθεις με απόλυτη βεβαιότητα πως μπορείς να εξουσιάζεις τα «στοιχεία», κάπου εκεί ζει η αλήθεια.
Είναι ολοζώντανη όσο η αγωνία του ιχνηλάτη να αναγνωρίσει στο χώμα τα ίχνη που κρύφτηκαν και θάφτηκαν, την εποχή των μεγάλων σεισμών και των άσπερμων ανθών.
Ολοζώντανη κρύβεται στις ρυτίδες που σκάβουν τα μεγάλα κύματα στις θάλασσες… δεν μεταδίδεται ούτε διδάσκεται.
Γεννιέται μαζί με την ουσία του ανθρώπου.
Μια φυσική λειτουργία, ένα όπλο, μια ακατανίκητη δύναμη, που μας σπρώχνει ν΄ αγγίξουμε βαθιά την κάθε πράξη, το κάθε φαινόμενο, με όλες τις αισθήσεις και τα όργανά μας.
Σαν τον άνεμο που σκορπίζει την άμμο και φτιάχνει λόφους στην έρημο.
Σε ότι αλλάζει μορφή και σχήμα, και αναπτύσσεται μέσα μας κι έξω μας…
Και πώς να φτάσει κανείς σε μια τέτοια εμπειρία της αλήθειας, εγκλωβισμένος μέσα στην ακαμψία... Οχυρωμένος σε πεδίο βολής, σε μια ψευδαίσθηση ανίκανη να σώσει τα πληγωμένα πουλιά που τσακίζονται σε ελεύθερες πτώσεις στις πέτρες... στους γκρεμούς.
Ανάμεσα σε δυό ερωτευμένα πλάσματα… όχι στην εικόνα τους, αυτή δεν υπάρχει, μα στην επιθυμία τους να βρεθούν μαζί, να καταγκρεμίσουν την προσωπικότητά τους, να τη χάσουν μέσα σε τούτη τη συνάντηση.
Μια ζωοποιός αστείρευτη φωτιά που καίει με ρυθμό και συγχρονίζεται με την οργανική μας αρρυθμία, και τη χαλά.
Δώρο ευγενικό της φύσης η αλήθεια.. εκεί κρύβεται… στους θάμνους και στα χορτάρια, στους αιώνιους κορμούς και στους ατέρμονους βυθούς των μεγάλων ωκεανών… στην αρμονία της καθαρότητάς τους.
Κανείς δεν την βρήκε ακόμη, μα όλο την αναζητούν… μάταια… δεν υπάρχει.. απ’ τις απαρχές τούτου του κόσμου ως τους αιώνες θα την αναζητούν… σκάβοντας τους φόβους τους..
Μα θα σας πω… εγώ τη βρήκα την κρυψώνα της.. μα μόνο αυτήν… την ίδια δεν τη είδα ακόμη… κανείς δεν την είδε.
Κι ίσως ποτέ δεν θα την δω… δεν θα χαλάσω ποτέ αυτά τα όμορφα, τα ουράνια  θαλασσινά της μάτια, που βλεφαρίζουν στον μικρό άνεμο, στο σβήσιμο της ανάσας μου.




Γιώργος Χρηστάκης

Στη σκιά της κόκκινης φρουράς






Σκέψεις που νοσούν, μια καχεκτική μορφή που κρυβόταν χρόνια πίσω απ' τον παλιό καθρέφτη.
Κάτω απ' τη σκιά της ουράς του αλόγου..
Όλα περνούν και χάνονται.
Τα βάσανα, ο πόνος, το αίμα, η πείνα, η αρρώστια..
Το σπαθί που χαράσσει την πληγή, θα περάσει κι αυτό..
Μα όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού θα μείνουν πάντα εκεί, όταν κι η πιο ζωντανή σκιά της ύπαρξής μας, κι όλων όσων κάναμε, κι όλων όσων ονειρευτήκαμε και ποθήσαμε, θα έχει χαθεί απ’ τη γη.
Το χώμα που πατήσαμε, που ξεδιψάσαμε σα γιγάντιο παλιό χαλί θα στολίζει μαζί μ’ όλα του τα άνθη τους πέρα κόσμους, κι αυτό θα είναι πάντα εκεί.
Τα δέντρα θα στέκουν αιώνια και θα κοιτούν ακίνητα το πέρασμά μας ανάμεσα στην κόκκινη και την λευκή φρουρά.
Η θάλασσα κι όλα τα νερά της γης θα μείνουν κι εκείνα να θυμίζουν τη μεταβλητότητα της ροής του σύμπαντος, τη σταθερότητα του ρυθμού της καθαρτικής διαδικασίας.
Ένα ψεγάδι αγάπης, μια σταγόνα πάθους, μια  αίσθηση ασημαντότητας.
Οι μεγάλες σεισμικές καταρρεύσεις, η ασπρόμαυρη ασάφεια των λόγων και των συναισθημάτων..
Η αιχμαλωσία στη μοναξιά του αυτόνομου σώματος.
Η σκουριά που κατατρώει το σίδερο αργά, βασανιστικά, σταθερά. Θα της πάρει πολύ χρόνο να το ρημάξει, να το λεπτύνει, να το κονιορτοποιήσει..
Σαν να βλέπεις το χρόνο και την αιωνιότητα να περνούν μέσα από τα πουκάμισα και τα φορέματα ωραίων γυναικών..
Η γέννηση κι ο θάνατος…. Η ταυτόχρονη παρουσία και η απόλυτη εξαφάνιση.
Ιδιοτροπίες της φύσης..
Πριν λίγο καιρό γύρισα σ’ ένα δάσος που έπαιζα μικρός και συνάντησα τον γέρο πλάτανο που μου έλεγε τις ιστορίες του. Ο κορμός του ήταν τυλιγμένος από φίδια ως τις κορφές του, τόσο που δεν καταλάβαινες που τέλειωνε .. μα ούτε και από πού άρχιζε..
Μια απόλυτη λεηλασία.. ούτε δάκρυα, ούτε πόνος… μόνο ένας άνεμος αντάρτης ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα..
Σχεδόν απουσία κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό.
Μια στομαχική κράμπα που σκόνταψε στο λεπτό σου έντερο.
Εκατομμύρια περίπλοκες χημικές αντιδράσεις .. το εσωτερικό επινοεί το εξωτερικό, με μια ακατάπαυστη εμμονή.
Τα αγρίμια των φόβων και των επιθυμιών, μάχονται ασταμάτητα ώσπου να φανεί το φως, που απουσίαζε.. ώσπου μια ζεστή αχτίδα να καθίσει στο δέρμα.
Γιατί ο ήλιος θα είναι πάντα εκεί…
Και δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στον πλανήτη που να τα αγνοεί όλα αυτά.
Και τότε γιατί δε γυρίζουμε το κεφάλι στ’ αστέρια, στα δέντρα, στα νερά… Γιατί ;
Η κόκκινη φρουρά κουράστηκε να περιμένει.
Μα θα μένει πάντα εκεί, ορθή ως την πέρα άκρη τούτου του κόσμου.
Πόσο με ανοηταίνουν τούτες οι σκέψεις… σπέρμα άσφαιρο σε διψασμένο χώμα…

Γιώργος Χρηστάκης
ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.