Τα Δημοφιλή του Μήνα

Μύθοι μ' ήθη, παραμύθι- Οι εραστές του μεγάλου Χειμώνα



Περνώντας έξω από το γραφείο του βαρόνου καθώς επέστρεφε στο δωμάτιό της, αναρωτήθηκε αν ήταν μέσα. Χτύπησε την πόρτα διστακτικά. Της άνοιξε αργοπορημένα, τη στιγμή που γύρναγε να φύγει. Πάλι έτρεμε, παρόλο που δεν την άγγιξε καθόλου. Ο βαρόνος τάισε το τζάκι με ξερά κλαριά, θέλοντας να της δώσει τη δικαιολογία πως έτρεμε από το κρύο. Δεν ήταν σίγουρη πώς έγινε και βρέθηκαν για μια αμήχανη στιγμή ο ένας απέναντι στον άλλο, πάντως το τρέμουλό της μετατράπηκε αμέσως σε πυρκαγιά. Το διαισθάνθηκε κι εκείνος και απομακρύνθηκε από κοντά της με σπασμωδικές βιαστικές κινήσεις. Σωριάστηκε στο γραφείο του και κατέβασε ένα ποτήρι απ το ποτό του με όλα του τα κόκαλα σφιγμένα.

«Λοιπόν, Ρουσώ, τι θα θελες να απολαύσεις σήμερα;», κατάφερε να τη ρωτήσει με επαρκή τυπικότητα τελικά.

«Ένα βιβλίο», απάντησε εντελώς αυθόρμητα εκείνη, αρχίζοντας πια να θυμάται πώς να συνομιλεί.

Της είχαν μάθει να διαβάζει και να γράφει στη μονή, για να μπορεί να αντιγράφει τα ιερά κείμενα, αλλά ποτέ της δεν είχε διαβάσει κάτι άλλο πέρα από παραβολές, καταλόγους με αμαρτίες και τις τιμωρίες τους και φοβερές απειλές για την κόλαση και τα βασανιστήριά της. Ο βαρόνος την κοίταξε με ένα ξαλαφρωμένο χαμόγελο. Αυτό μάλιστα, ήταν κάτι απλό. Και είχε και το κατάλληλο βιβλίο γι αυτήν, έναν αφορισμένο τόμο με ερωτικά ποιήματα και διηγήματα που το είχε γράψει κάποιος ανισόρροπος ευγενής μέσα από το ψυχιατρείο. Το βιβλίο είχε τον τίτλο «Οι εραστές του μεγάλου χειμώνα», χαραγμένο ανάγλυφα πάνω σε μπορντό δερμάτινο εξώφυλλο, κι ήταν ραμμένο με χρυσές κερωμένες κλωστές που πότιζαν σιγά σιγά τις κόχες των σελίδων σαν στάλες κολασμένου ιδρώτα. Το έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου και το έσπρωξε προς το μέρος της με την κρυφή ελπίδα να το ανοίξει και να διαβάσει έστω λίγες γραμμές μπροστά του. Σαν να άκουσε τις σκέψεις του η Ρουσώ έπιασε το βιβλίο στα χέρια της κι εκείνο άνοιξε από μόνο του σε μια σελίδα που είχε τσακίσει.

«... και θα σε ποτίσω αχόρταγη γη μου,
όχι μονάχα με τους σπόρους,
μα με κάθε σταγόνα του κορμιού μου.
Αναστεναγμούς θα σε σπείρω,
τα βογγητά σου θα θερίσω.
Και η συγκομιδή μου θα ναι
απ όλων των ειδών οι ηδονές,
οι αποδεκτές μα κι οι ανεπίτρεπτες,
οι ανθρωπινές μα κι οι απάνθρωπες.
Αχ, πώς να στο υποσχεθώ,
πώς να σε κάνω να πιστέψεις;
Την τελευταία σου ανάσα θα ανασάνω,
να σε κατασπαράξω, να χορτάσω.
Γιατί άλλο τρόπο δεν γνωρίζω
για να σου δείξω πόσο σε ποθώ
από το να σε αφανίσω και να αφανιστώ...».

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, "Μύθοι μ' ήθη, παραμύθι", σελ.41-43

Προσδόκιμο ζωής τριάντα χρόνια



Εμένα όταν γεννήθηκα, με χρίσανε στον Θάνατο.

Άλλους στο αμώνι, άλλους στο υνί,
άλλους στον οίνο να τον πίνουν και να μη μεθούν... 

Εμένα ο κλήρος ήταν του θανάτου. 
Να του είμαι αγαπητικιά.

Από παιδί τον ένιωθα στο πλάι μου, τον ήθελα, τον αγαπούσα.
Λαγνεία ένιωθα γι αυτόν και τον αποζητούσα.

Φιλιώσαντε κι αποφιλιώσαντε τα στόματά μας,
με άγγιζε κι ονειρευόμουν το ταξίδεμα.

Με ήθελε, τον ήθελα.
Ευδόκιμο ζωής τριάντα χρόνια.

Και μόλις στα σαράντα μου κατάλαβα
πως πάντα έχω απομείνει στα τριάντα...

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου 

Ο ξύλινος τοίχος






Το κελί ήταν βαθύ κτισμένο από πέτρα… στέρεο..
Σαν ημισφαίριο το σχήμα του με πάτωμα από σκληρό χώμα…
Η αίσθηση του κρύου πατώματος κάπως μεγάλωνε το αίσθημα του εγκλεισμού και της καταπίεσης… τα μεγάλωνε τόσο που έμοιαζαν απέραντα.
Στη μέση ακριβώς του κελιού υψωνόταν κάτι σαν «παραβάν» από ξύλο, σαν τοίχος ψηλός που δεν έφτανε ως το ταβάνι …
Άφηνε ένα κενό μερικών εκατοστών …
Στην μια μεριά του ήταν ο μάγος που έκαιγε αρχαίους ναούς στις ψηλότερες κορφές των βουνών, και στην άλλη ένας πάνθηρας κατάμαυρος, που δεν σταματούσε εκείνο τον ισοσκελή ρυθμικό βηματισμό του, σαν να ήθελε να συγχρονιστεί με το μέτρημα του χρόνου.
Ένα παράθυρο όλο κι όλο μοιρασμένο μισό – μισό στον μπροστινό τοίχο . Χωρίς φως , θεοσκότεινο.
Αργά το μεσημέρι άνοιγε μια περίεργη καταπακτή απ’ το ταβάνι  που κατέβαζε δυο κοφίνια με σχοινιά… Νερό, ψωμί και λίγα κομμάτια κρέας.
Αυτήν ήταν η μοναδική στιγμή που το λιγοστό φως που έμπαινε από την καταπακτή, φώτιζε λίγο το κελί.
Η μοναδική στιγμή που μπορούσα να δω καθαρά τα μάτια του πάνθηρα να με κοιτάζουν, και να ακούσω τον αχό της μεγάλης μάχης των δράκων και των ξωτικών να βυθίζεται εντός μου..



Γιώργος Χρηστάκης

Myths with manners, fairytale



Her eyes glittered from the tears and reflected the lowered flames of the fireplace behind them.
Her flushed cheeks on her fearful, pale face seemed as though made of rose petal material, not skin.
Her small ruby lips, slightly open, trembled.

And then Zerar finally realized what it was and his heart suddenly started beating faster, threatening his chest.
Rousseau stared at him with a look that said it all.

"You little fool, is it me you think you love?" he caught her chin with his fingers and smiled crookedly shaking his head.

"I am no good for you, my little one. I am not the one you remember. Rastybone is the man you remember. Right? ",

He was doing fine hiding his true thoughts, even from himself.

Rousseau shrugged utterly confused and new streams of tears burst from her wet eyelids. Zerar could not bear to see her like that. He forgot about the plan for the time being and shook her in his arms passionately. Though he hid his thoughts well, his body reactions could not be hidden. He fooled himself thinking that his lust could be addressed to any beautiful woman. He would quickly recover from this illness. He would be comforted in several other female hugs and he would forget about Rousseau easily. Rousseau slowly drew her mouth onto his beard until she reached the edge of his lips. Yes, he would take her out of his mind. He opened his mouth and ate her breath like a silky tuft of burnt sugar. He would take her out of his mind later. Her hands pulled his shirt and rammed down approaching longingly his body. Her fingers matched and sailed amidst the rivers of his ribs. They sailed up to his shoulders and came back again. Her shy little tongue rose between two fleshly half-closed shutters and shot him fatally. He took everything else out of his mind and he only kept her.

"Teach me what men want," she whispered shyly in his ear and almost made him come.

He did not grab her by the hair, not tossed her in the bed, nor tore her clothes. But he was inside her until morning came. He tasted her from every side and she was receptive and welcoming like no one before her. As if there was a magnet inside her pulling him to melt and be spilled in her veins. As if it was her body that had spawned him and now it was calling him back. Neither had he ever seen a woman coming so many times, so sincerely, so completely, so heartbreaking, as if born and dying in his arms. The last time he did not have a single drop of sperm left and he thought he poured his soul inside her. If he continued for a bit longer, he knew he would kill her from pleasure and he would die on top of her.

"Myths with manners, fairytale"

Triantafyllia Iliopoulou

Το έτος 2077



Υπάρχουν διάφορες συνταγές και θεραπείες, άνθρωπε, για να σε κάνουν πιο δίκαιο, πιο τρυφερό, πιο ειλικρινή -και γιατί όχι πιο αξιοπρεπή- απ' ότι ήσουν ως τώρα.
Σκέψου για παράδειγμα, ειδικά αν είσαι πάνω από σαράντα, το έτος 2077.
Ένα νούμερο όπως όλα τ' αλλα.
2017, 2077. Τι; Σταματάει ο χρόνος;  Σαφώς όχι, ο χρόνος προχωρά, τα πάντα προχωρούν.
Το ημερολόγιο θα γράφει: 16 Απριλίου 2077, Δευτέρα, ή Παρασκευή, ή ξέρω εγώ..
Οι άνθρωποι θα είναι απασχολημένοι εδώ κι εκεί, τα κορίτσια θα καμακώνονται, οι κυρίες θα χαιρετιούνται ευγενικά, τα σκυλιά θα γαυγίζουν, οι γάτες θα νιαουρίζουν, τα πουλιά θα τιτιβίζουν, τα παράθυρα θα αστράφτουν. τα σύννεφα θα περνούν και θα σκορπίζονται.
Αν υπολογίσεις με ακρίβεια, εσύ, εσύ δεν είσαι πια. Δεν υπάρχεις καθόλου. Και τι έγινε; Τίποτε δεν έγινε. Όλοι το ξέρουμε πώς δεν μπορείς να ζεις αιώνια.
Όμως είναι εκείνος ο στεγνός, σχολαστικός, αδιαμφισβήτητος, καθόλου ρομαντικός αριθμός: 2077
Θέλεις να σου περιγράψω τις τρομερά ηλίθιες ανησυχίες και ανάγκες των ανθρώπων του 2077;!
Το βασίλειο της βλακείας.
Δόξα τω θεώ λίγο σε νοιάζει, για την ακρίβεια δεν σε νοιάζει καθόλου και μόνο το υπόκωφο βουητό του μηχανισμού της ανθρωπότητας θα εισβάλλει εκεί στο άλσος σου, όπου στέκονται σκοτεινά τα κυπαρίσσια.
Βλέπεις, κάτω από τέτοιες συνθήκες, άνθρωπε, θα μπορούσες να γίνεις, τώρα αμέσως, το 2017, λίγο πιο δίκαιος, λίγο πιο ευαίσθητος, λίγο πιο ειλικρινής -και γιατί όχι; Λίγο πιο αξιοπρεπής απ' ότι ήσουν ως τώρα.
Εγώ το ξέρω, εσύ;



Άνα Ζουμανάκη





εφημεροπτερα

Της αιώνιας







Μορφή αγίασμα ιερό.

Μια γλυκιά ηρεμία στο βλέμμα, μια ήσυχη ευχαριστημένη θλίψη.

Κάτι σαν νοσταλγία μελλοντικού ονείρου.

Τριαντάφυλλα της Άνοιξης στα μάτια.

Προσδοκία αθάνατη , Θεού κραυγή.

Αίσθηση μυστήρια, γεμάτη απ’ τη γλύκα του βραδινού αέρα..

Αστραπή που πέρασε τα δέντρα κι έπεσε στο ανοιξιάτικο χώμα.

Χρυσές πούλιες λαμποκοπούν στα μαλλιά, νερά καθαρά τρεχούμενα, όλο το κορμί.

Φλόγα άσβηστη ασύνταχτη, αδάμαστη σαν τη φλόγα της αγάπης.
Όρθια ψυχή..

Γυμνή μικρή καρδιά.
Λυγερόκορμος, ζωογόνος κρίνος το πνεύμα.
Όνειρο – φόβος του μεγάλου θαύματος.

Άσκηση - λύτρωση που σου δίνει το χέρι, παντοδύναμη Θεά, χαρά περίσσεια της ζωής.

Το ρόδι με τα έξι σπυριά….. με τη ζωή δεμένα.
Λιγοθυμιά του Θείου έρωτα.

Βοσκός και πρόβατο και λύκος μαζί.

Φωνή που καλεί το σύμπαν να φανερωθεί.

Αργοσάλεμα στου φεγγαριού το φως.. δόνηση των σπλάχνων βαθιά.
Αντάρα, βουητό τρεμάμενης πέτρας
Αγγείο πήλινο, Ολύμπιων Θεών περήφανο καύχημα.
Πορτραίτο πανάρχαιο.
Αγαπημένο περιστεριού φτερούγισμα.


Ευλογημένη ομορφιά…
Όμοια δεν είδα ακόμη...

Κόρη πεντάμορφη, γεμάτη φως και σιωπή.

Ανθός επίμονος ανθεκτικός, στη σκόνη της άμμου.
Νανούρισμα γλυκό αγέννητου βρέφους
Αιώνια γυναίκα..

Γιώργος Χρηστάκης

Απολογισμός πίστης



Είμαι μια πρόσκαιρη μετάλλαξη ανθρώπου, που απέτυχε γιατί κληρονόμησε έναν εγκέφαλο νοσταλγό της φωτιάς.

Αφού παιδιόθεν αρνήθηκα την θρησκεία και για χρόνια δεν ασχολήθηκα μαζί της, κάποτε, χάρη σε μια θρησκευτική εμπειρία που είχα, κάθισα να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου με τον χριστιανισμό, και βρήκα πως τελικά δεν ήταν κι άχρηστος.

Χάρη στα ''κατάλοιπα παγανιστικών τελετών'' που περιέχει μάλλον... αφού με αυτές τις τελετές ανελίχθηκε ο άνθρωπος.

(Άραγε δημιούργησε τον λόγο και μετά τη θρησκεία; Ή τα δημιούργησε ταυτόχρονα; )

Κι ανέβηκε, ψυχή και σώμα, μέσα στην ίδια του τη ζωή, με συνεχείς τελετές θανάτου αναγέννησης, αυτό που διαβάζω σήμερα από τον ψυχαναλυτή ως ''συμβολική απώλεια, το μόνο πράγμα που εξανθρωπίζει τη ζωή''.

Και τι είναι η τελετή θανάτου - αναγέννησης (σταύρωσης - ανάστασης);

Μια ακόμη συμβολική απώλεια ζωής μες την ζωή μας.

Ένας καινούργιος κόσμος έχει αρχίσει να στήνεται γύρω μας και περιέχει πράγματα ήδη ξεπερασμένα: υπερπληροφόρηση, υπερκατανάλωση, υπεραπόλαυση, υπερμαλακία εις την νιοστή.

Όλα μας φταίνε, όλα τα κοπρίζουμε, την ιστορία, την οικογένεια, τον πολιτισμό, την παράδοση, την ερωτική πράξη, την πατρίδα, την θρησκεία, την εκπαίδευση, τα ήθη, τα έργα, την γλώσσα.

Πώς αλλιώς θα μπερδευτούμε σαν τα τυφλά κουτάβια, καταναλώνοντας, απολαμβάνοντας, σφάζοντας και γαμώντας, εγκαινιάζοντας τον καινούργιο λόγο. Και ποιος πιστεύει ότι το άγιο φως έχει βγει κι απ' το τσακμάκι της γιαγιάς μου;

Εγώ πάντως το πιστεύω.

Δ.Α.

Οι λέξεις μου




Μου πες πως είν’ όλες οι λέξεις μου ιερές,
Σαν να τους έχω αποστάξει την ουσία
Πως θα θελες να πάρεις μερικές
Να τις φορέσεις στο λαιμό σου πανδαισία
Να τις κοιτάνε τα κορίτσια στα καφέ
Και να ρωτάνε μαγεμένα πού τις βρήκες.
Μου πες πως ερωτεύτηκες τις λέξεις μου
Πως σου φανήκανε καινούριες, άλλης γλώσσας
Κεντήματα κι αρώματα κι αυλές
Κεράσια και παιδιά που ξεφωνίζουν
Τόσο αλλιώτικες, μεστές και δυνατές
Που σε ταξίδια σε τραβούν και σε ορίζουν.
«Πες μου μόνο μια λέξη, μετά φύγε»
Με παρακάλεσες στο τέλος σκεφτικός
Κι εγώ δε βρήκα τίποτα να πω
Να περιγράψω τι είναι οι λέξεις μου για μένα
Κι έκρυψα μέσα σ ένα «σ ‘αγαπώ»
Όλο το θάνατο, τον έρωτα, το ψέμα.
Είναι αγχόνες, είναι σφαίρες και σπαθιά
Άμμος στα μάτια μου, κατάρες και φοβέρες
Είναι οι λέξεις μου ατέρμονη πυρά
Που με κερδίζει και με λιώνει κάθε μέρα
Πόρνες και άγιες και μάγισσες τρελές
Που θυσιάζουν την ζωή μου στον αέρα.
Είναι αγόρια που δεν έχουν πια τιμή
Είναι μωρά που τους στερήσανε τη μάνα
Είναι κορίτσια που κλαμένα εκλιπαρούν
Να βρούνε στην καρδιά μου καταφύγιο
Και από βάναυσους διώκτες να κρυφτούν
Λες κι έτσι θα γλιτώσουν το μαστίγιο.
Είναι οι λέξεις μου ένας θάνατος χορός,
Γλυκός κι επώδυνος σαν πρώτη ερώτων νύχτα
Με διαφεντεύουν και μου δίνουν διαταγές
Κι εγώ παλεύω να συνθέσω την παράσταση
Κι αν καταφέρω να τις βάλω στη σειρά
Ίσως στο τέλος μου χαρίσουν την ανάσταση.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, 10/4/2014

Φόβος: Θεώρηση 1517






 Δάσκαλε, το φόβο πώς να τον νικήσω;
-Καταρχάς παιδί μου, δεν τον πολεμάς!
Ότι πολεμάς, σε αυτό συγκεντρώνεσαι και τότε αυτό θεριεύει.
Ο φόβος, είναι αποτέλεσμα.
Κοιτάς λοιπόν να βρεις τις σπηλιές από τις οποίες προέρχεται, εκεί όπου γεννήθηκε.
Και σου λέω ότι, ο φόβος γεννιέται σε χρόνους που δεν τους ζεις, σε τόπους όπου ποτέ δεν έχεις πάει.
Μένει, ζει και μεγαλώνει μέσα στη φαντασία σου, αναπτύσσεται από το παρελθόν σου, και στοιχειώνει το μέλλον σου.
Αλλά ποτέ το παρόν σου!
Ποτέ σου δεν φοβάσαι αυτή τη στιγμή, για αυτή τη στιγμή!
Φοβάσαι για κάτι που είναι να συμβεί, για κάτι που στο μέλλον δεν θα μπορέσεις να ανταποκριθείς. Έστω και αν αυτό το μέλλον είναι μερικά δευτερόλεπτα αργότερα.
Μέλλον είναι! Και φοβάσαι γι αυτό, γιατί έτσι εκπαιδεύτηκες να φοβάσαι στο παρελθόν σου.
Έτσι, έχεις μια χρονική στιγμή που ζεις τώρα, στην οποία σύμφωνα με τις εικόνες και τα συναισθήματα του παρελθόντος, έμαθες να φοβάσαι την προσμονή του μέλλοντος!
Βρες μου ένα μωρό που να φοβάται!
Δεν έχει ακόμα εκπαιδευτεί ώστε να μετατρέπει την εικόνα και το συναίσθημα σε φόβο!
Σε αυτό να πατήσεις γερά!
Μπορείς να είσαι κύριος της στιγμής σου.
Και αυτή τη στιγμή σου, επειδή είναι δική σου, μπορείς να τη γεμίσεις με αγάπη για τον εαυτό σου. Επέλεξε την αυτοπεποίθηση, τον αυτοσεβασμό, την αυτοεκτίμηση και την αξιοπρέπεια που θα σε οδηγήσουν στην αγάπη σου, και το αυγό του εκκολαπτόμενου φόβου θα μείνει για πάντα αγέννητο στη σπηλιά.
Έτσι πόλεμος δεν υπάρχει!
Η επόμενη στιγμή, θα συμβεί.
Αλλά εσύ έχεις επιλέξει το πώς θα την αντιμετωπίσεις.


Γιώργος Χρηστάκης

Πλάνες και ψευδερωτήματα: Προσωπικά ή απρόσωπα






Η προσωπικότητα ενός όντος βρίσκεται στην πραγματικότητα στα μάτια αυτού που το κοιτάζει, παρά στο ίδιο το ον.
Έχει ξεσηκωθεί ολόκληρη διαμάχη σχετικά με το αν είναι κάποιος προσωπικό ή απρόσωπο ον, κάτι που όμως μοιάζει με ψευδερώτημα, μιας και καμιά απ’ τις δύο θέσεις δεν είναι ούτε σωστή, ούτε λανθασμένη.
Από μια άποψη είμαι προσωπικός, από μια άλλη δεν είμαι.
Το ίδιο συμβαίνει και μ’ ένα ανθρώπινο ον: ένα πλάσμα από άλλο πλανήτη μπορεί να το δει με τρόπο καθαρά απρόσωπο, σαν απλό σύνολο ατομικών σωματιδίων που συμπεριφέρονται σύμφωνα με αυστηρά προσδιορισμένους φυσικούς νόμους.
Αυτό το πλάσμα μπορεί να δοκιμάζει για την προσωπικότητα ενός ανθρώπου τα ίδια συναισθήματα που δοκιμάζει ο μέσος άνθρωπος για ένα μερμήγκι.
Ωστόσο ένα μερμήγκι έχει τόση ατομική προσωπικότητα όσο και ένα ανθρώπινο ον.
Σε γενικές γραμμές, όσο πιο πολύ γνωρίζουμε κάτι τόσο πιο προσωπικό γίνεται.
Κατακτούμε και αναγνωρίζουμε λοιπόν την ελευθερία βουλήσεως, που στην ουσία μας είχε δοθεί από πάντα, και προσδιορίζουμε όπως εμείς θέλουμε τα πράγματα.
Όλη αυτή η προηγούμενη αναφορά μοιάζει να είναι μια τερατώδης πλάνη, κι όλα αυτά μοιάζουν εντελώς ακατανόητα… Ναι αυτό θα έλεγε ένας ηθικολόγος… γιατί ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να εξετάσει τις θεμελιώδεις μεταφυσικές όψεις ενός τέτοιου ζητήματος.
Όλες οι κουβέντες για την καλοσύνη και το καθήκον είναι λίγο εκνευριστικές…. δεν είναι;
Δεν θα ήταν πολύ καλύτερα αν μελετούσαμε γιατί και πως ο Ουρανός και η Γη διατηρούν αυτή την αιώνια πορεία τους, ο ήλιος και η σελήνη το φως τους, πως τα’ αστέρια κρατούν αυτές τις πυκνά οργανωμένες σειρές τους, τα ζώα τα πουλιά, τα δέντρα και οι θάμνοι τις θέσεις τους.
Έτσι κι εσύ θα έπρεπε να οδηγείς τα βήματά σου σπρωγμένος από μια εσώτερη δύναμη, να ακολουθείς την πορεία που χαράζει ο δρόμος της Φύσης.
Έτσι πολύ σύντομα δεν θα χρειάζεται πια να κοπιάζεις, για να κηρύξεις την καλοσύνη και το καθήκον….
Γιατί να γίνονται όλα αυτά? Από καθήκον τελικά…….
Ή εξ αιτίας μιας απλής ζωτικής παρόρμησης……
Ο κύκνος δεν χρειάζεται να κάνει καθημερινά μπάνιο για να διατηρείται λευκός..

Douglas Hofstadter και Daniel Dennet

Επιμέλεια κειμένου: Γιώργος Χρηστάκης


Ετερότητες






Τι νόημα έχει άραγε να λέμε ότι η γυναίκα είναι το άλλο του άντρα, ο τρελός το άλλο του φυσιολογικού, ο άγριος το άλλο του πολιτισμένου?
Δεν θα καταλήγαμε έτσι να αναρωτιόμαστε συνεχώς πως κάθε τι είναι το άλλο κάποιου άλλου?
Η νύχτα είναι το άλλο της μέρας?
Γιατί λέμε πως το αρσενικό είναι το άλλο του θηλυκού?
Μήπως αυτά είναι μόνο αντιστρεπτά στοιχεία που διαδέχονται το ένα το άλλο μέσα σε μια ακατάπαυστη σαγήνη.
Έτσι το τάδε φύλλο δεν είναι ποτέ το άλλο του άλλου φύλλου, παρά μόνο μέσα σε μια διαφορετική θεωρία σεξουαλικότητας που κατά βάθος είναι μια ουτοπία.
Η διαφορά τελικά είναι μια ουτοπία, που στο όνειρό της ονειρεύεται να επανενώσει τους όρους που είχε χωρίσει σε προηγούμενο όνειρο….
Δηλαδή μιλάμε για διαφορά μέσα από μια οπτική που προσπαθεί να καταδείξει πως δεν υπάρχει διαφορά…
Σκεφθείτε το καλό και το κακό…είναι όνειρο να πάρεις το μέρος του ενός ή του άλλου, και μια ουτοπία εντελώς πιο απίθανη να θέλεις να τα συμφιλιώσεις.
Οι διαφορές είναι μια ρυθμισμένη ανταλλαγή.
Όμως υπάρχει κάτι που κάποιες φορές καθιστά αυτή την ανταλλαγή αδύνατη. Τι είναι αυτό που έχει να κάνει με την αδύνατη ανταλλαγή?
Παντού όπου η ανταλλαγή είναι αδύνατη, εκεί βρίσκεται ο τρόμος.
Οποιαδήποτε ετερότητα είναι λοιπόν το επίκεντρο ενός τρόμου.
Του τρόμου που ασκεί αυτή πάνω στο «φυσιολογικό» κόσμο με την ίδια της την ύπαρξη.
Του τρόμου που ασκεί πάνω σ’ αυτήν ο κόσμος εξουδετερώνοντάς την.
Η παιδική ηλικία, η τρέλα, ο θάνατος, οι άγριες κοινωνίες, όλα αυτά ενσωματώθηκαν, και απορροφήθηκαν μέσα σε μια καθολική συμφωνία.
Η τρέλα μόλις βγήκε από τη θέση του αποκλεισμού στην οποία βρισκόταν, πιάστηκε από τα λεπτά δίχτυα της ψυχολογίας.
Οι νεκροί μόλις αναγνωρίστηκε η ταυτότητά τους ως νεκρών, τους πάρκαραν στα νεκροταφεία και τους κράτησαν σε απόσταση, μέχρις ότου εξαφανισθεί εντελώς το πρόσωπο του θανάτου.
Στους Ινδιάνους αναγνώρισαν το δικαίωμα ύπαρξης, μόνο και μόνο για να τους παρκάρουν στους καταυλισμούς.
Αυτές και άλλες είναι οι περιπέτειες μιας λογικής  της διαφοράς.
Ο ρατσισμός δεν υπάρχει όσο ο Άλλος είναι Άλλος, όσο ο Ξένος παραμένει Ξένος.
Αρχίζει να υπάρχει όταν ο άλλος γίνεται διαφορετικός δηλαδή επικίνδυνα κοντινός.
Σε αυτό το σημείο αρχίζει η εγρήγορση για να τον κρατήσουμε σε απόσταση.
Όσο μεγαλώνει  και εξαπλώνεται η λατρεία των διαφορών τόσο από την άλλη μεριά μεγαλώνει ακόμη πιο γρήγορα και μια ασυνήθιστη, ανώμαλη, απρόσιτη τάση βίας και ρατσισμού.
Δεν γίνεται καλή χρήση της διαφοράς.
Αυτό αποκαλύπτει και αποδεικνύει όχι μόνο ο ρατσισμός που ζει και βασιλεύει, αλλά και όλες οι ανθρωπιστικές και αντιρατσιστικές απόπειρες προώθησης και προστασίας της διαφοράς .
Παντού ο παγκοσμιοποιημένος οικουμενικός ανθρωπισμός βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο.
Η διαφορά είναι μια αντιστρεπτή αυταπάτη.
Η κακή μας συνείδηση σε αυτό το σημείο  είναι απίστευτη.
Αυτό μαρτυρεί και το γνωστό σε όλους επεισόδιο με τους Γιατρούς χωρίς σύνορα.
Όταν έγινε γνωστό πως οι Αφγανοί προτιμούσαν να ξαναπουλούν κρυφά τα φάρμακα που τους μοίραζαν αντί να τα χρησιμοποιούν.
Τότε οι υπεύθυνοι έκαναν μα σπαραξικάρδια συνειδησιακή εξέταση.
Θα έπρεπε να σταματήσουν να μοιράζουν φάρμακα ή μήπως θα έπρεπε να ανεχτούν στο όνομα της «διαφοράς των κουλτουρών», αυτή την ανήθικη και απαράδεκτη αντίδραση?
Αφού σκέφτηκαν καλά, αποφάσισαν να θυσιάσουν τις δυτικές αξίες στο βωμό της διαφοράς, και να συνεχίζουν να τροφοδοτούν την μαύρη αγορά φαρμάκων.
 Ο ανθρωπισμός εξαναγκάζει και υποχρεώνει.
Αυτή τελικά είναι η παράλογη κατάσταση της αλτρουιστικής κατανόησής μας, που δεν έχει ταίρι παρά μόνο τη βαθιά περιφρόνηση που αποκρύπτει:
«Σεβόμαστε τη διαφορά σας», και υπονοεί: "σ’ εσας που είστε υπανάπτυκτοι , αυτό είναι το μόνο που σας μένει" .
Τίποτα πιο περιφρονητικό, τίποτα πιο περιφρονητέο.
Η πιο βαθιά μορφή της ακατανοησίας, που προέρχεται από την αιώνια βλακεία που επιμένει να προβάλλεται με αξιώσεις και να τρέφεται από τη διαφορά των άλλων.

Γιώργος Χρηστάκης
ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.