Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ράντα και Κρίσνα - Ένα παραμύθι από την Ινδία

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στις πεδιάδες του Ινδουστάν ένας νεαρός πρίγκιπας που κυβερνούσε μια φυλή αγελαδοτρόφων. Το όνομά του ήταν Κρί...

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Ωραία και παράξενα πράγματα που βρήκα στο νετ (4)



Κατ' αρχάς βρήκα αυτά τα σπιτάκια σε Μια σελίδα αφιερωμένη στα ιστορικά πέτρινα σπίτια της Αμερικής. Όποιος θέλει να απολαύσει περισσότερα ας πατήσει ΕΔΩ







Τέτοιες εκκλησίες χτίζουν στην Κεράλα της Ινδίας. Εμπνευσμένες από έργα του αρχιτέκτονα Le Corbusier








Postcolonial Epiphany by ‘Haubitz + Zoche’


Ολυμπιακά τηλέφωνα του 1985 



Ένα ανώδυνο σαφάρι 



Υψηλή τεχνολογία. Της Καλιφόρνιας το  Zephyr τούρμπο. Φωτογραφία του Willard Culver, 1947



Σκάλα στο Hua Shan, στην επαρχία Xi’an, Shaanxi Province της Κίνας. 
Όποιος ανέβει, δεν είναι σίγουρο ότι θα κατέβει. Σίγουρο είναι όμως ότι θα ξεπεράσει όλους τους φόβους του στη διαδρομή... με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.



Γη Κόκκινη, Γη Ελληνική
Μαγευτική περιοχή της Πρέβεζας (άκουσες Καρυωτάκη;) ανάμεσα στο Ρυζοβούνι και τον Άγιο Γεώργιο. Για περισσότερες πληροφορίες και εικόνες, ψάξτε το νετ 






Να και ο Αδόλφος με σορτσάκι



Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 8.5 (Ιωάννα)



«Ώστε... Ώστε, ο μπαμπάς του Παναγιώτη φταίει για όλα! Αυτός φταίει που η μάνα μου κύλησε στο βούρκο. Αυτός φταίει για τα χαμένα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας. Τα χρόνια που έζησα τόσο μοναχικά, τόσο λειψά, μεγαλώνοντας μακριά της…».

Παράτησε για λίγο την ανάγνωση, το οδυνηρό εκείνο ταξίδι. Άφησε το χειρόγραφο να γλιστρήσει απ’ τα δάχτυλα και ν’ αναπαυτεί στα πόδια της. Τώρα κάθεται λίγο σκυφτή, πολύ λυπημένη, με δάκρυα αβίαστα να χαράζουν πορείες ζωής στα μάγουλά της και να πέφτουν σα σιγαλή βροχή, ποτίζοντας τα ρούχα της και νοτίζοντας με υγρή φωτιά εκείνο το κείμενο που τόσο λαχταρούσε, μα που τώρα την πληγώνει ασύστολα. Κάθεται. Κάθεται κι αναθυμάται τα παλιά, με νοσταλγία πικρή, κακίζοντας τον εαυτό της για την ασυγχώρητη αθωότητά του, ρίχνοντας σ’ εκείνον μέρος της ευθύνης γι’ αυτά που συνέβησαν, κι ας μην ήταν παρά ένα μικρό παιδί τότε. Δεν ξέρει τι να πει, πώς να δικαιολογήσει τον εαυτό της.

Τώρα, αν και πέρασαν τόσα χρόνια, χαρούμενα και πονεμένα, κλείνει τα μάτια, κι οι αλλοτινές εικόνες ζωντανεύουν και πάλι στο μέσα της βλέμμα, γεμίζουν το είναι της απόγνωση. Ξαναπλάθει το όλο σκηνικό στο μυαλό της με χρώματα γκρίζα, της θλίψης. Όλα τα βλέπει. Όλα, όπως έγιναν, ακόμη κι αυτά στα οποία δε στάθηκε μάρτυρας. Ωστόσο, δεν αντέχει τη θέα της ανάμνησης, ανοίγει και πάλι τα μάτια, προσπαθεί να την ξορκίσει, αλλά πώς; Πώς να το κάνει αυτό;

Σηκώνεται σχεδόν διστακτικά απ’ τη φουσκωτή της πολυθρόνα, που μοιάζει να ξεφυσάει με ανακούφιση, τεντώνεται λίγο, αφήνει το χειρόγραφο στη θέση όπου εκείνη μια ανάσα μόλις πριν καθόταν, και βγαίνει στο μπαλκόνι. Έχει νυχτώσει πια για τα καλά, αλλά τ’ αστέρια σε τούτη την πόλη, που έγιν’ η πόλη της, ποτέ δε φαίνονται. Πού τέτοια τύχη!

Κοιτά τα απέναντι κτήρια: αναμμένες τηλεοράσεις, φωνές, φαγητό και μουσικές, το συνηθισμένο ήπιο βραδινό πανδαιμόνιο. «Η ζωή συνεχίζεται όπως πάντα», σκέφτεται με μια δόση πικρίας. Αλλά, συνεχίζεται όπως πάντα για τους άλλους. Όχι για την ίδια. Όχι πια! Εκείνο το απροσδόκητο γράμμα, εκείνο το γιομάτο αλήθειες που αγνοούσε κείμενο, ήρθαν για ν’ αλλάξουν τη ζωή της οριστικά – ίσως πολύ, ίσως λίγο, αλλά σίγουρα για να την αλλάξουν. Ήρθαν για να της ανοίξουν λίγο περισσότερο τα μάτια στην κακία του κόσμου.

«Δεν έβλεπα. Κοιτούσα, μα δεν έβλεπα!» Τα βάζει και πάλι με το φτωχούλη του θεού και της μοίρας, τον εαυτό της, μα το μετανιώνει αμέσως: «Πάψε, μην το κάνεις αυτό!»

Μπαίνει σχεδόν αθέλητα ξανά στο δωμάτιο, παίρνει στα χέρια της απαλά, με φοβισμένη αγάπη, τις σελίδες απ’ τη ζωή της μάνας της, και κάθεται στην πολυθρόνα, που μια ακόμη φορά σιγαλά αναστενάζει κάτω απ’ το βάρος της.

«Τι άλλα μυστικά μου κρύβεις;» μοιάζει να ρωτά το γραφτό χαμηλόφωνα. «Τι μυστικά και πόσο πόνο;»

Το νιώθει βαρύ στα χέρια της που τρέμουν, ασήκωτο, σαν και της Αγγελικής τη ζήση. Θέλει να το παρατήσει, να βγει για μια βόλτα στους θορυβώδεις νυχτερινούς δρόμους της πόλης, να ξαλαφρώσει, να ξεχαστεί, μα δεν μπορεί να τ’ αφήσει, όχι για πολύ, ούτε και για μία στιγμή ακόμη. Έτσι, το αποθέτει στα γόνατά της και το χαϊδεύει απαλά, σα μωρό λες. «Είναι η ιστορία της μάνας μου», ψιθυρίζει στον κανένα και το πουθενά. Ναι, αυτή είναι η ιστορία της και πρέπει να τη διαβάσει όλη, τώρα αμέσως. Πρέπει να τη διαβάσει, κι ας λυπηθεί, κι ας απογοητευτεί, κι ας πιότερο πονέσει. Τόσα χρόνια ποθούσε όσο τίποτα στον κόσμο να τη μάθει, για τόσα χρόνια -γιομάτα μυστικά και σιωπές- την εκλιπαρούσε να της την πει, την ιστορία που δεν ήξερε.

«Καημένη μάνα! Αν δε γνώριζα το σήμερα, θα έλεγα πως εσένα δε σου ήτανε γραφτό ποτέ να ευτυχήσεις. Πρώτα ο πατέρας μου που σε χτυπούσε και σε τυραγνούσε, ύστερα το τέρας που σε βίασε, μετά η ζωή που σου έλαχε... Πού βρήκες τη δύναμη να συνεχίσεις καλή μου; Πού τη βρήκες; Πώς άντεξες; Ω, δε θέλω να το σκέφτομαι. Μια αγία είσαι. Αγία σε αναμονή…».

Οι σκέψεις της ταξιδεύουν στη μορφή της και τη χαϊδεύουν με περίσσευμα αγάπης, βλέπουν τα φλογισμένα της μάτια κι αναθαρρούν.

«Όχι, δε σου πάει εσένα η λύπηση, μάνα. Καθόλου δε σου πάει!»

Παίρνει με σταθερά, ετούτη τη φορά, χέρια το κείμενο στα χέρια της κι αρχίζει με προσήλωση περισσή να το διαβάζει. Και το κουβάρι του χρόνου αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά της και πάλι, σα μια ιστορία παλιά...

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.
Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.   

Κρουασάν με κολοκύθι και τυριά



Κρουασάν με κολοκύθι ειλικρινά είναι απίθανο.

Θα χρειαστούμε:
Ένα πακέτο σφολιάτας με δύο φύλλα 
1 κολοκύθι μεγαλούτσικο, ζαμπόν 
Φέτες τυρί και τυρί Φιλαδέλφειας 

Αλείφουμε το φύλλο ολόκληρο με τυρί Φιλαδέλφεια, βάζουμε μια στρώση λωρίδες ψιλοκομμένα κολοκυθάκια ωμά, μια στρώση φέτες τυρί του τοστ, πάλι κολοκυθάκια, μια στρώση ζαμπόν, μια τυριά και τυλίγουμε προσεκτικά κλείνοντας τις άκρες σαν φραντζόλα. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο μέχρι να ροδίσει και έτοιμο.

Καλή σας επιτυχία

Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, Εισβολή, Ήττα- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

  

           ΔΕΝ ΕΧΩ ΘΕΛΗΣΗ

    Πρέπει να έχασε αρκετές ώρες, γιατί όταν άνοιξε ξανά τα μάτια του είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μέσα στη σκηνή του η λάμπα πετρελαίου ήταν αναμμένη και στο σκαμνί καθόταν ο Θάνατος. Όρθιο στηριγμένο στο πλάι του τραπεζιού ήταν το όπλο που τον είχε χτυπήσει το πρωί. Ο Ημιθάνατος σηκώθηκε αργά από το στρώμα και κοιτώντας ψυχρά τον Θάνατο μέσα στα μάτια άπλωσε το χέρι του και έπιασε το όπλο από την κάνη.
   «Αυτό ανήκει σε εμένα», είπε μόνο και του έδειξε με το βλέμμα του το άνοιγμα της σκηνής.
   Ο Θάνατος σηκώθηκε να φύγει, και την ώρα που περνούσε την είσοδο χαμογέλασε και είπε με  ειρωνεία.
   «Καλό σκυλάκι».
   Όταν ο Ημιθάνατος έψαξε κάτω από την μπλούζα του για το τραύμα, το μόνο που βρήκε ήταν μερικά μαύρα εύθρυπτα κρυσταλλάκια που μύριζαν καμένο μέταλλο. Τα τίναξε από το στήθος του και απ την μπλούζα και αναρωτήθηκε αν ήταν κάτι στο ύφασμα ή την κατασκευή του ρούχου που τον προφύλαξε.
   Ένα κενό και μια παγωνιά που απλωνόταν σταδιακά μέσα στα σπλάχνα του τον φόβισε, μα ήταν ο ίδιος αυτός ο φόβος του που τον διαβεβαίωσε πως δεν είχε μετατραπεί σε ρομποτάκι κανενός. Σκέφτηκε την Ονειροφάη για μία και μόνη φορά, και η καρδιά του χτύπησε άγρια στέλνοντας δυνατά το μήνυμά της. Είχε καταβάλει τεράστια προσπάθεια να μην τη σκέφτεται καθόλου όλες αυτές τις ημέρες. Υπήρχε τόση βρωμιά γύρω του που δεν ήθελε να συνδέσει ούτε καν την θύμησή της με αυτήν. Εξάλλου ήξερε πως αν την σκεφτόταν δεν θα μπορούσε να μείνει ούτε μια μέρα μακριά της. Για λίγα λεπτά μονάχα επέτρεψε στον εαυτό του το γλυκό βασανιστήριο και μετά την έβγαλε ξανά από το νου του και επανέλαβε ξανά και ξανά στον εαυτό του.
   «Δεν έχω θέληση».
   «Δεν έχω θέληση».
   «Δεν έχω θέληση».
   «Δεν έχω θέληση».
   Έπρεπε τώρα να παριστάνει πως ήταν κάτω από την πλήρη επιρροή της λευκής ακτινοβολίας. Έμενε πολλές ώρες ακίνητος καθισμένος στη σκηνή του  και κοιτούσε το κενό, ενώ το μυαλό του έτρεχε σε μεγάλη ταχύτητα το παρελθόν και το μέλλον. Σαν να έβλεπε την ιστορία των ανθρώπων της γης, εξακόσια χρόνια μέσα σε δύο λεπτά και πάλι από την αρχή. Κάθε φορά κάτι ήταν λίγο διαφορετικό. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα γινόταν κάτι άλλο. Αν δεν γινόταν το άλλο, τι θα γινόταν; Κόντεψε να τρελαθεί και να χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα. Άραγε μήπως τελικά αυτό έκανε το λευκό φως, αναρωτήθηκε αρκετές φορές. Αν δεν είχε διαφθαρεί από την ακτίνα τότε τι του συνέβαινε; Και γιατί να είχε γλιτώσει αυτός αντίθετα με όλους τους άλλους; Είχε άραγε κάποιου είδους ανοσία; Οι σκέψεις κόντεψαν να τον εκμηδενίσουν. Έπρεπε να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να φύγει, χωρίς να προσελκύσει  ολόκληρο στρατό στο κατόπι του. Μια απίστευτη κόπωση και οκνηρία όμως τον έκαναν να μένει άπραγος. Σαν να είχε μόνος του καθυποβάλει τον εαυτό του. Άρχισε τελικά να αμφιβάλει αν ήταν όντως ελεύθερος. Οι ημέρες κυλούσαν με μια αρρωστημένη ρουτίνα που ένιωθε να του ρουφάει τις όμορφες αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής του. Το μόνο συναίσθημα που μπορούσε πια να νιώσει ήταν η αηδία. Σηκωνόταν όταν τον καλούσαν να σηκωθεί, έτρωγε όταν του έδιναν να φάει, κοιμόταν όταν του έλεγαν να κοιμηθεί.
   Σιχάθηκε αυτή την πειθαρχία του στρατού, το πρωινό ξύπνημα  στο κάλεσμα του εγερτήριου, το να είναι συνεχώς σε επιφυλακή, το να τρώει μαζί με όλους τους άλλους σε καθορισμένες ώρες, να είναι υποχρεωμένος να πλένεται μπροστά σε άλλους και να κοιμάται με τα ρούχα για να είναι ανά πάσα στιγμή ετοιμοπόλεμος. Σιχαινόταν τη βρωμιά, τα δημόσια ουρητήρια, τα άπλυτα πιάτα και ποτήρια, τα λεκιασμένα στρώματα, τις φάτσες των άλλων να του χαμογελάνε, τις διαταγές, τις αγγαρείες, τις σκοπιές.
    Πρέπει να είχαν περάσει δύο κύκλοι από την ημέρα που είχε πάρει το όπλο, μέσα καλοκαιριού πια, όταν μια αφύσικη ησυχία στο στρατόπεδο τον έβγαλε από μια αποχαυνωτική απραξία. Σηκώθηκε και βγήκε έξω, και είδε πως όλοι οι στρατιώτες  μαζεύονταν έξω από το σπίτι του πατέρα του, σε απόλυτη τάξη, και περίμεναν τον Θάνατο να τους μιλήσει. Ως αντιπρόσωπος των Εωσφόρων στη Γη, ο Θάνατος ανήγγειλε πως μέσα στις επόμενες ημέρες έπρεπε να ετοιμάσουν για τους θεούς τους πενήντα ακόμη ξενιστές.
    Η  τελευταία επίθεση στην Πανεπιστημιούπολη δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς πολλά από τα υποψήφια θύματα είχαν καταφέρει τελικά να ξεφύγουν και αρκετοί από όσους πιάστηκαν δεν ήταν σε κατάσταση να χρησιμοποιηθούν. Φαίνεται πως η υπερβολική έκθεση των ανθρώπων στο λευκό φως, τους στερούσε ακόμη και τα αντανακλαστικά  και το ένστικτο επιβίωσης, αφήνοντάς τους τελικά σε κώμα. Κάποιοι από αυτούς ήταν καταδικασμένοι να πεθάνουν. Κάποιοι άλλοι συνέρχονταν αλλά είχαν ολική αμνησία. Είχε συναντήσει κάποιους από αυτούς ο Ημιθάνατος, με βλέμμα εντελώς κενό και παράξενη συμπεριφορά. Μπορούσες κάποιες φορές να τους δεις σταματημένους με το πρόσωπο σε έναν τοίχο, να στέκονται ακίνητοι για ώρες. Μπορούσες να τους δεις να αμελούν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες, όπως την τροφή και την υγιεινή. Ήταν κόλαση.
   Ο νέος τους στόχος θα ήταν Η Κάμινος, ένα εργοστάσιο οικιακών σκευών στα περίχωρα της βιομηχανικής πόλης κοντά στο λιμάνι. Είχε πάνω από εκατό εργάτες και ήταν αρκετά απομακρυσμένο από το κέντρο. Όλοι του οι εργάτες ήταν νέοι και δυνατοί άνθρωποι, και οι οχτώ στους δέκα ήταν άντρες. Ακριβώς ότι ζητούσαν οι θεοί. Εύκολη δουλειά. Θα έμπαιναν μέσα, θα τους μάζευαν με την απειλή των όπλων και θα τους διαφώτιζαν για τα καλά.
   Καθώς γυρνούσε στη σκηνή του, ο Ημιθάνατος σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα έστελνε προειδοποίηση στους αντάρτες για το επερχόμενο χτύπημα. Δεν ήταν συντονισμένος με την Ονειροφάη, δεν τολμούσε να την σκεφτεί καν, για να προσπαθήσει να της στείλει μήνυμα. Ούτε είχε μαζί του το καθρεφτάκι από την κιβωτό, να χαθεί στις αντανακλάσεις του και να επιχειρήσει μια ονειροβασία. Η θέλησή του τον είχε εγκαταλείψει. Ένιωθε μόνος και αδύναμος. Αποκομμένος από την προηγούμενη ζωή του και από τους ανθρώπους που νοιάζονταν γι αυτόν. Σαν να είχε χαθεί το παρελθόν του μέσα σε ένα ψυχρό λευκό φως που λίγο λίγο θα τον πότιζε με απάθεια και θα τον έκανε κι αυτόν υποχείριο. Φοβήθηκε πως είχε χάσει το παιχνίδι, μα τότε άξαφνα θυμήθηκε τα λόγια του Έρωτα.
   »Αν δεν μπορείς εσύ, δεν μπορεί κανείς«.
   Τον ανακούφισε η σκέψη, και σαν πανηγυριώτισσα σηκώθηκε να σύρει το χορό κι άρπαξε από το χέρι κι άλλες ενθαρρυντικές σκέψεις. Θυμήθηκε τα χείλη της Ονειροφάης στα μάγουλά του. Θυμήθηκε το άρωμα του γυμνού κορμιού της. Τα λουλούδια άνθιζαν ακόμη εκεί έξω. Οι άνθρωποι αγκαλιάζονταν . Οι ερωτευμένοι μεθούσαν. Λύθηκαν τα δεσμά που τον κρατούσαν.
    Σκέφτηκε τον Δάτορα που έκρυβε το μενταγιόν στο λαιμό του.  Μπορούσε να κάνει την Ονειροφάη να έρθει κοντά του, αν κατανάλωνε τους καρπούς που ήταν  κρυμμένοι στο μενταγιόν που του είχε περάσει στο λαιμό πριν φύγει.
    «Θα έρθεις να με σώσεις, αγάπη μου, ή θα με αφήσεις να εξοντώσω τον εαυτό μου;», μουρμούρισε προφητικά λες, ξαπλωμένος στο στρώμα του.
   Είχε καταπιεί τέσσερις αποξηραμένους καρπούς, και άρχιζε να ζαλίζεται. Από έξω ακούγονταν ελάχιστοι θόρυβοι, από μερικούς ξεχασμένους μεθύστακες και κάποιους κολασμένους ξενύχτηδες.
   «Δεν έχω θέληση χώρια από σένα... Μη με αφήσεις...»
  


                     ΕΙΣΒΟΛΗ

    Ξύπνησε με το ζόρι μετά από λίγες ώρες, καθώς ένας ασπροντυμένος τον ταρακούναγε με βία και του φώναζε να σηκωθεί αμέσως. Ήταν ακόμη υπό την επήρεια του δάτορα και έμοιαζε υπνωτισμένος. Δεν θυμόταν τίποτα από τις ώρες που κοιμόταν, κι ούτε που ήξερε αν είχε καταφέρει να ειδοποιήσει την Ονειροφάη για την επίθεση στο εργοστάσιο.  Έβαλε την μπλούζα του και τις μπότες του, πέρασε το όπλο στην πλάτη του, πήρε ένα παγούρι με νερό και βγήκε τροχάδην από τη σκηνή.
    Ανακάλυψε πως η θέση του στο απόσπασμα εισβολής ήταν στην πρώτη γραμμή, σαν να ήθελε ακόμα ο Θάνατος να τον δοκιμάζει. Ξεκίνησαν την πορεία για την πόλη χαράματα, και εκτός από τον Ημιθάνατο και τον ξεδοντιάρη  φρουρό που τον είχε ξυπνήσει δεν φαινόταν να υπάρχει  άλλος άνθρωπος ανάμεσα στους σαράντα στρατιώτες. Όλοι οι άλλοι ήταν ελεγχόμενα ρομπότ με ανθρώπινη μορφή. Ωστόσο, οι περισσότεροι δεν είχαν μαζί τους παρά μόνο συμβατικά όπλα. Βαλλίστρες και μακριά μαχαίρια, καθώς και ραβδιά ακινητοποίησης. Σε όλη τη διμοιρία μόνο άλλα τέσσερα σόχω βρίσκονταν στα χέρια κάποιων επίλεκτων. Δεν υπήρχαν αρκετά όπλα για όλους και φαίνεται πως θεωρούσαν την αποστολή υπόθεση ρουτίνας. Κάθε όπλο εξάλλου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο από τον χειριστή του. Έτσι εξασφάλιζαν πως τα όπλα δεν θα έπεφταν σε λάθος χέρια.
   Αναρωτήθηκε αν η κατάσταση των στρατιωτών ήταν αναστρέψιμη, όπως της Αρμονίας και των άλλων δύο φυγάδων.
Άραγε υπήρχε ακόμη μνήμη μέσα στα κορμιά τους ή είχαν χαθεί για πάντα; Αν κατάφερνε να ξεφύγει, θα έπρεπε να πάρει κάποιον από τους στρατιώτες αιχμάλωτο ή θα έπρεπε να στρέψει το όπλο σε κάποιον αθώο για να το διαπιστώσουν; Ο Ημιθάνατος έμοιαζε με τους άλλους στρατιώτες, βημάτιζε σαν τους άλλους, μα σίγουρα μέσα στο μυαλό του δεν είχε καμία κοινή σκέψη με τους άλλους.

   Μετά από οκτώ ώρες πορεία, η διμοιρία σταμάτησε για συσσίτιο και ξεκούραση. Το φαγητό τους ήταν ένα ξερό κομμάτι ψωμί και μια λουρίδα παστό κρέας, σκληρό σαν τα λουριά των όπλων. Ήπιε νερό και με το σώχο 2 αγκαλιά έκλεισε τα μάτια του κάτω από τη σκιά μιας γέρικης ελιάς. Η επήρεια του Δάτορα δεν είχε περάσει ακόμη, και μισοκοιμισμένος ένιωσε πως πετούσε σε χαμηλό ύψος πάνω από λιβάδια με πράσινο χορτάρι. Παλιά ερειπωμένα σπίτια, μισογκρεμισμένα τοιχάκια, ένας κήπος γεμάτος με μηχανές...
   Άνοιξε απότομα τα μάτια του, και βρήκε έναν στρατιώτη με άδειο βλέμμα γερμένο από πάνω του. Χωρίς να μιλήσει σηκώθηκε και πήρε πάλι τη θέση του στη διμοιρία. Περπάτησαν αρκετές ώρες ακόμη μέχρι το σούρουπο, αποφεύγοντας τους δρόμους και τα αγροκτήματα όπου μπορούσε κάποιος να τους δει.
    Μόλις έδυσε και το ροζ άστρο, σταμάτησαν για βράδυ. Ήταν πολύ κοντά πια στην πόλη, ούτε μια ώρα με αργό βηματισμό, και ο Ημιθάνατος υποψιάστηκε πως θα επιτίθονταν αμέσως μετά το άνοιγμα του εργοστασίου, γύρω στις εφτά το πρωί. Θα έπρεπε να ξυπνήσουν πάλι χαράματα για να ετοιμαστούν και να φτάσουν στο στόχο τους, αλλά τους έμεναν αρκετές ώρες ακόμη για ύπνο. Του έδωσαν ένα σκληρό και στυφό αγίνωτο μήλο και μερικά σπασμένα μπισκότα και τα κατάπιε με το ζόρι, μόνο και μόνο για να μην πέσει κάτω από την πείνα. Δεν το συνειδητοποιούσε αλλά η εμφάνισή του, μέσα στο λίγο διάστημα που βρισκόταν στο στρατόπεδο, είχε αλλάξει δραματικά.
   Κοιμήθηκε χωρίς όνειρα και ξύπνησε από τους πρώτους. Ακόμα και κοιμισμένοι οι στρατιώτες έδειχναν διαφορετικοί, σαν να ήταν νεκροί, σαν μηχανές εκτός λειτουργίας. Παρατήρησε πως σχεδόν όλοι ξύπνησαν ταυτόχρονα, σαν να είχαν μέσα στο μυαλό τους ένα χρονόμετρο που τους ειδοποιούσε. Σηκώθηκαν όλοι και γύρω στις έξη ξεκίνησαν για το τελευταίο μέρος της διαδρομής.
    Ήταν ακόμη νωρίς για τους ανθρώπους της πόλης, και όσοι δεν είχαν ξεκινήσει για τις ασχολίες τους ήταν ακόμη στα κρεβάτια τους. Πέρασαν αρκετά σπίτια χωρίς να τους καταλάβουν, αν και ο Ημιθάνατος έκανε όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσε. Τελικά έφτασαν στο εργοστάσιο ακριβώς την ώρα που σήμαινε την έναρξη των εργασιών. Όλοι οι εργάτες ήταν στις θέσεις τους. Τα καμίνια είχαν ανάψει. Τα καλούπια περίμεναν, οι διάδρομοι μεταφοράς μπήκαν μπροστά, οι ελεγκτές στήθηκαν στα πόστα τους και οι μεταλλοτεχνίτες  έπιασαν στα χέρια τα εργαλεία τους.
    Την ώρα που έκαναν έφοδο μέσα στο εργοστάσιο, ο Ημιθάνατος κατάλαβε πως τους περίμεναν. Δεν ήταν εργάτες αυτοί που κάθονταν στη σειρά μπροστά στις ράμπες. Ούτε και ήταν εργαλεία μεταλλοτεχνίας αυτά που κρατούσαν στα χέρια τους. Αναγνώρισε τον Συνθέτη ανάμεσά τους, κι αναρωτήθηκε αστραπιαία αν ήταν εκεί και οι αντάρτες απ τις σπηλιές.
   Τίποτα δεν έγινε όπως το είχαν σχεδιάσει οι εισβολείς. Η απειλή των όπλων τους δεν τρομοκράτησε κανέναν, όπως περίμεναν. Οι επαναστάτες τους περικύκλωσαν αστραπιαία και τους σημάδεψαν με χειροβαλλίστρες. Θα χυνόταν αίμα εκείνη την ημέρα. Χωρίς να σηκώσει ποτέ το όπλο του, ο Ημιθάνατος βγήκε μπροστά και φώναξε.
   «Κανένας νεκρός!»
   Μια συστοιχία από μικρά ασημένια βέλη έφυγαν αντανακλαστικά από τα όπλα των επαναστατών, δέσμες λευκού φωτός άναψαν στις κάνες των ασπροντυμένων. Η συμπλοκή κράτησε μόλις λίγα λεπτά. Εισβολείς και επαναστάτες πιάστηκαν στα χέρια, σε μια μάχη σώμα με σώμα. Παρόλο που δεν είχαν τόσο εξελιγμένα όπλα, οι αντάρτες ήταν υπερδιπλάσιοι των στρατιωτών και με ελάχιστες απώλειες τους ακινητοποίησαν γρήγορα.
    Μέσα στο πλήθος και το πανδαιμόνιο ο Ημιθάνατος δεν μπήκε καν στον κόπο να διακηρύξει την ταυτότητά του. Είχε τραβήξει αρκετά από τα πυρά πάνω του και από τις δύο πλευρές, και μια γαλήνια ευδαιμονία τον αγκάλιασε και τον μέθυσε μέχρι αφανισμού. Με ένα παράξενο μικρό χαμόγελο στα χείλη, άφησε αδιαμαρτύρητα τους αντάρτες να του δέσουν τα μάτια και τα χέρια και ελεύθερη πια άφησε και τη σκέψη του να πετάξει στην Ονειροφάη.
   Φτερούγησε η σκέψη σαν πουλί, πέταξε πάνω από δρόμους και στενά, πάνω από σπίτια και αυλές, μα πληγωμένη φτεροκόπησε, έχασε την πορεία της και έπεσε. Έγινε φίδι, σύρθηκε στο χώμα, άφηνε μια κυματιστή μαύρη γραμμή στο διάβα της, ανέβηκε ως τα μισά του βουνού, κουράστηκε κι απόμεινε ακίνητη. Μαύρο στοιχειό σηκώθηκε και έγινε ένα με τον αέρα, φύσηξε, βούιξε, πέρασε πάνω από το δάσος κι έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς, όμως ανήμπορη πια διαλύθηκε. Μια σπίθα αόρατη απόμεινε, εκσφενδονίστηκε και εισέβαλε με βία μέσα στην αγκαλιά της Ονειροφάης. Ένιωσε έναν οξύ πόνο σαν κάψιμο στην καρδιά εκείνη και πετάχτηκε έντρομη από τον ύπνο της. Πάνω στο στήθος της, κόκκινο σαν αίμα ένα σημαδάκι, άπλωνε κι  έπαιρνε αργά τη μορφή ενός μικρού μπουμπουκιού.


 
                   

                      ΗΤΤΑ

   Μέσα στο παραλήρημά του, ο Ημιθάνατος μουρμούριζε λέξεις ακατάληπτες.
   «Δεν έχω χρόνο... δεν είμαι μόνος...» 
   «Τόσο κοντά, τόσο μακριά...»
   «Δε με ξέρετε... κανείς δε με ξέρει».
   Έτρεμε, ήταν κάθιδρος μα παγωμένος, στο όριο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Τα μάτια του ήταν δεμένα με μαύρο μαντήλι, μα ήταν άσκοπο. Ούτως ή άλλως δεν έβλεπε τίποτα από την πραγματικότητα γύρω του. Ήταν φυλακισμένος σε ένα πεδίο φτιαγμένο από φως, και γιγάντια εκτυφλωτικά όντα τον βασάνιζαν.
   «Είσαι θνητός, σύντομα θα πεθάνεις», τρύπωναν οι φωνές τους μες στα αυτιά του.
   «Σε εγκατέλειψαν μόνο σου».
   «Πού είναι τώρα αυτοί που λέγαν πως σ αγαπούν; Γιατί δεν είναι κοντά σου;»
   «Εμείς ξέρουμε ποιος είσαι. Δεν ανήκεις σ αυτούς», έρχονταν κι έφευγαν σαν κύματα οι βασανιστικές φωνές τους, και κάθε φορά χτυπούσαν τα τείχη του νου του με μεγαλύτερη θηριωδία.
   Κατάλαβε πως ήταν άσκοπο να παλεύει εναντίον τους, σε λίγο θα τον νικούσαν και θα τον εκμηδένιζαν. Διαισθάνθηκε πως την είχε ξαναδώσει αυτή τη μάχη, και κάτι είχε χάσει. Έπρεπε κάτι να θυμηθεί, κάποιο μυστικό, κάτι που θα τον οδηγούσε ασφαλή πίσω στη γη του και στο κορμί του. Και στην αγκαλιά της Ονειροφάης.
   Εκείνη τη στιγμή, άκουσε τη δική της φωνή μέσα στο μυαλό του, να του λέει κάτι ακατανόητο.
   «Μην παλεύεις πια. Δέξου την Ήττα. Πρέπει να ξέρεις να χάσεις για να κερδίσεις».
   Φοβήθηκε πως ήταν ένα κόλπο των βασανιστών του για να κάμψουν την αντίστασή του. Μια ακόμη φωνή όμως ήρθε να προστεθεί σ αυτήν της Ονειροφάης. Ήτανε η φωνή του Έρωτα.
   
   «Μην προσπαθείς μόνος σου. Δείξε της εμπιστοσύνη. Χωρίς αυτήν δε θα καταφέρεις τίποτα».
   Μέσα στο υγρό και καυτό υπόγειο που κρατούσαν αιχμάλωτους τους στρατιώτες, ένας αντάρτης που τους φρουρούσε άκουσε το παραμιλητό του Ημιθάνατου και παραξενεύτηκε. Όλοι οι άλλοι έμεναν εντελώς απαθείς, ακόμη και όσοι ήταν πληγωμένοι. Πλησίασε και είδε την έκφραση πόνου και αγωνίας στο νεκρικά χλωμό του πρόσωπο, και μια αμφιβολία τον ανατρίχιασε. Δεν έμοιαζε για στρατιώτης του Θανάτου αυτός ο παράξενος πολεμιστής.
    Με τον κίνδυνο να έχει πέσει θύμα απάτης, ρίσκαρε να αφήσει τους αιχμαλώτους αφύλαχτους και πήγε να ενημερώσει τον αρχηγό του τάγματος, τον Συνθέτη, πως κάποιος από τους κρατούμενους φερόταν περίεργα. Ο Συνθέτης κατέβηκε στο υπόγειο, είδε τον Ημιθάνατο και έστω και αργά, από μια ιδιότροπη διαίσθηση της καλλιτεχνικής του φύσης, αναγνώρισε τον σύντροφό του πίσω από την παραμορφωμένη τρομακτική μορφή. Μόνο για μια στιγμή πέρασε απ τη σκέψη του η πιθανότητα να είχε πράγματι πάει με το μέρος του Θανάτου, μα αμέσως το μετάνιωσε. Ζήτησε να τον ανεβάσουν επάνω, σε ένα πιο δροσερό και στεγνό μέρος και φώναξε τον γιατρό τους να τον κοιτάξει.
    Ο γιατρός, ο Διοράτης, ήταν ένας πιτσιρικάς τελειόφοιτος φοιτητής ιατρικής, που είχε καταφέρει να γλιτώσει από την επιδρομή στην Πανεπιστημιούπολη. Παρόλο που δεν είχε πάρει μέρος στη μάχη, είχε προθυμοποιηθεί να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες στους Επαναστάτες. Είχε δει αρκετούς τραυματίες μέσα στη μια ώρα που βρισκόταν στο εργοστάσιο. Γούρλωσε τα μάτια όταν γονάτισε πάνω από τον γίγαντα και έκοψε με ένα κοπίδι την λευκή του μπλούζα. Παρόλο που δεν φαινόταν ούτε σχίσημο ούτε αίμα πάνω στο ύφασμα, το κορμί από κάτω ήταν γεμάτο πληγές. Μαύρες σαν καψίματα μερικές και σημαδεμένες  με πηχτό  κοκκινόμαυρο αίμα άλλες. Δυο μικρά μεταλλικά βέλη εξείχαν ακόμα μέσα από το κορμί του. Χωρίς την μπλούζα που έμοιαζε να απορροφάει το αίμα, τα τραύματα φάνηκαν πια να αιμορραγούν, σαν μικρές πηγές που ανάβλυζαν το λιγοστό πια απόθεμα της ζωής του. Ήταν πια τώρα ασάλευτος και παγωμένος, κι ο σφυγμός του σχεδόν ανύπαρκτος. Ο Διοράτης  έβαλε ένα καθρεφτάκι μπροστά στα χείλη του να δει αν ανέπνεε ακόμα, κι ίσα που φάνηκε να νότισε το γυαλί. Έσκυψε το κεφάλι με παραίτηση.
   «Δεν προλαβαίνω να κάνω και πολλά... Πόση ώρα τον έχετε αφήσει αιμόφυρτο;»
   «Από την ώρα της επίθεσης φαντάζομαι. Σχεδόν τρεις ώρες».
   «Χέσε με!», φώναξε σαστισμένος ο νεαρός.
   «Αν ήταν έτσι θα ήταν ήδη νεκρός. Δεν ξέρω να αντέχει άνθρωπος σε τέτοια τραύματα για τόση ώρα. Αν δεν είχε πεθάνει ακαριαία, θα είχε σταματήσει η καρδιά του από την απώλεια αίματος μέσα σε δεκαπέντε, το πολύ είκοσι λεπτά».
   «Σκάσε λοιπόν, και κάνε ότι ξέρεις να κάνεις», τον διέταξε ο Συνθέτης.
   «Και μην τον υποτιμάς. Δεν είναι  τυχαίος».
 

   Ο Ημιθάνατος  έψαχνε να βρει τον τρόπο να ηττηθεί, όταν επιτέλους, έχοντας πια εξαντλήσει την αντοχή του,  κατάλαβε. Πρέπει να πέσεις για να σηκωθείς, του έλεγε η Αντίσταση όταν ήταν μικρό παιδί. Έπρεπε να πεθάνει για να αναστηθεί. Μόνο νεκρός θα ξέφευγε  από τους βασανιστές του.    
   «Δες πως έχεις καταντήσει!»
   «Είσαι ένα τίποτα».
   «Κανείς δε νοιάζεται για σένα».
   «Αυτή που αγαπάς είναι δική μας, θα την κάνουμε να σε προδώσει».
   «Εμείς θα σου πούμε ποιος είναι ο πατέρας σου».
   Μάζεψε τα τελευταία ψήγματα δύναμης που του είχαν μείνει και αντί να υψώσει τα μαύρα τείχη της ασπίδας του που τον προστάτευαν, τα έκανε θρύψαλα με μιας. Η λύσσα της επίθεσης έπεσε στο κενό. Τινάχτηκε ίδια πυροτέχνημα η σκέψη του Ημιθάνατου, σαν αστερόσκονη  στον αέρα. Όλη η ενέργεια στράφηκε πίσω σε αυτούς από όπου είχε εκπορευτεί. Αλληλοχτυπήθηκαν μη βρίσκοντας κανέναν άλλο στόχο. Η φυλακή χάθηκε. Ήταν πάλι πίσω στο κορμί του. Οι χτύποι της καρδιάς του έσβηναν. Ένοιωσε σαν να αποκοιμιόταν.
   «Τελείωσε», άκουσε μια μακρινή φωνή να λέει, μα δεν ξύπνησε.
   Και τότε κάτι τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Μισάνοιξαν απρόθυμα τα μάτια πίσω από τα μάτια του.
   «Που νομίζεις ότι πας, δειλέ;», τον τράβηξε με απίστευτη δύναμη κι έστησε  την ψυχή του όρθια απέναντί της η Ονειροφάη.
   Το πρόσωπό της, στο ίδιο ύψος ακριβώς με το δικό του, ήταν παραμορφωμένο από οργή. Δυο τεράστιες ιριδίζουσες φτερούγες την κρατούσαν μισό μέτρο πάνω από το έδαφος.
   Το κορμί της φλεγόταν, έμοιαζε  πραγματικά με τους βασανιστές του.
   «Καλά μου το λέγαν πως είσαι καμένο χαρτί», του είπε χλευαστικά και τον έφτυσε.
   Άρχισε να τον χαστουκίζει και να χτυπάει τις γροθιές της στο στήθος του.
   Ο γιατρός είχε σηκωθεί ιδρωμένος πάνω από το άψυχο καταματωμένο κορμί του γίγαντα.
   «Έκανα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να τον κρατήσω ζωντανό. Δεν μπορώ να κάνω θαύματα», απολογήθηκε στον Συνθέτη ξεροκαταπίνοντας.
    Είχε παλέψει σχεδόν μια ώρα για να βγάλει τα ατσάλινα βέλη από το αιμόφυρτο σώμα, να σταματήσει την αιμορραγία και να δέσει επιμελώς τις βαθιές πληγές. Ήτανε όμως αργά πια.
    «Παρέδωσε το πνεύμα...», μουρμούρισε, και από μέσα του σκέφτηκε, »χαμένος ο κόπος μου«.
    Προσπέρασε τον Συνθέτη και έκανε ένα βήμα να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Ο Συνθέτης, αμίλητος, τον άρπαξε απότομα από το μπράτσο και τον ανάγκασε να στρέψει πάλι το βλέμμα του στον Ημιθάνατο. Το μέχρι πριν λίγο ακίνητο κορμί τιναζόταν και σφάδαζε στο πάτωμα.
    Ταράχτηκε ο Διοράτης και έτρεξε κι έσκυψε πάλι από πάνω του. Μια γκριμάτσα αγωνίας  και μια βεβιασμένη επώδυνη ανάσα σαν γρύλισμα, επιβεβαίωσαν το θαύμα. Ο Ημιθάνατος είχε γυρίσει πάλι ανάμεσα στους ζωντανούς.
   «Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!», αναφώνησε μην πιστεύοντας τα μάτια του ο νεαρός γιατρός.
   «Να που γίνονται, φίλε μου. Να που γίνονται!», είπε με χαμόγελο ανακούφισης ο Συνθέτης και χτύπησε επιδοκιμαστικά το χέρι του στον ώμο του.



Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου 
ο πίνακας είναι η "Ελπίδα", του Πίτερ Μπρέγκελ του Πρεσβύτερου

Υ.Γ. Αφιερωμένο στα δυο παιδιά μας που αποφυλακίστηκαν σήμερα.  Τα καταφέρατε να βγείτε από την κόλαση, καλώς ήρθατε στην κόλαση. Σας αγαπάμε.

Ο Τορπιλισμός της ΕΛΛΗΣ



Το Δεκαπενταύγουστο του '40, έγινε ο τορπιλλισμός της «Έλλης» στο λιμάνι της Τήνου. Το καταδρομικό πλοίο είχε καταπλεύσει εκεί για τη μεγάλη θρησκευτική γιορτή της Παναγίας. Είχε αγκυροβολήσει έξω από το μόλο. Ήταν 8.30 το πρωί. Οι άνδρες του πληρώματος είχαν φορέσει τις φρεσκοσιδερωμένες τους στολές και ετοιμάζονταν να βγουν για να λάβουν μέρος στο τιμητικό άγημα που θα συνόδευε την περιφορά της ιερής εικόνας της Μεγαλόχαρης. Τότε ήταν που έγινε το κακό, όταν τρεις τορπίλλες από ύπουλο υποβρύχιο εξαπολύθηκαν εναντίον της «Έλλης». Η μία χτύπησε το πλοίο στη μέση, οι άλλες δύο αστόχησαν. Από το πλήρωμα σκοτώθηκε ο μηχανικός Παπανικολάου και τραυματίστηκαν 29 άνδρες. Μετά το συμβάν, δύτες ερεύνησαν τον βυθό και ανέσυραν θραύσματα από τη δολοφονική τορπίλλη. Τα πειστήρια ήσαν ακαταμάχητα: «DOLFINO» ήταν γραμμένο φαρδιά-πλατιά πάνω στο κομμάτι της τορπίλης. Αυτό ήταν το όνομα του εχθρικού υποβρυχίου. Το τότε καθεστώς έκρυψε το γεγονός για να μην κινδυνέψη η ουδετερότητα της Ελλάδας. Ο τορπιλισμός της «Έλλης», ήταν ενέργεια εντελώς ξένη για τις ναυτικές συνήθειες, να χτυπηθεί δηλαδή πλοίο που ελάμβανε μέρος σε θρησκευτική γιορτή, και μάλιστα σε καιρό ειρήνης.

Δημήτρης Μπούκουρας



                                          Άναμνηστικό γραμματόσημο της σειράς "Νίκη"

Ωραία και παράξενα πράγματα που βρήκα στο νετ (3)



Να τι βρήκαν οι Ολλανδοί στις κοίτες του ποταμού Άμστελ όταν έκαναν ανασκαφές για έργα υποδομής. Αντικείμενα παλαιότερα από τις πόλεις Ντάμρακ και Ρόκιν.






Βικτωριανοί  καρδιοκατακτητές 












Ο Νταλί ζωγραφίζει έναν ρινόκερο




Χαρούμενοι μασόνοι (βλέπε The Shriners)



Αυτό το νεκροταφείο στο Τουρκμενιστάν (ως εκεί πήγανε οι Βίκινγκς;;;)



Πινακάκι με τα αγαπημένα υλικά μιας καθωσπρεπούς νοικοκυράς του '60



Αεροδρόμιο πριν την ανακάλυψη των υπολογιστών



Hubot o Ρόμποτ




Κρεβάτι υψηλής τεχνολογίας του 1959

Ο Βρυκόλακας του Μποντλέρ



Εσύ, που οδυνηρά σαν μαχαιριά,
Εισέβαλες στη λυπημένη μου καρδιά.
Εσύ, που ήρθες με μια δυνατή αγέλη
Δαιμόνων, όλο φλόγα, λατρεμένη.
Να καταλάβεις και να στήσεις σπιτικό,
Μέσα στο ατιμασμένο μου μυαλό.
-Άτιμη σκύλα με σε είμ’ ενωμένος
Σαν ένας κατάδικος αλυσοδεμένος,
Όπως ο τζογαδόρος στο παιχνίδι,
Όπως ο μπεκρής είν’ στο κρασί,
Όπως τα σκουλήκια στο νεκρό κορμί.
-Καταραμένη, καταραμένη να ’σαι συ!
Παρακάλεσα το ξίφος το γοργό
Να μου δώσει την ελευθερία μου,
Ζήτησα απ’ το φαρμάκι το πικρό,
Να με σώσει απ’ τη δειλία μου.
Αλίμονο! Το δηλητήριο και το μαχαίρι
Με μια φωνή μου είπαν περιφρονητική:
«Απ’ την καταραμένη σου σκλαβιά
Δεν αξίζει εσύ να λυτρωθείς.
Ανόητε – αν με τις προσπάθειές μας
Απ’ την εξουσία της συ απαλλαγείς,
Με τα φιλιά σου θα φέρεις πάλι στη ζωή,
Της βρυκόλακός σου το άψυχο κορμί!»

Μετάφραση-διασκευή από τα αγγλικά: Λάκης Φουρουκλάς

Παρακολουθείστε το βίντεο της Άνας Ζουμάνη.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 8



Οι επόμενες μέρες πέρασαν μέσα σε μια ανήσυχη ηρεμία. Όλα έμοιαζαν να είναι ακριβώς όπως έπρεπε να είναι, πληκτικά, ατάραχα, κι όμως τίποτα δεν ήτανε έτσι ακριβώς αφού τα πράγματα άλλαξαν, κι αυτή τώρα πια αμετάκλητα ζούσε στη σκιά του φόβου. Φοβότανε πώς το κακό δεν είχε ακόμη περάσει, πώς τα χειρότερα σύντομα θα έρχονταν – σύντομα πολύ. Ακόμη κι η μικρή το ένιωθε αυτό, έβλεπε το φόβο της μάνας της, διάβαζε στο βλέμμα και τις διστακτικές της κινήσεις κάτι που η ίδια, μέσα στην πλέρια αθωότητά της δεν μπορούσε να εξηγήσει. Έτσι, όλο τη ρωτούσε:

«Είσαι καλά, μανούλα;»

«Μια χαρά, καρδούλα μου», της απαντούσε. «Μια χαρά!»

Μα δεν την πίστευε. Ήταν μικρή πολύ, ένα σπουργιτάκι στην απεραντοσύνη του κόσμου, αλλά ξύπνια, ήξερε ότι κάτι την τυραννούσε.

Και στο τέλος, εκείνο που φοβότανε έγινε. Κάποια μέρα εκείνο το ανθρωπόμορφο κουράδι, το αφεντικό της, επέστρεψε στο σπίτι νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως και την έπιασε και πάλι εξ’ απροόπτου, την αιφνιδίασε. Καθώς συγύριζε το μεγάλο υπνοδωμάτιο, όπως και την προηγούμενη φορά, την πλησίασε από πίσω αθόρυβα, χωρίς να τον αντιληφθεί, και την έκλεισε μ’ οργισμένη δύναμη στην αγκαλιά του, προτού προλάβει ν’ αντιδράσει. Έχοντάς την έτσι, υπό την απόλυτη εξουσία του καθηλωμένη, την παρέσυρε με βία προς το συζυγικό κρεβάτι, που εδώ και καιρό μαράζωνε από την έλλειψη έρωτα, της έβγαλε με μια κίνηση απότομη και σκληρή τη φούστα και το εσώρουχο, κι έπεσε από πάνω της. Εκείνη προσπάθησε με κάθε τρόπο να αντισταθεί, αλλά μάταια. Οι δυνάμεις της ήταν λειψές, οι ανάσες της ξεθυμασμένες. Και δεν μπορούσε καν να φωνάξει, αφού στο σπίτι ήτανε μονάχα τα παιδιά και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να γνωρίσουνε από τόσο μικρά, τόσο νωρίς, τη βία και την κακία αυτού του κόσμου.

Λίγα μόλις λεπτά κράτησε ο βιασμός, λίγα λεπτά πεισματικά σιωπηλά κι αδάκρυτα, που ωστόσο της φάνηκαν αιώνες. Τον ένιωθε. Τον ένιωθε να μπαίνει μέσα της βαθιά, να της κλέβει την ψυχή, να της μολύνει το κορμί, μα δεν έβγαζε άχνα. Υπέμενε σιωπηλά εκείνο το μαρτύριο, για να μη του δώσει τη χαρά, το βραβείο της επιβεβαίωσης που πιότερο απ’ όλα προσδοκούσε. Σιωπούσε και σκεφτόταν. Σκεφτόταν το χθες, τα άλλα πρόσωπα της βίας που γνώρισε, τον Αντρέα, τα μαρτύρια που βίωσε σ’ ένα μακρινό παρελθόν. Σκεφτόταν το αύριο, αυτά που την περίμεναν, αυτά που τις περίμεναν. Ο κύβος ερρίφθη, έπρεπε να κινήσουνε γι’ αλλού, σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπήρχε πια για κείνες ζωή.

Όταν επιτέλους τέλειωσε, όταν οι χυμοί του κορμιού του, που τόσο απεχθανόταν, έγιναν κολλώδης ουσία, αποκρουστική και σπίλωσαν το δέρμα της, όταν σηκώθηκε αγκομαχώντας από πάνω της και κίνησε για το μπάνιο για να πλυθεί, μόνο τότε άφησε να ξεφύγει απ’ τα πονεμένα στήθια της ένας μικρός, αθόρυβος αναστεναγμός. Ύστερα, με κόπο πολλή σύρθηκε κι ανασηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, και σύντομα στάθηκε πάνω σε πόδια που έτρεμαν, σκούπισε μ' ένα χαρτομάντηλο όπως-όπως τα δάκρυα του αρρωστημένου του πόθου απ’ το κορμί της, φόρεσε και έσιαξε τα ρούχα της και ξεκίνησε για να φύγει. Αλλά...

«Ικανοποιήθηκες, σκύλα;» άκουσε ειρωνική τη φωνή του, από πίσω, να φτάνει στ’ αυτιά της, προτού προλάβει ν’ απομακρυνθεί.

Έκανε στροφή επί τόπου. Τον κοίταξε κατάματα, με θάρρος και με θράσος, μ' ένα βλέμμα που έσταζε σαρκασμό. Τίποτα πια δεν την ένοιαζε. Τίποτα πλέον δεν μπορούσε να την πληγώσει. Είχε γίνει άτρωτη.

«Από τι;» τον ρώτησε, προκαλώντας του την οργή. «Από τι;»

Ήθελε να την χτυπήσει. Ήθελε να την χτυπήσει άγρια. Το διάβαζε καθαρά αυτό στο φουρτουνιασμένο του βλέμμα. Έκανε να πάει προς το μέρος της, αλλά τότε άκουσε ξαφνικά τον Παναγιώτη να φωνάζει κάτι από κάτω και κοντοστάθηκε. Τη ζύγισε διστακτικά με το βλέμμα. Διάβασε την αποστροφή στα μάτια της και το φόβο που δεν ήταν εκεί. Την απείλησε:

«Πρόσεξε καλά, κακόμοιρη μικρή, να μην ανοίξεις το στόμα σου και να μιλήσεις σε κάποιον γι’ αυτό που έγιν’ εδώ, γιατί θα ’χεις κακά ξεμπερδέματα. Ούτως ή άλλως, κανείς δε θα σε πιστέψει, αφού θα είναι ο λόγος σου ενάντια στο δικό μου. Αλλά, έτσι κι αποφασίσεις -και βάλ’ το καλά στο μυαλό σου αυτό που θα σου πω- να το κάνεις, στο λέω, θα σε κυνηγήσω, και θα σε κυνηγήσω αλύπητα, και τότε θα σου δείξω στ’ αλήθεια τι πάει να πεις πόνος..».

Έκανε να του απαντήσει, αλλά μετά το σκέφτηκε καλύτερα κι άλλαξε γνώμη. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να σπαταλά μαζί του τη φαιά της ουσία. Κίνησε και πάλι για να φύγει.

«Δεν τέλειωσα!» της πέταξε εκείνος οργισμένος καθώς απομακρυνότανε, αλλά αυτή τη φορά δε γύρισε πίσω. Τον άφησε εκεί μοναχό ν' αφρίζει από οργή για το θιγμένο πλην περήφανο αντρισμό του, και κατέβηκε στην κουζίνα, όπου βρήκε το κοριτσάκι της να κάθεται σιωπηλό και λίγο λυπημένο στο τραπέζι, δίπλα στον Παναγιώτη.

«Θα φύγουμε, μαμά;» τη ρώτησε αβέβαια.

«Ναι, καρδιά μου!» απάντησε με σιγουριά εκείνη.

Το πρώην πια αφεντικό της, το ανθρώπινο σκουπίδι, τις πρόλαβε στην εξώπορτα, προτού αφήσουνε για πάντα εκείνο το σπίτι της ψευτιάς και του καθημερινού θανάτου, και καθώς η ανίδεη γι’ αυτά που έγιναν Ιωάννα, γλιστρούσε έξω, εκείνος κατάφερε μέσα από τα δόντια του να ψιθυρίσει της Αγγελικής στ’ αυτί:

«Μην ψάξεις δουλειά. Δε θα βρεις πουθενά. Εκτός κι αν γίνεις πουτάνα, τέτοια που είσαι..».

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Δεν τον άφησε.

«Πάντως όχι η δική σου!» του απάντησε σαρκαστικά, φτύνοντάς του την περιφρόνησή της και φιλοδωρώντας τον με μια κλωτσιά στα αχαμνά, που πολύ τη χάρηκε.

Πήρε, λοιπόν, το παιδάκι της, το κουρσεμένο της κορμί και την ποτέ χαμένη αξιοπρέπειά της, και κίνησε για να πάει να βρει μια νέα ζωή, διαφορετική, πολύχρωμη, μα και πού και πού πολύ οδυνηρή. Πήγε και έγινε πουτάνα!

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.  
ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.