Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Ονειρεύτηκα

Ονειρεύτηκα πως γνώρισα κάποιον που ήταν «έξω από τον κόσμο», όπως κάποτε ο Διογένης. Περπατούσε γενναία στα απότομα μονοπάτια της ζωής...

Τα Δημοφιλή του Μήνα

Το κλειδί της εξώπορτας







Ένας μικρούλης μπλε ανθρωπάκος έψαχνε το κλειδί της εξώπορτας.
Μάλλον το είχε αφήσει πάνω στο χαμηλό τραπέζι......
Το χαμηλό τραπέζι μέσα στο μεγάλο ζεστό δωμάτιο......
Το μεγάλο ζεστό δωμάτιο μέσα στο σπίτι με το μεγάλο κήπο...
Το σπίτι με το μεγάλο κήπο πάνω στην μεγάλη λεωφόρο....
Η μεγάλη λεωφόρος πάνω..... ουπς..εκεί έπρεπε να σταματήσει ...δεν γινόταν να συνεχίσει..
Για να βγει στη μεγάλη λεωφόρο, χρειαζόταν το κλειδί της εξώπορτας...

Γιώργος Χρηστάκης

Το μικρό φραντζιπάνι







Η Αλίσια παρατηρούσε.....
Παρατηρούσε καλά γύρω.. και τα μικρά και τα μεγάλα...
Πολλές φορές τα μικρά, τα πολύ μικρά είναι αυτά που δίνουν το κλειδί να περάσεις την πύλη, να δεις και να νιώσεις το καθαρό... να εκτιμήσεις τα "μαθήματα" που σου έδωσε η ζωή...
Η Αλίσια έκανε βήματα μικρά, κοντινά.. αν δεν πέσεις δε θα μάθεις ποτέ να σηκώνεσαι..έλεγε.... Προδίδεις τον εαυτό σου προβάλλοντας κάτι που δεν είσαι γιατί παρασύρθηκες απ' την παγίδα μιας ψεύτικης τελειότητας..
Μάθε απ' τη φύση και τα μικρά καθημερινά πράγματα..
Μάθε ν' ακούς τα μικρά, τα απλά και τα γνήσια...
Να νιώθεις τη μικρή ανώνυμη στιγμή..αυτή οδηγεί στη μεγάλη ώρα....
Να βλέπεις τη στιγμιαία λάμψη πίσω απ' το μαύρο πανί....
Ν' αγαπάς το δάκρυ του ανθού της κερασιάς... τη ζεστασιά ενός αγαπημένου χεριού...
Η Αλίσια κούμπωνε πάντα το μικρό κουμπί της μπλούζας της όταν έκανε κρύο.
Στην Αλίσια άρεσε να ξαπλώνει στη σκιά του μεγάλου δέντρου και να αφήνει τη γλυκιά μυρωδιά που αναδυόταν απ' το μικρό φραντζιπάνι να τρυπώνει νωχελικά στα σγουρά της μαλλιά..

Γιώργος Χρηστάκης

Ονειρεύτηκα




Ονειρεύτηκα πως γνώρισα κάποιον που ήταν «έξω από τον κόσμο», όπως κάποτε ο Διογένης.
Περπατούσε γενναία στα απότομα μονοπάτια της ζωής αδιαφορώντας για τους ούτως ή άλλως λανθάνοντες «νόμους».
Όταν τα μονοπάτια άρχισαν να γίνονται όλο και πιο απότομα, πιο επικίνδυνα, όλο και πιο κουραστικά - κάποια μάλιστα ήταν διάφανα, άλλα αόρατα, άλλα ρευστά - ξαφνικά επέλεξε να γυρίσει πίσω και να περπατάει σε πιο στερεούς, πιο ασφαλείς δρόμους.
«Ανάμεσα στη ζωή που είναι και στη ζωή που ήλπιζα πως θα 'ρθει, χασμουριέται μια απέραντη, τρίσβαθη άβυσσος», μου είπε.
Είχε αμφιβολίες και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως έτσι θα σώσει την ψυχή του. Όμως στο βάθος ήξερε πως λύτρωνε απλώς το γυμνό του σώμα από μια α λ η θ ι ν ή δέσμευση.
Το πνεύμα και η ψυχή του άρχισαν να παρακμάζουν σιγά σιγά. Είχε θυσιάσει την ιερή και αιώνια ανησυχία του στο βωμό της άνεσης και της ασφάλειας.



Άνα Ζουμάνη
εφημερόπτερα


Προς τον κύριο Υπουργό






Πόσο υπέροχο θα ήταν να κόψεις το πόδι ενός βατράχου και μιας αράχνης, να τα βάλεις μέσα σ’ ένα μικρό χάρτινο φάκελο, να γράψεις απ’ έξω… «Προς Υπουργόν», με τη διεύθυνση, τους ταχυδρομικούς κώδικες, και να τρέξεις στο ταχυδρομείο, να τον ρίξεις στο μεταλλικό κουτί με την ένδειξη αλληλογραφία εσωτερικού, που κρέμεται περήφανα στην είσοδό του..

Πόσο υπέροχο θα ήταν να περπατάς στη λεωφόρο Avenida Paulista, στο Σάο Πάολο, και ξαφνικά να ξαπλώνεις ανάσκελα στη μέση του δρόμου, δείχνοντας επίμονα με το δάχτυλο τον ουρανό, βγάζοντας μια κοφτή και ξερή κραυγή, σαν το πουλί Guianan Cock-of-the-Rock, που θρηνεί σπαρακτικά στα υγρά δέντρα του βόρειου Αμαζονίου, περιμένοντας  κάτω εκεί στην καυτή πίσσα της ασφάλτου, να γυρίσει να σε κοιτάξει κάποιος..

Πόσο υπέροχο θα ήταν να καθίσεις στο τραπεζάκι ενός καφέ και να ζητάς κάθε 3΄και 22’’, ένα φακελάκι ζάχαρη κι ένα ποτήρι μισό κρύο μισό ζεστό νερό. Ξανά και ξανά κάθε 3΄και 22’’. Κι ενώ ο θυμός μεγάλωνε και ξεχείλιζε πίσω απ’ τη μεγάλη ξύλινη μπάρα του καφέ, κι όσο τα τριχωτά στήθια αναψοκοκκίνιζαν κάτω απ’ τις λευκές ποδιές των σερβιτόρων…… εσύ θα έφτιαχνες ένα μικρό σωρό, ένα μικρό ζαχαρένιο βουναλάκι με όλη αυτή τη ζάχαρη, ακριβώς στο κέντρο του τραπεζιού. Κι όταν θα είχες τελειώσει αυτή την μοναδική ζαχαρένια κατασκευή, θα έφτυνες μέσα σ’ ένα απ’ τα πολλά ποτήρια του νερού που ήταν στριμωγμένα στο τραπέζι, θα γέμιζες το στόμα σου απ’ αυτό το παράξενο κοκτέιλ, και σιγά σιγά θα το άφηνες να χυθεί μαλακά απ’ το στόμα στην ζαχαρένια κορυφή του μικρού βουνού στο κέντρο του τραπεζιού, και θα παρακολουθούσες   αυτή τη μικρή υγρή χιονοστιβάδα να κατεβαίνει απ’ την ζαχαρένια πλαγιά του, ακούγοντας το βήχα που ξεχυνόταν απ’ τους ξερούς λαιμούς των πελατών και των αφεντικών του μαγαζιού… ανθρώπων φιλήσυχων και καλών κατά καιρούς...

Μα πόσο υπέροχο θα ήταν να μπεις στο ωραίο σου αυτοκίνητο και να οδηγήσεις ως το Υπουργείο, να παρκάρεις μπροστά στην κεντρική του είσοδο, αγνοώντας τις φωνές και τις απειλές των έξαλλων υπαλλήλων, να μπεις με όλη σου τη φόρα και τη σοβαρότητα μέσα, σκορπίζοντας πίσω σου χαρτιά κι αναμασημένους αμαρτωλούς  χάρτινους φακέλους,  πατώντας ανελέητα το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού της γραμματέως που μάταια προσπάθησε να σε σταματήσει, και να βρεθείς ακριβώς τη στιγμή που ένας γκριζοφορεμένος κατώτερος υπάλληλος παρέδιδε τον φάκελό σου στον Υπουργό…..
Και πόσο μα πόσο ωραίο να δεις τον Υπουργό να ανοίγει  τον φάκελο μ’ ένα χαρτοκόπτη ιστορικής προέλευσης , να βάζει τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά του μέσα στο φάκελο και να βγάζει τα δυό πόδια του βατράχου και της αράχνης …..
Και τότε να μιμηθείς το βούισμα της μέλισσας καθώς ο Υπουργός θα ίδρωνε  πασχίζοντας ν’ απαλλαγεί απ΄ τα σιχαμερά κομμένα πόδια, μα να μην μπορεί, γιατί θα είχαν μαγκωθεί σαν δαγκάνες πάνω στο κολλαρισμένο του πουκάμισο……
Και να γυρνάς την πλάτη φεύγοντας σφυρίζοντας, γνωρίζοντας πως την άλλη μέρα θα μπουν μέσα οι στρατιές των βαρβάρων κι όλα θα τα πάρει ο διάολος, και θάναι μια Τετάρτη ενός ζυγού μήνα κάποιου δίσεκτου χρόνου…….

Γιώργος Χρηστάκης

Φεύγεις



Φεύγεις....
Σε κάθε φωτογραφία σου φεύγεις.
Όλοι λένε:
"Α!, τι όμορφη",
"Υπέροχη",
"Θαυμάσια".

Κι εγώ σε βλέπω να φεύγεις...

"Τι μυστηριώδης, αλήθεια!",
"Ανεπανάληπτη"!

Κι εσύ φεύγεις...

Φύγε, λοιπόν, φύγε,
μα μη φύγεις τόσο μακριά που να μη σε φτάνω.

Τ.Η. 8/12/2017

ΑΝΑΠΝΕΟΝΤΕΣ ΝΕΚΡΟΙ




Οι αναπνέοντες νεκροί ανεξιχνίαστων φόνων
χαμογελούν συγκαταβατικά σε κάθε φονική λέξη που τους πλήττει.
Οι αναπνέοντες νεκροί λαμβάνουν θάνατο διαρκείας,
κάθε στιγμή επαναλαμβανόμενη, σε απροσδιόριστο χρόνο.
Κυκλοφορούν άλλοτε αμέριμνοι σε χαρωπές συντροφιές,
άλλοτε με σκυμμένο κεφάλι,
πίνουν σε κάποιο μπαρ μόνοι,
αδιαφορούν για την γύρω εορταστική ρουτίνα,
ερωτοτροπούν μυστικά με τον επιθανάτιο ρόγχο
όπως ξεφεύγει ο καπνός του τσιγάρου στο χαμηλό φωτισμό
μ’ ένα εσωτερικό γουργουρητό των πνευμόνων.
Οι αναπνέοντες νεκροί σαπίζουν μέσα τους από συναισθηματική γάγγραινα.
Συμβαίνει αυτό γιατί οι φονικές λέξεις μένουν για πάντα εκεί
δηλητηριάζοντας όλα τα αύριο.
Έχουν στοιχειώσει σε κείνη τη μέρα
όταν δρασκέλισαν τη γραμμή του μυαλού που χωρίζει τον άνθρωπο από την τρέλα.
Οι αναπνέοντες νεκροί ασφυκτιούν εγκλωβισμένοι σε μια παγίδα
λαβωμένοι
στη λέξη φονιά.
Δεν ουρλιάζουν πια.
Ακόμα και στην τρέλα τους συμπεριφέρονται ως φαντάσματα.
Κάτι μεταξύ ψίθυρου και φευγαλέας σκιάς.
Μα στοιχειώνουν με την ίδια λέξη και το φονιά τους.
Τον περιμένουν πέρα από το όριο της τρέλας
να τον υποδεχτούν με μια θανατερή λέξη
να τον αγκαλιάσουν σαν αγαπημένο θύτη
να μοιραστούν την μαχαιριά της σιωπής.
Δεν υπάρχει δικαίωση στον θάνατο.
Μόνο λέξεις και σφαίρες
Μόνο σιωπή

Οι αναπνέοντες νεκροί εκπνέουν θανατερές λέξεις.

Οι λέξεις μοιάζουν με τις σφαίρες,
η μόνη διαφορά είναι ότι,
οι σφαίρες σκοτώνουν μια κι έξω
οι λέξεις σκοτώνουν κάθε μέρα

όταν χτυπήσουν στόχο.

Ρυζόγαλο αλά Ονειροφάη- ούτε γάλα ούτε ρύζι





Τροφή του ανθρώπου το όνειρο και μην το γελάτε καθόλου. Ο νους μας συνωμοτεί με τις αισθήσεις τόσο συχνά, ώστε να μας παρουσιάσει τα πράγματα όπως τα θέλει, που η πραγματικότητα τελικά αποκτά νόημα ποιητικό, όπου ο καθένας μας της δίνει τη σημασία που ο ίδιος επιθυμεί.

Δεν ξέρω λοιπόν στα σίγουρα αν ήτανε της φαντασίας μου, μα κάνοντας τελευταία μερικά διατροφικά πειράματα, μου προέκυψε το πιο γευστικό και  απροσδόκητο αποτέλεσμα! Ένα πεντανόστιμο και υγιεινότατο σνακ, που δε θέλει παρά ελάχιστο χρόνο προετοιμασίας και είναι η πιο τέλεια απομίμηση του "μαμαδίστικου" ρυζόγαλου.

Τα υλικά μας είναι απλά:

1- μια μερίδα ανθότυρο, 60 περίπου γραμμάρια
2- ένας αρκετά γινωμένος λωτός
3- ένα κουταλάκι του γλυκού τριμμένος λιναρόσπορος
4- μπόλικη κανέλλα σκόνη


Και η διαδικασία επίσης απλή:

Λιώνουμε με το πιρούνι το ανθότυρο, μέσα σε ένα πιατάκι φρούτου ή μπωλ παγωτού. Πασπαλίζουμε με το λιναρόσπορο και την κανέλλα και ανακατεύουμε απαλά. Πλένουμε καλά και καθαρίζουμε τον λωτό, κόβοντας με ένα κουταλάκι σε μικρές μικρές ζουμερές μπουκίτσες, περίπου όπως θα αδειάζαμε μια ντομάτα για γεμιστά. Αναμειγνύουμε το φρούτο με το ανθότυρο και ανακατεύουμε καλά, να ενωθούν όλες οι γεύσεις. Το κατά φαντασίαν ρυζόγαλό μας είναι έτοιμο!

Καλή σας όρεξη κι ελπίζω να το απολαύσετε όσο εγώ

Τ. Η.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

i'm lost in Europe [Του Χάρη Καφετζόπουλου]



όλες οι νύχτες,
όλες οι μέρες,
όλα τα όνειρα του κόσμου σε χαρτί...
μια μεμβράνη που σκέπασε τα πάντα...
κι οι αναμνήσεις με το τώρα χιαστί.
πετάω στη άκρη,
γαντζώνομαι στα ύψη,
λίμνες ποτάμια πεδιάδες όλα γκρι...
ουράνια τόξα σαν θηλιές που με τυλίγουν,
τίποτα μόνο του… και τίποτα μαζί.
πες μου…
ποια χώρα σήμερα συνθλίβει το κορμί σου...
για ποια πατρίδα σ’ άδεια θέατρα μιλάς...
ποια λευτεριά έδεσε κόμπο τη ζωή σου
και λες πως ζεις… μα μια κατάρα κουβαλάς.
κι όλες οι πόλεις,
όλες οι λέξεις,
όλα τα "ζήτω" σου κραυγή θανατερή...
μέσα σε φώτα,
μέσα σε ήχους,
μια τεράστια πληγή που αιμορραγεί.

i'm lost in Europe
I'm looking for my homeland
looking for me, for you, are looking for this
but Now only sorrow
today and tomorrow
nothing is there
nothing for me…
...i'm lost in Europe…



Copyright © All rights Reserved 
ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.