Εμφανιζόμενη ανάρτηση

πεταμένος...ως νεκρός! {Του Χάρη Καφετζόπουλου}

ας πούμε ότι: είσαι φασίστας... η κομμουνιστής... η αναρχοαυτόνομος... η απλά έχεις μια ΜΚΟ... και σκοτώνουν τον πατέρα σου, τον αδερφό...

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Μέρα νύχτα μοναξιά


(φωτο απο γκουγκλ)

Μέρα νύχτα μοναξιά


 Όλοι τους έχουμε δει, είναι δίπλα μας, είναι οι απόκληροι που η μοίρα και οι επιλογές τους, τους άφησαν μόνους. Τους βλέπουμε το πρωί να πηγαίνουν για ψώνια, γυρίζουν, κλειδώνονται στο καβούκι τους και τους χάνουμε.

  Έχω κι εγώ τον δικό μου ερημίτη, δεν ξέρω το χρώμα των ματιών του, γιατί ποτέ δεν κοιταχτήκαμε στα μάτια, δεν ξέρω τη φωνή του, γιατί ποτέ δεν είπαμε μια καλημέρα. Φεύγει πάντα σκυφτός με ένα άθλιο μηχανάκι και τον χάνω. Το βράδυ τον ακούω που γυρίζει και η μόνη ύπαρξη  ανθρώπου είναι το μονίμως αναμμένο κουδούνι της εξώπορτας.

  Τα ρολά πάντα κλειστά. Ούτε μια φορά τόσα χρόνια δεν τα έχω δεν  ανεβασμένα. Κάθε πρωί φεύγει κι έρχεται το βράδυ γύρω στις δώδεκα. Και μετά σιωπή.

  Ρωτώντας στη γειτονιά έμαθα, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα έχασε τη μητέρα του και τον πάτερα τους οποίους υπέρ αγαπούσε του από ανίατη νόσο.  Έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, με αποτέλεσμα να τον εγκαταλείψει και η γυναίκα του.  Έκτοτε, κλείστηκε στη μοναξιά του και ζει εντελώς  μόνος.  Συντηρεί  και τον συντηρεί ένα μικρό μπακαλικάκι.

 Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
                  
σαν το ξεχασμένο στάχυ
                   
Ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος

και αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
                 
σαν το ξεχασμένο στάχυ
     
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι

όπως του πελάγου οι βράχοι

ο κόσμος θάλασσα π' απλώνει

και αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι

ανεμοδαρμένοι βράχοι

άνθρωποι μονάχοι

Άνθρωποι μονάχοι

σαν ξερόκλαδα σπασμένα
                 
σαν ξωκλήσια ερημωμένα ξεχασμένα

Άνθρωποι μονάχοι
                 
σαν ξερόκλαδα σπασμένα
                 
σαν ξωκλήσια ερημωμένα σαν εσένα
     
σαν εμένα…  (Γιάννης Σπανός - Γιάννης Καλαμίτσης)


Ρούσσινου Ανδρομάχη



Ο άνθρωπος που έκανε τα Χριστούγεννα κοσμική γιορτή



Τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» του Κάρολου Ντίκενς αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα βιβλία του Βρετανού συγγραφέα, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην καθιέρωση του εορτασμού των Χριστουγέννων στη Δύση από τα μέσα του 19ου αιώνα. 

Αφορμή για τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν η επίσκεψη του Ντίκενς στις γειτονιές του βιομηχανικού Μάντσεστερ, όπου οι εργάτες ζούσαν κάτω από τα όρια της φτώχειας.
Ο άνθρωπος όμως που ανακάλυψε τα Χριστούγεννα και έκανε γνωστά μέσα από τα βιβλία του τα κοινωνικά προβλήματα της Βικτωριανής Αγγλίας ήταν μία πολύ παράξενη προσωπικότητα. Πίστευε στα φαντάσματα, είχε κατοικίδια κοράκια τα οποία ταρίχευσε, και έδινε στα παιδιά του περίεργα παρατσούκλια.

Αναγκάστηκε να δουλέψει από τα 12 για να επιβιώσει

Γεννημένος στις 7 Φεβρουαρίου 1812 στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας, ο Ντίκενς ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά του Τζιν και της Ελίζαμπεθ Ντίκενς.
Τα παιδικά χρόνια του Ντίκενς ήταν χαρούμενα.
Ο πατέρας του εργαζόταν στο Βρετανικό Ναυτικό και ο Κάρολος ήταν από τα λίγα παιδιά της εποχής εκείνης που φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο.
Στα 12 όμως, η τύχη του άλλαξε. Τα χρέη του πατέρα του ήταν τεράστια και χωρίς τη δυνατότητα άμεσης αποπληρωμής τους, όλη η οικογένεια εκτός από τον Κάρολο και τη μεγαλύτερη αδερφή του, Φάνυ, στάλθηκαν στη φυλακή «Marshalsea».
Ο Ντίκενς παράτησε το σχολείο, μετακόμισε στο Λονδίνο και για να επιβιώσει έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο βερνικιών κοντά στον ποταμό Τάμεση, κερδίζοντας έξι σελίνια την εβδομάδα.
Όταν ο πατέρας του βγήκε από τη φυλακή, δεν θέλησε να πάρει τον γιο του πίσω στο σπίτι.
Έτσι, ο Ντίκενς πέρασε τα εφηβικά του χρόνια μόνος και φτωχός.
Μάλιστα στα βιβλία του, που όλα περιείχαν βιογραφικά στοιχεία είχε αναφέρει μέσα από τον χαρακτήρα του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ ότι «δεν είχα καμία καθοδήγηση, καμία συμβουλή, καμία υποστήριξη, καμιά παρηγοριά από κανέναν, από όσο μπορώ να ανακαλέσω στο μυαλό μου».
Δεν το έβαλε κάτω και στα 15 του εργάστηκε στο δικηγορικό γραφείο «Ellis and Backmore».
Αντί όμως να ακολουθήσει τη δικηγορία, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη λογοτεχνία αλλά και στη στενογραφία.
Η ικανότητα αυτή του έδωσε την ευκαιρία να εργαστεί ως ρεπόρτερ, αρχικά καλύπτοντας τις βρετανικές εκλογές για την λονδρέζικη εφημερίδα «Morning Chronicle».

Οι «παραξενιές» του συγγραφέα

Τα έργα του Ντίκενς πρωτοεμφανίστηκαν το 1833 σε εφημερίδες της Αγγλίας.
Αρχικά, ο συγγραφέας υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Μποζ». Μέχρι τον θάνατό του, στις 9 Ιουνίου 1870, ο Ντίκενς μέσα από τα βιβλία του κατάφερε να γίνει ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς όλων των εποχών, γνωστοποιώντας ενοχλητικές αλήθειες της Βικτωριανής Αγγλίας και το πρόβλημα του βρετανικού κοινωνικού και ταξικού συστήματος.
Πίσω όμως από τις λέξεις, ο Ντίκενς ήταν ένας πολύ ιδιόρρυθμος χαρακτήρας.
Χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί, φημολογείται ότι ο Ντίκενς σε νεαρή ηλικία έπασχε από επιληψία.
Οι χαρακτήρες Μονκς και Γκάστερ από τον Όλιβερ Τουίστ» και το «Bllack House» αντίστοιχα έπασχαν από επιληπτικές κρίσεις.
Κάποιες συνήθειες που ακολουθούσε ο Ντίκενς στην προσωπική του ζωή με σχεδόν «τελετουργικές» διαδικασίες σε συνδυασμό με τον εμμονικό τρόπο που αντιμετώπιζε τη δουλειά, οδήγησε μεταγενέστερους επιστήμονες στο συμπέρασμα ότι έπασχε από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.
Είχε μανία με την καθαριότητα και την τάξη.
Κάθε πρωί έπαιρνε έναν καθρέφτη και χτένιζε τα μαλλιά του πάνω από 100 φορές. Στη συνέχεια, πήγαινε στα δωμάτια των παιδιών του και επιθεωρούσε αν ήταν καθαρά.
Σε περίπτωση που το κρεβάτι δεν ήταν στρωμένο σωστά ή κάποιο παιχνίδι δεν ήταν στη θέση του, τους άφηνε σημείωμα με οδηγίες!
Πάντα στα ταξίδια του, περνούσε ώρες με το να τοποθετεί «σωστά» τα έπιπλα σε δωμάτια ξενοδοχείου στα οποία διανυκτέρευσε.
Οποιοδήποτε αντικείμενο το άγγιζε 3 φορές, για να του φέρει τύχη, ενώ ανεξάρτητα πού κοιμόταν, φρόντιζε πάντα το κεφάλι του να «κοιτά» τον βορρά, καθώς έτσι πίστευε ότι θα βελτιωνόταν η συγγραφική του ικανότητα.



Ταριχευμένα κατοικίδια και περίεργα παρατσούκλια

Ο Κάρολος Ντίκενς αγαπούσε πολύ τα ζώα, και είχε στην κατοχή του ένα κοράκι που το είχε ονομάσει Γκριπ.
Μάλιστα, ο Γκριπ ήταν και χαρακτήρας του βιβλίου του «Barnaby Rudge».
Το 1841, το κοράκι του πέθανε όταν έφαγε ρινίσματα μολύβδου. Ο Ντίκενς το αντικατέστησε με άλλο κοράκι, το οποίο επίσης ονόμασε Γκριπ.
Φημολογείται ότι ο δεύτερος Γκριπ ήταν η αφορμή πίσω το ποίημα «Το Κοράκι» του Έντγκαρ Άλαν Πόε.
Όταν και το δεύτερο κοράκι πέθανε, ο Ντίκενς το ταρίχευσε και το τοποθέτησε σε μία ξύλινη βάση στο γραφείο του.
Πέρα από την αγάπη του για τα πουλιά, ο Ντίκενς είχε για κατοικίδιο και μία γάτα, τον Μπομπ.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Ντίκενς έλεγε συχνά στα αγαπημένα του πρόσωπα «Τι καλύτερο από το να σε αγαπά μία γάτα;»
Το 1862, όταν η γάτα του Ντίκενς πέθανε, ο συγγραφέας ως φόρο τιμής, έφτιαξε έναν χαρτοκόπτη από φίλντισι που στην κορυφή του είχε ένα κοφτερό νύχι από την πατούσα του Μπομπ και στη βάση του είχε χαραγμένο τη φράση » C.D στην μνήμη του Μπομπ, 1862″.
Απέκτησε 10 παιδιά. Ο Ντίκενς είχε τη συνήθεια να δίνει περίεργα παρατσούκλια στα παιδιά του.
Το καλύτερο όμως το άφησε για την αγαπημένη του κόρη που την φώναζε «Κουτί του Εωσφόρου», καθώς ήταν ένα πολύ ατίθασο παιδί που συχνά εκνεύριζε τον Ντίκενς.

«Λέσχη Φαντασμάτων»

Ο Ντίκενς, παρά το υψηλό μορφωτικό του επίπεδο, πίστευε στον κόσμο των πνευμάτων.
Μαζί με άλλους συγγραφείς της Βικτωριανής εποχής, όπως Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, ήταν μέλος της «Λέσχης Φαντασμάτων», μιας ομάδας που είχε ως στόχο την επίλυση υπερφυσικών μυστηρίων και φαινομένων.
Μάλιστα, στα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα», βασικός χαρακτήρας είναι το πνεύμα των Χριστουγέννων που επισκέπτεται τον μίζερο και τσιγκούνη Εμπενίζερ Σκρουτζ.
Ο Ντίκενς πίστευε επίσης στον υπνωτισμό και τις θεραπευτικές του ιδιότητες.
Πολύ συχνά, υπνώτιζε τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
Τα έργα του Ντίκενς επηρέασαν μεταγενέστερους συγγραφείς και μέχρι σήμερα, μετά από σχεδόν δύο αιώνες συναρπάζουν τους αναγνώστες και τους θεατές καθώς αρκετά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο.
Μαζί με τις «Μεγάλες Προσδοκίες», την πρωτοκαθεδρία στην κινηματογραφική μεταφορά των βιβλίων του Ντίκενς έχουν «Τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα», τα οποία έχουν αποδοθεί με διαφορετικές προσεγγίσεις από πολλούς σκηνοθέτες.


Ο κακός



Μέσα από τους ρόλους του έχει γίνει γνωστός ως ο Μεξικανός κακοποιός με το μακρύ μουστάκι, το χαραγμένο πρόσωπο και το παγερό βλέμμα. Ο Ντάνι Τρέχο, ο ηθοποιός τον οποίο οι περισσότεροι γνωρίζουν με το όνομα «Ματσέτε» από την ομώνυμη ταινία θεωρείται μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες του Χόλιγουντ. 

Μέχρι την ηλικία των 41 ετών η ζωή του έμοιαζε με ταινία. Για περίπου 10 χρόνια μπαινόβγαινε στη φυλακή. Πέρασε από όλα τα σωφρονιστικά ιδρύματα της Καλιφόρνια. Ωστόσο, κάποια στιγμή άλλαξε πορεία και από κατάδικος αποφάσισε να γίνει αστέρι του κινηματογράφου.

Τα ναρκωτικά και η φυλακή Άρχισε να καπνίζει μαριχουάνα σε ηλικία 8 ετών, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα δοκίμασε ηρωίνη, στην οποία εθίστηκε. 

Εκτός από χρήση ναρκωτικών, άρχισε να πίνει αλκοόλ πολύ μικρός. Το 1956 σε ηλικία 12 ετών μπήκε στο αναμορφωτήριο γιατί χτύπησε ένα άλλο παιδί με μια πέτρα. 

Από τότε πήρε τον κακό δρόμο. Όταν αποφυλακίστηκε ο θείος του Γκίλμπερτ τον έπαιρνε μαζί του στις ληστείες ως οδηγό. Σύντομα, ο Τρέχο ήταν έτοιμος να συμμετέχει πιο ενεργά. 

Έκανε τουλάχιστον πέντε ένοπλες ληστείες. «Ήμουν συνεχώς μπλεγμένος. Όμως, ειλικρινά πιστεύω ότι οι συνθήκες δημιουργούν το πεπρωμένο μας. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. 

Οι επιλογές που μου δίνονταν ήταν είτε να γίνω εργάτης είτε έμπορος ναρκωτικών. Έτσι, επέλεξα ληστής. Ήταν πολύ πιο εύκολο» είχε πει ο Τρέχο σε συνέντευξή του. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν κάνει ληστείες για να παίρνει ναρκωτικά ή αν έπαιρνε ναρκωτικά για να μπορεί να ληστεύει. 

Κατά τη διάρκεια του ΄60 μπαινόβγαινε στη φυλακή για διάφορα εγκλήματα. Στα 18 του τραυμάτισε έναν ναύτη με γυαλί από σπασμένο μπουκάλι.

Μερικά χρόνια αργότερα, πούλησε ένα πακέτο με ηρωίνη προς 30 χιλιάδες δολάρια σε έναν πελάτη, οποίος στην πραγματικότητα ήταν αστυνομικός και έτσι ο Τρέχο συνελήφθη για εμπορία ναρκωτικών. 

Ο 23χρονος τότε Τρέχο καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης, παρόλο που όπως αποδείχθηκε το μεγαλύτερο μέρος ήταν ζάχαρη άχνη. Στη φυλακή άρχισε να ασχολείται με το μποξ, κάτι που σύντομα τον έκανε διάσημο σε όλους τους κρατούμενους στις φυλακές Σαν Κουεντίν. 

Αλλά ο Τρέχο ήταν τρομακτικός και εκτός του ρινγκ των φυλακών. 

Είχε φτιάξει μια μικρή συμμορία, με την οποία τρόμαζε τους πιο αδύναμους συγκρατούμενούς του για να τους αποσπάσει χρήματα. «Η φυλακή είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο που είτε θα είσαι το θήραμα είτε ο θηρευτής. 

Σύντομα καταλαβαίνεις ότι μόνο αν είσαι σκληρός μπορείς να επιβιώσεις εδώ μέσα. Και πώς δείχνεις σκληρός; Αρπάζεις κάποιος από το λαιμό και τον δαγκώνεις». 

Ο τσακωμός που του άλλαξε τη ζωή Το 1968 ξέσπασε στη φυλακή ένας μεγάλος τσακωμός ανάμεσα στους κρατούμενους. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων ο Τρέχο πήρε μια πέτρα και χτύπησε έναν φύλακα στο κεφάλι. 

Η πράξη του τον οδήγησε στην απομόνωση, όπου έμεινε για τρεις μήνες. Εκεί ο ηθοποιός άρχισε να σκέφτεται και να υποδύεται ρόλους από τις ταινίες «Ο Μάγος του Οζ» και «Η Παναγία των Παρισίων» για να «μην χάσει το μυαλό του» όπως έχει πει. Τότε κατάλαβε ότι έπρεπε να αλλάξει ζωή. Άρχισε να προσεύχεται τον Θεό. 

Έλεγε «Θεέ μου αν είσαι εκεί, όλα θα πάνε καλά. Αν δεν είσαι, έχω τελειώσει». «Έγινα ηθοποιός στην αυλή της φυλακής έχοντας ένα μαχαίρι στις τσέπες μου, τρομαγμένος μέχρι θανάτου, προσπαθώντας να υποκριθώ ότι όλα είναι εντάξει». 

Μετά από το περιστατικό αποφάσισε να σταματήσει τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Τελικά, η ποινή του μειώθηκε και αποφυλακίστηκε το 1969. 

Προσπάθησε να γίνει επαγγελματίας μποξέρ, αλλά δεν του δόθηκε η άδεια. 

Άρχισε να εργάζεται σε μια μάντρα, ενώ παράλληλα έγινε σύμβουλος για την απεξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες.

Η ηθοποιία και η ζωή μετά

Το 1985 δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από έναν ηθοποιό που έπαιζε στην ταινία «Runaway train», ο οποίος προσπαθούσε να απεξαρτηθεί από την κοκαΐνη. 

Ο νεαρός ηθοποιός έβλεπε στο στούντιο πολλούς συναδέλφους του να κάνουν χρήση και του ήταν δύσκολο να αντισταθεί. 

Ο Τρέχο πήγε στα γυρίσματα της ταινίας για να μιλήσουν και έβλεπε παντού πακετάκια με το ναρκωτικό. Υπήρχαν παρατημένες γραμμές με σκόνη κοκαΐνης πάνω στα τραπέζια. Τότε του προτάθηκε να γίνει κομπάρσος. 

Όταν τον ρώτησαν αν μπορεί να υποδυθεί ένα «κατάδικο», ο Τρέχο γέλασε και δέχτηκε. 

Του ζητήθηκε να βγάλει την μπλούζα του. Κάποια στιγμή ο σεναριογράφος της ταινίας Έντουαρντ Μπάνκερ, ο οποίος είχε επίσης συλληφθεί για ληστείες, διακίνηση ναρκωτικών και πλαστογραφία, είδε το τατουάζ με μια γυναίκα που είχε στο στέρνο του ο Τρέχο. 

Τότε θυμήθηκε ποιος ήταν και ότι ήταν ο καλύτερος μποξέρ των φυλακών. Χρειάζονταν κάποιον να διδάξει στον ηθοποιό Έρικ Ρόμπερτς κινήσεις πυγμαχίας. 

Ο Τρέχο είχε βρεθεί στο κατάλληλο σημείο την καλύτερη στιγμή. Του προσέφεραν 320 δολάρια την ημέρα. «Εννοείται πως δέχτηκα. 

Κάποτε έπαιζα ξύλο τζάμπα. Για 320 δολάρια έμπαινα στο ρινκ και με τον Γκοτζίλα». 

Από τότε δεν σταμάτησε να παίζει σε ταινίες και σειρές. 

Έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 300 παραγωγές. Ανάμεσα στις πιο γνωστές ταινίες του είναι οι: Ντεσπεράντο, Ανακόντα, Η Ένταση, Bad Ass, Spy Kids και Ματσέτε. 

Η ηθοποιία και οι ρόλοι που του δίνονταν τον έκαναν να νιώθει ζωντανός. Ανεβαίνει η αδρεναλίνη του, όπως είχε πει. «Παλιά με έβαζαν στη φυλακή επειδή έκανα εγκλήματα και ήμουν ο «κακός». Πλέον με πληρώνουν για να είμαι ο κακός».

Παρόλο που το παρελθόν του, αλλά οι ρόλοι του δείχνουν έναν σκληρό άνδρα, οι συνεργάτες του τον χαρακτηρίζουν ως έναν από τους πιο καλούς και φιλικούς ηθοποιούς του Χόλιγουντ. 

Είναι σύμβουλος νέων παιδιών που έχουν μπλέξει με τα ναρκωτικά. 

Έχει ανοίξει αλυσίδα εστιατορίων με μεξικανική κουζίνα, αλλά και καφετέριες στο Λος Άντζελες, στη Νέα Υόρκη και στο Λας Βέγκας. 

Τα φαγητά που δεν καταναλώνονται τα δίνει σε άσυλο αστέγων. 

Παράλληλα, έχει ιδρύσει την οργάνωση «K9 Compassion» για την προστασία των ζώων. 

Ο σκληρός «Ματσέτε» έχει υιοθετήσει τέσσερα σκυλάκια. 

Μάχεται για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις φυλακές, αλλά και για την ενημέρωση για τον αυτισμό.


Ο μεγαλύτερος παραμυθάς, ήταν γιος τσαγκάρη και πλύστρας



Εχει χαρακτηριστεί ως ο μεγαλύτερος παραμυθάς, στα χνάρια του μεγάλου Αισώπου. Ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν με τα σπουδαία έργα του μεγάλωσε και συνεχίζει να μεγαλώνει γενιές και γενιές.

Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1805 στο Όντενσε, στο νησί Φιονία της Δανίας.
Ο πατέρας του ξέπεσε και δούλευε τσαγκάρης, για να ζήσει την οικογένειά του και η μάνα του ήταν πλύστρα.
Αλλά ο πατέρας του, μην μπορώντας να αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του το Χανς ορφανό, με τη μητέρα του για μόνο στήριγμα.

———————————————

Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία.
Πολλές φορές τον έβλεπαν να περπατά στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος και το μυαλό του δεν το είχε πουθενά αλλού, παρά μόνο στα ποιήματα και στο διάβασμα.
Προσπάθησε άδικα να μάθει την τέχνη του πατέρα του.
Όταν τέλειωσε το σχολείο των άπορων παιδιών, μπήκε σε ένα ραφτάδικο, για να μάθει την τέχνη, αλλά ούτε και εκεί τα κατάφερε.
Το ενδιαφέρον του κέρδισε το θέατρο, όπου αποστήθιζε ολόκληρες σκηνές από τα έργα που έβλεπε. Όταν ήταν με τους φίλους του, του άρεσε να απαγγέλλει και να τραγουδά.
Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, όταν, κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη, έφθασε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα με σκοπό να γίνει ηθοποιός.
Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά ήταν τόσο άσχημος και αδύνατος, που δεν τον δέχτηκαν.

Επειδή είχε ωραία φωνή, άρχισε να σπουδάζει μουσική, αλλά αρρώστησε ξαφνικά και έχασε τη φωνή του. Έτσι, το μόνο ταλέντο που του έμεινε ήταν το ταλέντο της ποίησης.
Οι στίχοι του άρεσαν και βρήκε έναν προστάτη, τον Κέλλαν, που τον έστειλε στο πανεπιστήμιο, όπου κέρδισε μια βασιλική επιχορήγηση.
Το 1827 δημοσίευσε ποιήματά του και έπειτα εξέδωσε μια σειρά έργων που του εξασφάλισαν την παγκόσμια δόξα.

Το 1822 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του, που θα περάσει απαρατήρητο.
Το 1829 γράφει μια ιστορία φαντασίας με τίτλο «Περίπατος από το κανάλι του Χόλμενς στο ανατολικό σημείο του νησιού Άμαγκερ, που θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία.
Συνεχίζει να γράφει, ποιήματα, θεατρικά έργα, λιμπρέτα για λυρικά έργα, μυθιστορήματα, που γνωρίζουν επιτυχία περισσότερο στη Γερμανία, παρά στην πατρίδα του.

Το 1835 δημοσιεύει τα πρώτα του «Παραμύθια για παιδιά» και μόνο 8 χρόνια αργότερα κερδίζουν την επιδοκιμασία του κόσμου.
Θα γράψει συνολικά 168 παραμύθια ως το 1872 με πιο γνωστά, «Τα κόκκινα Παπούτσια», «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι», «Η βασίλισσα του χιονιού», «Το ασχημόπαπο», «Το μολυβένιο στρατιωτάκι», «Το μικρό έλατο», «Η μικρή γοργόνα», «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα», «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» και «Η Τοσοδούλα».

Αφού εξέδωσε αρκετά βιβλία, άρχισε τα ταξίδια του. Γύρισε τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Τουρκία και ταξίδεψε στην Ανατολή.
Απόκτησε μεγάλη δόξα και η μεγαλύτερη ευτυχία του ήταν η υποδοχή που του έκανε η ιδιαίτερη πατρίδα του, το Όντενσε, που τον κάλεσε στα 1867.
Την άνοιξη του 1872, ο Άντερσεν έπεσε από το κρεβάτι του και χτύπησε σοβαρά. Δεν ξανάγινε ποτέ τελείως καλά.
Πέθανε στις 4 Αυγούστου 1875 στην Κοπεγχάγη.

Έργο

Οι κυριότεροι ήρωες των παραμυθιών του είναι φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι, που όμως έχουν ασυνήθιστα ψυχικά χαρίσματα, ευγένεια, ταλέντο, μεγαλοψυχία.
Tα έργα του χαρακτηρίζονται από δράση, χιούμορ και λεπτή σάτιρα.
Η δημιουργία του Άντερσεν αποτελεί την κορυφή στις ρεαλιστικές τάσεις της δανικής φιλολογίας του 19ου αιώνα.
Διηγήματα, δράματα, αλλά προπάντων παραμύθια, όλα του τα έργα διαπνέονται από γλυκιά μελαγχολία, συγκίνηση και ειλικρίνεια.

Μερικά από τα πολύ γνωστά παραμύθια του είναι:

Den lille havfrue (Η μικρή γοργόνα)

Kejserens nye klæder (Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα)

De vilde svaner (Οι αγριόκυκνοι)

Snedronningen (Η Βασίλισσα του χιονιού)

Prinsessen på ærten (Η Βασιλοπούλα και το ρεβίθι)

Tommelise (Η Τοσοδούλα)

Den grimme ælling (Το ασχημόπαπο)

De røde sko (Τα κόκκινα παπούτσια)

Holger Danske (Χόλγκερ ο Δανός)

Den lille pige med svovlstikkerne (Το κοριτσάκι με τα σπίρτα)

Den standhaftige tinsoldat (Το μολυβένιο στρατιωτάκι)

Dyndkongens datter (Η δύναμη της αγάπης)

En rose fra Homers grav (Ένα τριαντάφυλλο από τον τάφο του Ομήρου)

Πολλά από τα παραμύθια του είναι πασίγνωστα παγκοσμίως, μεταφράστηκαν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και υπερέβησαν τα πλαίσια του απλού λογοτεχνήματος (Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα, Η Βασιλοπούλα και το ρεβίθι, Το ασχημόπαπο, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, Ο μολυβένιος στρατιώτης).
Επιλογή των παραμυθιών του δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις «ΑΤΛΑΝΤΙΣ» σε μετάφραση Ν.&Δ. Βοσταντζή.
Αρκετά από αυτά εμφανίστηκαν και στα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα

Το σώμα - Μια χώρα μαγική




Το σώμα: μια έννοια πραγματική, μέρος της καθημερινότητάς μας και μάλιστα ιδιαίτερα σημαντική.

Το βλέπουμε σε διάφορες μορφές και όψεις.

Σώμα ντυμένο, καλυμμένο, σώμα γυμνό η σχεδόν γυμνό. Το συναντούμε παντού άλλοτε σκληρό κι άλλοτε τρυφερό, αθώο και προκλητικό. Ένα μέγεθος με πάρα πολλές όψεις.

Απαραίτητο «εργαλείο» στη διαφήμιση, τη μόδα, τα media, την τέχνη.

Το σώμα που τριγυρίζει απ’ τα χαρέμια της Ανατολής ως τις απονομές βραβείων στις Κάννες.

Μια οντότητα με τόσο διαφορετική χρήση μέσα στην πολυπολιτισμική πραγματικότητα, η οποία προσπαθεί να το χειραγωγήσει ανάλογα με τις ανάγκες της.

Κάθε σώμα έχει θεϊκή υπόσταση υπό την έννοια πως του αρέσει να κρύβεται. Μια συνεχής παρουσία – απουσία.

Η συνεχής εμφάνεια όταν μάλιστα γίνεται εξαιρετικά επίμονη προβολή, τότε μπορεί να σημαίνει ακριβώς το αντίθετό της δηλ. κάτι σαν αφάνεια, σαν απόσυρση, σαν απαξίωση, σαν φόβο.

Αυτή η συνεχής ενασχόληση με το σώμα μπορεί να σηματοδοτεί και τη βαθειά του κρίση, που μπορεί να οδηγήσει στη ριζική του μετάλλαξη, πολύ συχνά με δραματικό τρόπο και τραγικές συνέπειες.

Τα φαινόμενα του βομβαρδισμού των προβολών και των αναφορών του σώματος στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας, δείχνουν τη στέρηση της αυτονομίας του και τον εγκλωβισμό του σε άλλα πλαίσια, άοσμα, άχρωμα, εικονικά.

Η αποξένωση που συχνά οδηγεί το σώμα σε μια «ανοίκεια», ξένη εικόνα.

Η σύγχυση της δυναμικής του εμπλοκής στην επιθυμία, τον πόνο, την έλξη, τη δράση, τον έρωτα, στην ίδια τη ζωή και τον θάνατο, αφήνει τεράστια κενά – παγίδες που το σώμα και κατ’ επέκταση και το πνεύμα εγκλωβίζονται μέσα σε μονοδιάστατα πλαίσια ακίνητων η κινούμενων εικόνων (photos και video).

Η ηδονή τόσο στενά συνδεδεμένη με το σώμα δείχνει κι αυτή εγωιστικά τα όριά της. Ποτέ δεν είχε μα τώρα φαίνεται πως έπιασε ταβάνι κι αυτή, χόρτασε, κουράστηκε στον χωρίς οσμές και χρώματα αγώνα.

Σώμα γυμνό και ντυμένο, επιθυμητό, προκλητικό, απαγορευμένο, ατιμωμένο, αποσιωπημένο, βάναυσα ακρωτηριασμένο.

Φωτογραφίες γυμνών γυναικείων κορμιών να κρέμονται σε νταλίκες και σε συνεργεία αυτοκινήτων στο Τέξας και στη Νάπολη, ζωντανά κορμιά ανδρικά και γυναικεία να αναζητούν τη σαγήνη στα bar και τα clubs στο Βερολίνο και στην Αθήνα. Κορμιά γυμνά σκεπασμένα με την «αυλαία» του ρούχου - παλτού να κάνουν βόλτες στο νυχτερινό Παρίσι. Κορμιά να συνουσιάζονται στις ήσυχες γωνιές του κόσμου. Κορμιά να διδάσκονται τον έρωτα σε λίμνες και λιβάδια, σε μπορντέλα και ιδρωμένα αστικά κρεβάτια . Απαγορευμένα κορμιά σκεπασμένα με μπούργκες και τσαντόρ στο δημόσιο χώρο, και σε δυό στιγμές γυμνά και νόμιμα να χορεύουν με λαγνεία στα χαρέμια της Ανατολής.

Τόσες μορφές και όψεις. Τόσος φόβος κι αδήλωτη θλίψη. Τόση υποκρισία κι ανήσυχη σιωπή.

Σώματα που δεν αισθάνονται πια την επαφή με το χώμα, αυτή τη γήινη πρωτόλεια ενέργεια τη χαραγμένη στην πιο βαθειά μνήμη. Το αγγείο έχει ραγίσει. Έχει αλλοιωθεί, και πορεύεται χαμένο αναζητώντας ασυνείδητα τις απώλειές του.

Σώματα που δεν τ’ αγγίζει η σκόνη της σπασμένης πέτρας του βουνού, που δεν μεθούν με μυρωδιές του δάσους την Άνοιξη.

Σώματα που θυσιάζονται μπροστά σε οθόνες, τυλιγμένα με καλώδια, που αγωνιούν αγρυπνώντας τις νύχτες γι αυτό που θαρθεί. Ποιο?

Ο Ηρόδοτος ήταν ο πρώτος που μίλησε με σαφήνεια και συνείδηση για το ζωντανό και το νεκρό σώμα, δηλαδή για τον έρωτα και το θάνατο.

Στον έρωτα το σώμα αναζητά την αποκάλυψή του, την λύτρωσή του, την επαφή του, τον διάλογό του με το άλλο σώμα για να ορίσει κι άλλο στοιχείο της ταυτότητάς του.

Στο χαρτί το σώμα δεν μιλάει ούτε ακούει, στα video μιλάει αλλά δεν ακούει, στα τηλέφωνα μιλάει κι ακούει μα δεν βλέπει. Στα video chat, ακούει, μιλάει και βλέπει αλλά δεν μυρίζει, δεν αγγίζει. Πλανεμένο στην φαντασιακή του πραγματικότητα, υποκρίνεται πως συνάντησε την ευτυχία που το ίδιο είχε κατασκευάσει.

Στο θάνατο το σώμα είναι μόνο.



Γιώργος Χρηστάκης

Ένα τσιγάρο δρόμος



 Καθόταν μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή  και κοιτούσε χωρίς ουσιαστικά να βλέπει τίποτα. Το περίεργο μυαλό της, όπως λέει ο άντρας της χαριτολογώντας, ως συνήθως ταξίδευε ψάχνοντας ναβρει μια γωνία να αράξει, να ηρεμήσει λιγάκι. Όμως τίποτα.

  Σηκώθηκε αργά αργά, ίσιωσε λίγο την πονεμένη μέση της και βγήκε στο μπαλκόνι.  Στο παράθυρο της κουζίνας από την έξω μεριά,  πάντα ένα τασάκι και δίπλα ένα πακέτο Καρέλια και ο αναπτήρας,  ποτέ δεν κάπνιζε μέσα στο σπίτι. Ένιωσε ψύχρα και γύρισε μέσα να βάλει μια ζακέτα. Φυσούσε λιγάκι, αλλά αυτό το αεράκι την έκανε να ξελαμπικάρει κάπως. Έπιασε το πακέτο, έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Με την πρώτη ρουφηξιά ένιωσε τον καπνό μέσα της. Δεν έκανε να καπνίζει και το ήξερε. Αλλά από τουλάχιστον 2 πακέτα την ημέρα κατάφερε να πέσει στα 8 τσιγάρα. Κάτι ήταν κι αυτό.

  Ευχαριστιόταν να στέκεται στη συγκεκριμένη άκρη του μπαλκονιού, ανάμεσα στις γλάστρες της, ότι καιρό και να έκανε.  Ένας ροζ πανσές είχε βγάλει λουλουδάκια και τα κοιτούσε. Κάπου κάπου τραβούσε και μια ρουφηξιά. Αφέθηκε να κοιτάζει τους περαστικούς. Συνήθεια παιδική. Ανάλογα πως βάδιζε ο καθένας, αν είχε το κεφάλι χαμηλά, αν χάζευε να κόψει κανα λεμόνι από τις φουντωμένες λεμονιές. Ένας ηλικιωμένος ντυμένος πολύ ζεστά σαν να φορούσε πανοπλία περπατούσε αργά αργά, κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να κρατηθεί όρθιος, χρησιμοποιώντας το σκούρο μπαστούνι του.

  Ασυναίσθητα σκέφτηκε τον παππού της, που του έκανε πλάκα με το μπαστούνι του και της έλεγε…. «Εκεί που είσαι ήμουν κι εδώ που είμαι θα έρθεις».  Πόσο δίκιο είχε, τα χρόνια πέρασαν και ήδη είχε αρχίσει να βλέπει τα πρώτα σημάδια της ηλικίας της.  Επ! Μην ξεχνιέσαι, μια ρουφηξιά ακόμα. Μια μαμά με την κόρη της που ήταν γύρω στα 15 την κρατούσε γερά από το χέρι σαν να φοβόταν μην την αρπάξουν. Τόσα γίνονται… Τώρα βραδιάζει νωρίς και ο φωτισμός στο δρόμο  της δεν είναι και ο καλύτερος.

  Την ώρα που στη γωνιά του δρόμου δίπλα στον κάδο ξεπρόβαλε ένας ανθρωπάκος που μάζευε τενεκεδάκια και οτιδήποτε σε μέταλλο, ένιωσε κάψιμο στο χέρι και ασυναίσθητα πέταξε το τσιγάρο.  Τη συνέφερε από τις σκέψεις της, το μάζεψε και το έσβησε καλά στο τασάκι. Πόσα πράγματα είδε η σκέφτηκε, σε ένα τσιγάρο δρόμο…

Ρούσσινου Ανδρομάχη

Η κατάλληλη στιγμή



Εκείνος  τα είχε καταστρέψει όλα, όταν  έκανε εκείνη την βίαιη, απάνθρωπη, ως το νωτιαίο μυελό τραυματική πράξη  που «δεν εννοούσε έτσι».
Παρ' όλα αυτά εκείνη έμεινε μαζί του  τρία ολόκληρα χρόνια ακόμη και του είχε έρωτα και τρελή αδυναμία.
Μετά, μια μέρα, ήρθε η στιγμή του τελικού αποχαιρετισμού.
Και τότε εκείνη του μίλησε για την αιώνια πυώδη πληγή, που στη «μάχη της ζωής» εκείνος της είχε ανοίξει.
«Έπρεπε  να με είχες χωρίσει τότε», είπε εκείνος υποτακτικά.
«Ο χρόνος μας δίνει με ακρίβεια τη κατάλληλη στιγμή για να εκδικηθούμε, να τιμωρήσουμε, να εξιλεωθούμε. Δεν είναι σωστό να τρέχουμε μπροστά από την καρδιά μας... (Όμως ούτε πίσω από αυτήν)»

Άνα Ζουμάνη

Ο κύριος Π


Ο κύριος Π. άνοιξε το πακέτο και τίναξε το τσιγάρο προς το στόμα με μαεστρική ακρίβεια.

Ένα από τα τελευταία πράγματα που ακόμη κατάφερνε να κάνει καλά. Δεν ήταν απ’ αυτούς που αναζητούσαν κρυμμένους θησαυρούς.

Αναρωτιόταν συχνά για τις χαμένες ευκαιρίες που είχε στη ζωή του. Εκείνες τις μικρές απλές καθημερινές ευκαιρίες που είχαν τη δύναμη να μεταστρέψουν την κατεύθυνση του πεπρωμένου. Από το νότο προς το βορρά. 

Εκείνες που περνάς από δίπλα τους χωρίς να καταφέρεις να τις αναγνωρίσεις.

Ένα χέρι που πήγε να απλωθεί μα τελικά μαζεύτηκε, μια λέξη στα χείλη που έμεινε ανείπωτη. 

Χαμένα ραντεβού με τη μοίρα. Τα θαύματα του ανεκπλήρωτου, αυτών που μπορούσαν να γίνουν μα δεν έγιναν. 

Κάποιοι αρκούνται να ζουν ακριβώς με αυτό… με την δυνητική γοητεία του ανεκπλήρωτου.

Τελικά οι ζωές κάποιων βασίζονται σε μια εγκληματική πράξη. 

Τον φόνο όσων μπορούσαν να γίνουν μα δεν έγιναν ποτέ. 

Σκιές που θ’ ακολουθούν σαν φαντάσματα, σαν τρόπαια της ζωής που δεν έζησαν.

Ο κύριος Π. μπορούσε να γράψει ολόκληρο βιβλίο απαριθμώντας τις χαμένες του ευκαιρίες. 

Ήξερε πως σε κάθε του βήμα μπορούσε να βρει μια νέα αφετηρία, που πατώντας πάνω της αυτόματα θα διαγράφονταν μοιραία οι όποιες άλλες επιλογές.

Αργότερα κατάλαβε πως δεν απλώνονταν πια χέρια προς το μέρος του, και οι δρόμοι με τις πολλές εξόδους είχαν πια εξαφανισθεί.

Υπήρχε μόνο ένας ευθύς, μονότονος, βαρύς δρόμος που μπορούσε ν’ ακολουθήσει. 

Όμως ξαφνικά, καινούργια πράγματα άρχισαν να αποκαλύπτονται.. 
Η καταδίκη της προσκόλλησης στο ανεκπλήρωτο ίσως του έδειχνε τώρα τον τρόπο να βγει απ’ τη φυλακή του, γκρεμίζοντας τους φραγμούς που οδηγούσαν για μια στιγμή στο χρόνο προς κάτι άγνωστο, που χάριζε αυτή η ανεξάντλητη ποικιλία της αίσθησης των πραγμάτων.

Ο κύριος Π. κοιτούσε, έτσι καθώς απολάμβανε το τσιγάρο του που σχεδόν αιωρούνταν ανάμεσα στα χείλη του, ένα παλιό μπαούλο που από πάνω του κρέμονταν ένα μικρό τετράγωνο παράθυρο που έμενε πάντα ερμητικά κλειστό, σαν μυστικό επτασφράγιστο.

Κάποια ίχνη στο χρόνο ματαίωναν τους ψιθύρους που στροβιλίζονταν στ’ αυτιά του. 

Οράματα ξωτικών πλασμάτων τον καλούσαν.

Μπορούσε να τ’ ακολουθήσει μα ξαφνικά έστριβε το κεφάλι, σφίγγοντας το τσιγάρο στα χείλη, έτσι που του άφηνε μια χαλαρή γεύση του άκαυτου καπνού στον ουρανίσκο. 

Το φάντασμα του ανεκπλήρωτου άνοιγε σαμπάνιες πίσω του. 

Το μόνο χέρι που του απλώνονταν πια κρατούσε ένα ποτήρι με ανάλαφρη, δροσερή, κομψή κι εκλεπτυσμένη vintage σαμπάνια που το άρωμά της τον μεθούσε μ’ έναν τρόπο αισθησιακό, ερωτικό, προκλητικό.

Μια τόσο δα μικρή στιγμή που διακόπτονταν τα πάντα. 

Μια γονιμοποιός δύναμη έβγαζε στο φως νέα γεννήματα.

Ένα σύνθετο άρωμα μαγιάς και φρεσκοψημένου ψωμιού έμπαινε στα ρουθούνια σαν βάρβαρος κατακτητής που δεν μπορούσες να του αντισταθείς.

Μια μικρή συγκρουσιακή έκρηξη έφερνε στο φως τη ρήξη της ουτοπίας.

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πιο απλά αν καταφέρναμε να μέναμε ικανοποιημένοι με αυτό που βιώνουμε… πολλοί το διακηρύσσουν αυτό με στόμφο.

Σοφίες της ευτελούς υποταγής. Θλιβερή παύση της αιώνιας χαλαρότητας.

Ένας αέναος κύκλος ανάμεσα στο θυμό και την απελπισία. Ανουσιότητες μετρίων επιθυμιών.

Η ενοχή της επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας..

Ο κύριος Π. έριξε το τσιγάρο στο πάτωμα σχεδόν φτύνοντάς το, κι έστρεψε το βλέμμα του προς το παράθυρο που σαν κάδρο κρεμόταν χρόνια ολόκλειστο πάνω απ’ το παλιό μπαούλο. 

Αέρας φρέσκος δροσερός ερχόταν τώρα απ’ τη μεριά του για χρόνια ερμητικά κλεισμένου παραθύρου. 
Το επτασφράγιστο μυστικό είχε πετάξει έξω στα δέντρα.

Μια στιγμή που τον είχε βγάλει έξω απ’ το χρόνο, μια στιγμή απρόσμενη που καιρούς πολλούς περίμενε, στην ακρούλα της αντοχής. 

Μια μοναδική στιγμή που ένιωσε πως με τ’ ακροδάχτυλά του αχνοάγγιζε την αιωνιότητα.

Ο κύριος Π. άνοιξε το πακέτο για να τινάξει το τσιγάρο προς το στόμα του με τη γνωστή μαεστρική ακρίβεια.

Το τσιγάρο δεν ήταν πια εκεί.

Ο κύριος Π. δεν υπήρξε ποτέ καπνιστής.

Είχε αναγνωρίσει την παταγώδη καταστροφή που διέκοπτε τη ροή του μονότονου κι ασήμαντου χρόνου.


Γιώργος Χρηστάκης

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.