Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Αναμνήσεις της Καθαρής Δευτέρας και άλλα ευτράπελα...

     Τα γλέντια της τελευταίας Κυριακής της αποκριάς, συνεχίζονταν. Η παράδοση, παράδοση… Τώρα όμως που ο Αντώνης έμενε σε εξο...

Τα Δημοφιλή του Μήνα

Μύρρι- Ιέλ και Μέγας Μάγιστρος- η πρώτη συνάντηση, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα



Η αφοβία της που προηγουμένως του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον , άρχιζε να γίνεται ενοχλητική. Δεν της έδωσε καμία προειδοποίηση, όταν έσκισε με απάθεια το μπούστο του φορέματός της κι έβαλε και τα δυο του χέρια πάνω στα στήθη της. Η Μύρρι τρόμαξε ενστικτωδώς, μόνο από τη ταχύτητα της κίνησής του και από τίποτε άλλο. Ο Μεγάλος Μάγιστρος χαμογέλασε στραβά, πιέζοντας πιο δυνατά το ευπαθές σώμα της, σαν να ήθελε να την πονέσει επίτηδες για να αποδείξει στον εαυτό του πως η γυναίκα απέναντί του δεν ήταν διαφορετική από κάθε άλλη γυναίκα. Θα έσπαγε στο τέλος, θα έτρεμε και θα έκλαιγε παρακαλώντας για τη ζωή της. Δεν ήταν κρυφό πως οι γυναίκες, που περιστασιακά χρησιμοποιούσε για να ικανοποιήσει τις μηχανο- χημικά προγραμματιζόμενες ερωτικές ανάγκες του, κατέληγαν νεκρές από κάποιο μέλος του ιερατείου. Οι γυναίκες υπομάγιστροι έτρεμαν μπροστά του, από φόβο μην του τραβήξουν την προσοχή. Έτσι ήταν από πάντα. Η επαφή μαζί του ήταν καταδίκη σε θάνατο. Άλλωστε το μόνο που του απαγορευόταν από τη θρησκεία, που εδώ και 2.500 χιλιάδες χρόνια πλεκόταν γύρω από το πρόσωπό του, ήταν αυτό: το να συνευρεθεί με την ίδια γυναίκα για δεύτερη φορά. 

«Σαν να άρχισαν να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους, δε νομίζεις;», της χαμογέλασε περιπαιχτικά.

Η Μύρριγελ θυμήθηκε κάτι που είχε πει ο ίδιος ο Μάγιστρος στον πατέρα της, μισό και πάνω αιώνα πριν.

«Δε χτυπάω τον ίδιο εχθρό δεύτερη φορά. Ούτε γαμάω την ίδια γυναίκα δεύτερη φορά. Τον εχθρό δε χρειάζεται, γιατί θα είναι ήδη νεκρός. Και τη γυναίκα δεν μπορώ, για τον ίδιο λόγο: θα είναι ήδη νεκρή». 

Είχε μια δόση πικρίας η διατύπωσή του, της είχε εκμυστηρευτεί ο πατέρας της.

Το μυαλό της πάλευε να επεξεργαστεί τον πιθανό κίνδυνο, αλλά το σώμα της είχε ήδη αποφασίσει ερήμην της. Οι πληροφορίες που έστελνε στους μικροεπεξεργαστές των αισθητήρων του ήταν συναφείς με την ερωτική διέγερση και όχι με τον φόβο της σεξουαλικής κακοποίησης και της καταδίκης σε θάνατο. 
Το χαμόγελο εξαφανίστηκε και μια μη προγραμματισμένη έκφραση απορίας αποτυπώθηκε στην όψη του. Η αντίδραση της Μύρριγελ ήταν ασύμβατη με τις προβλέψεις του. Πρόβλημα. Η γυναίκα τον πλησίασε με δισταγμό, αλλά με όλο και μεγαλύτερη έξαψη. Τα χείλη του ένοιωσαν τη θερμότητα από την υγρή ανάσα της και η ακοή του συνέλαβε ένα μικρό βογκητό που φυλακίστηκε στο λαρύγγι της, καθώς η φυσική του διέξοδος σφράγιζε πάνω στο δέρμα του. Πρόβλημα, πρόβλημα, πρόβλημα. Λες κι εκμεταλλευόταν εκείνη πια το δικό του σάστισμα - τι ειρωνεία!-  κόλλησε το κορμί της επάνω του και τον αγκάλιασε τρέμοντας από ειλικρινή και αυθόρμητο πόθο. Το μυαλό του ούρλιαξε μια τελευταία φορά ΠΡΟΒΛΗΜΑ! κι ύστερα έκλεισε αυτόματα για να κάνει επανεκκίνηση.

Η Μύρρι έκανε ένα βήμα πίσω και τον κοίταξε επίμονα  μέσα στα μάτια, έτσι όπως στεκόταν ακίνητος και παγωμένος απέναντί της. Τα ανεξήγητα μάτια του, με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου και του γαλάζιου κρυμμένες μέσα σε έναν γκρίζο καμβά, οι σχεδόν  ξανθές αλήτικες μπούκλες που καβαλούσαν αχαλίνωτες τον ψηλό, γεροδεμένο λαιμό του, τα μικρά αλλά ηδονικά προτεταμένα χείλια του, οι στρογγυλεμένες γωνίες που έφτιαχναν τα τεχνητά κατασκευασμένα άθραυστα κόκκαλα κάτω από το δέρμα του. Ένοιωσε πως η εικόνα του εκείνη τη στιγμή αποτυπωνόταν στο ίδιο της το αίμα. Άγριος και ήμερος ταυτόχρονα. Άσχημος και όμορφος ταυτόχρονα. Αναίσθητος και αισθησιακός…
Ανατρίχιασε και απομακρύνθηκε λίγο περισσότερο. Το πιο έξυπνο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ήταν να φύγει τρέχοντας και να εξαφανιστεί, με την ελπίδα να μην την αναζητήσουν ξανά τα μέλη του Ιερατείου. Ωστόσο, δεν το έκανε. Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι ο Μεγάλος Μάγιστρος να επιστρέψει από την ανενεργή κατάσταση.

«Θα σου πω ένα μυστικό», έγειρε και του ψιθύρισε στο αυτί, προλαβαίνοντας την αντίδρασή του.

Και του είπε τη μία και μοναδική λέξη που πίστευε πως τη χώριζε από το θάνατο, το αληθινό του όνομα.
                     


                     *******************


«Γιέρεμι», φώναξε με ένα ίχνος ταραχής στη φωνή του, κι αμέσως εμφανίστηκε ένας νέος ξερακιανός άντρας με το χαρακτηριστικό κούρεμα και το γκρίζο μανδύα του ιερέα στη πόρτα - λες και τόση ώρα βρισκόταν  ακριβώς πίσω της. 

Έσκυψε με ευλάβεια το κεφάλι μπροστά του χωρίς κουβέντα.

«Βρες της κάτι να φορέσει και συνόδευσέ τη στο Μοναστήρι», ρύθμισε την ένταση  της ομιλίας του στο συνηθισμένο σκληρό και ήρεμο τόνο της.

«Και βάλε να την φυλάνε καλά, μέρα και νύχτα. Δε θέλω να τη βρει κανένα κακό».

Ο ιερέας παράβλεψε ταπεινά πως ο αφέντης του υπονοούσε με την τελευταία του πρόταση την βιαιότητα και πιθανή ανυπακοή του ιερατείου προς τις επιθυμίες Του και οδήγησε τη «φιλοξενούμενη» στα δωμάτια του Ιερού που είχε πρόσβαση μόνο ο Μέγας Μάγιστρος. 

Δεν υπήρχε καλοσύνη στη συμπεριφορά του, αλλά ούτε και κακία. Δουλειά του ήταν να μην διαταράσσεται η ισορροπία στον κόσμο. Να διαφυλάσσει το παρελθόν και το μέλλον. Του ξέφευγε το παρόν όμως, και οι άνθρωποι είχαν πάντα την τάση να ζουν στο παρόν, αποδίδοντάς του τη μέγιστη προσοχή τους. Η Μύρρι- Ιέλ αποδεικνυόταν ένα νέο δεδομένο στον κώδικά του, ένα στοιχείο που έχριζε περισσότερης επεξεργασίας. Έπρεπε να την κρατήσει δίπλα του, μέχρι να ανακαλύψει το ρόλο της στον αλγόριθμο της ιστορίας. Απρόβλεπτος παράγοντας. Ενοχλητικό. Ενοχλητικό αλλά τέλος πάντων, δεκτό.

Της Μύρρι δεν της ήταν άγνωστα τα δωμάτια του Μοναστηριού, αφού τα τελευταία χρόνια είχε χρειαστεί να επιβλέψει ως αρχιτέκτονας την αναπαλαίωση και συντήρησή τους.{... ++ Περιγραφή της Ιερής Καστρόπολης και του Μοναστηριού πάνω της. ++ ...}

Ο ιερέας της άφησε ένα πουκάμισο που είχε διαλέξει από την ιματιοθήκη κι έφυγε. Φυσικά η πόρτα πίσω του κλείδωσε, η Μύρρι τη δοκίμασε αμέσως μόλις άκουσε τα βήματα του Γιέρεμι να απομακρύνονται. Βρισκόταν σε ένα γραφείο, σαν υποτυπώδες καθιστικό. Μέχρι εκεί είχε δικαιοδοσία να τη φέρει ο Ιερέας. Το υπόλοιπο τμήμα του μοναστηριού του ήταν απαγορευμένο, όπως ήταν και για οποιονδήποτε άλλο. Φαντάστηκε τον Μέγα Μάγιστρο να κάθεται στο χρυσό σκαμπό με τα ψηλά σκαλιστά κοκάλινα πόδια, πίσω από την μαύρη πέτρινη έδρα, μελετώντας έναν αρχαίο δερμάτινο τόμο από τη βιβλιοθήκη.  Ο αιώνιος σταθμιστής του κόσμου, το ορφανό παιδί του σύμπαντος, ο πρώτος και μοναδικός του είδους του, ο θεός του γένους της.

«Αφόρητο το βάρος της μοναξιάς όταν είσαι αθάνατος», θυμήθηκε κάτι που της είχε διαβάσει πριν πολλά χρόνια ο πατέρας της, κάτι που στο μυαλό της το είχε συνδέσει από τότε με Εκείνον.

Βρήκε στο γραφείο φύλλα χαρτιού, πένα και μελανοδοχείο κι άφησε τα δάχτυλά της να σκορπίσουν το μελάνι εκεί που ζητούσε να απλωθεί. Γέμιζε το τρίτο χαρτί, όταν άκουσε βήματα και την πρώτη πόρτα της εισόδου να ανοίγει. Πετάχτηκε και έκρυψε τα σχέδιά της μέσα στο πουκάμισο, λερώνοντας το δέρμα της με το νωπό μελάνι. Τακτοποίησε με φούρια τα αντικείμενα στο γραφείο όπως ήταν πριν και κόλλησε πάνω στο  πέτρινο γραφείο αλαφιασμένη. Τα δάχτυλά της άφησαν αποτυπώματα από ιδρώτα και πρασινωπή μουντζούρα  πάνω στην μαύρη επιφάνεια του εδράνου, καθώς το έσφιγγε και με τα δύο χέρια. Η πόρτα δεν άνοιξε και τα βήματα απομακρύνθηκαν πιο βαθιά, στο εσωτερικό του μοναστηριού.

«Με ξέχασε εδώ», σκέφτηκε για μια στιγμή, μα ύστερα από λίγο ακούστηκε ένας σιγανός μηχανικός βόμβος και τα βήματα πλησίασαν πάλι, αλλά από άλλη κατεύθυνση.

Ένα κομμάτι του τοίχου άνοιξε πίσω της και πριν καταλάβει καλά καλά τι συνέβαινε ο Μάγιστρος την άρπαξε σφιχτά από το χέρι και την έσυρε βιαστικά πίσω του σε έναν σκοτεινό διάδρομο. Τα παπούτσια της γλιστρούσαν σχεδόν πάνω στο λείο γυαλιστερό πάτωμα. Όσο προχωρούσαν ο θόρυβος μεγάλωνε. Την τράβηξε μέσα σε ένα φωτισμένο κουβούκλιο στο τέλος του διαδρόμου  και μια μεταλλική πόρτα πίσω τους έκλεισε μόνη της.

«Ανελκυστήρας», σκέφτηκε η Μύρρι, αν και είχε πάνω από 20 χρόνια να μπει σε κάτι παρόμοιο.

Αυτό κι αν ήταν αρχαιολογική ανακάλυψη, ένας λειτουργικός ανελκυστήρας μέσα στην Υπογαία. Και μάλιστα μέσα στο άντρο του ιερατείου. Της ξέφυγε ένα πνιχτό γέλιο κι ο Μάγιστρος την αγριοκοίταξε. Από το χρόνο που έκαναν για να ανέβουν, η Μύρριγελ συμπέρανε πως είχανε φτάσει στην Επιφάνεια. Βγήκαν σε ένα απλοϊκό ξύλινο καλύβι, κι από μια αμπαρωμένη μισοκαμμένη πόρτα έξω στο διάστικτο μισοσκόταδο ενός καθάριου ανοιξιάτικου απόβραδου. Φυσούσε και το έδαφος ολόγυρα ήταν νοτισμένο από υγρασία.

«Και τώρα πες μου», της είπε σοβαρά, χωρίς απειλή στη φωνή.

«Να σου πω τι;»

«Ό,τι ξέρεις για μένα, πες μου».

«Όχι», δίστασε για ένα δευτερόλεπτο πριν του απαντήσει.

«Θα μου ζητήσεις κάτι σε αντάλλαγμα για να μου πεις».

«Ίσως», το σκέφτηκε για λίγο η Μύρρι.

«Θα μου ζητήσεις να ελευθερώσω τον αδερφό σου».

«… Ναι», μουρμούρισε, πιο σίγουρη τώρα.

Ο Μάγιστρος την έπιασε από τους ώμους δυνατά αλλά χωρίς βία και την έκανε να στρίψει προς τα πίσω, υψώνοντας το χέρι του δίπλα από το πρόσωπό της.

«Ο αδερφός σου είναι ελεύθερος».


Αρκετά μέτρα πιο πέρα, στην είσοδο της ανατολικής Πύλης, είδε μερικές αντρικές φιγούρες να κινούνται. Αυτή η Πύλη, όπως και οι άλλες τρεις της Υπογαίας, είχαν να ανοίξουν εδώ και 59 χρόνια, από τη λήξη του  τελευταίου Επίγειου Πολέμου. Μια ομάδα πέντε μοναχών συνόδευαν έξω έναν σκυμμένο άντρα που παραπατούσε στη μέση. Σταμάτησαν κάτω από ένα γέρικο μισόξερο δέντρο κι έλυσαν τα δεσμά του κρατούμενου, βγάζοντας από το κεφάλι του και την κουκούλα που τον κάλυπτε. Έστω κι από τόση απόσταση η Μύρριγελ αναγνώρισε τον αδερφό της. Ο Χάρα Ζερμπάλ κοίταξε για λίγο γύρω του σαν χαμένος, κι ύστερα άρχισε να τρέχει όλο και πιο γρήγορα προς τη σκούρη γραμμή στον ορίζοντα που είχε εντοπίσει προς το Νότο, η οποία σημάδευε τα τείχη της αρχαίας Υπέργειας Υπερπόλης. Η Μύρρι έκανε να γυρίσει προς το μέρος του Μάγιστρου, με μάτια δακρυσμένα από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη, μα εκείνος την κράτησε στη θέση της για λίγο ακόμα. Ο αδερφός της είχε ήδη χαθεί από το οπτικό της πεδίο και οι μοναχοί είχαν ξαναγυρίσει στην είσοδο της Πύλης, όταν ένας από αυτούς ξαφνικά χωρίστηκε από τη ομάδα κι άρχισε να τρέχει σαν τρελός προς τη κατεύθυνση που είχε πάρει ο Χάρα Ζερμπάλ. Ο πρώτος αυτόμολος ήταν πια γεγονός.

«Και τώρα πες μου», της ξανάπε με μια κάπως πικρή, κάπως θλιμμένη βεβαιότητα στη φωνή, «πες μου πώς ήξερες το όνομά μου».

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, μυθιστόρημα υπό συγγραφή, απόσπασμα

Άνθρωποι εκτός τόπου και χρόνου



Οι οικογενειακές δομές γενικά και οι σχέσεις των μελών της κάθε οικογένειας ειδικότερα, είναι δυο παράμετροι
που ενώ μεν αλλάζουν και εξελίσσονται σύμφωνα με τα εκάστοτε κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα, ταυτόχρονα διατηρούν
μια επίμονη αντοχή εις βάρος της υγιούς προσαρμογής τους. Λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο με μια χρονοκαθυστέρηση
μιας ή περισσότερων γενεών, δημιουργώντας φουρνιές παιδιών- πολιτών που αισθάνονται ότι ζουν εκτός τόπου και χρόνου.


Αυτό δεν είναι πάντα εμφανές, σε χρονικές περιόδους που η κοινωνική, ιδεολογική και τεχνολογική ανάπτυξη
είναι σταδιακές και η μετάβαση από το παλιό στο νέο αργή και με άφθονα περιθώρια προσαρμογής.
Τον τελευταίο αιώνα ωστόσο, με τις ραγδαίες εξελίξεις σε όλους τους τομείς της ζωής και της κοσμοαντίληψης,
με συνεχείς μεταπτώσεις προόδου και οπισθοδρόμησης, με την τεχνολογία να κάνει άλματα ακόμα και από μήνα σε μήνα,
το φαινόμενο των ετεροχρονισμένων ανθρώπων είναι εδώ περισσότερο από ποτέ.


Ας σκεφτούμε τη δομή της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας, με την οικονομική κρίση να έχει επαναφέρει τη συγκέντρωση
όλης της οικογένειας σε ένα πατρικό σπίτι, με παιδιά να μεγαλώνουν μαζί με παππούδες και γιαγιάδες
ή ακόμα και με προππαπούδες. Με μια ενδιάμεση γενιά να έχει επιστρέψει στη γονική φιλοξενία ή να μην έχει διαφύγει ποτέ.
Το μοντέλο της πολυμελούς οικογένειας δεν είναι εκών κακό. Έχει λειτουργήσει στο παρελθόν και θα μπορούσε ίσως
να λειτουργήσει και πάλι.
Τι είναι αυτό όμως που σήμερα το μετατρέπει από θετικό σε αρνητικό κι από πηγή συναισθηματικής σταθερότητας και ασφάλειας σε τροχοπέδη της προσωπικής ανάπτυξης;


Αν θέλουμε να βάλουμε ένα χρονολογικό πλαίσιο, τα γηραιότερα μέλη της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας
είναι άνθρωποι που μπορεί να γεννήθηκαν μέσα στις δεκαετίες του 30 και του 40. Αυτόματα αυτό τους κατατάσσει
σε μια ιδιαίτερη ομάδα ανθρώπων που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες,
-πολεμικές συγκρούσεις, πείνα, εμφύλιο, πραξικοπήματα- με όλα τα ψυχολογικά βάρη και τα σύνδρομα
στα οποία αυτά δύνανται να μεταφραστούν. Αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να έχουν εμποτιστεί με αντιλήψεις,
χαρακτηριστικά και ικανότητες που απαιτούνταν στις συγκεκριμένες ιδιαίτερες συνθήκες αλλά δεν χρειάζονται πια.
Και εδώ ακριβώς είναι που η συνύπαρξη των γενεών χωλαίνει. Μεταβιβάζοντας χαρακτηριστικά και δεξιότητες
που μέχρι να αποκτηθούν είναι όχι μόνο ξεπερασμένες αλλά και επιβλαβείς, η σύγχρονη ελληνική οικογένεια
έχει εγκλωβίσει τα μέλη της σε μια κυματοειδή επανάληψη ακατάλληλων συμπεριφορών, αντηχώντας φωνές του παρελθόντος
σε μια ανατροφοδοτούμενη ηχώ. Όσο απομακρύνεται από το κέντρο της, την κατάσταση δηλαδή όπου η συγκεκριμένη συμπεριφορά
ήταν δικαιολογημένη και απαραίτητη, τόσο πιο κοντά φτάνει στην ψυχασθένεια.

Τα παραδείγματα αμέτρητα και τόσο απλά που έχουμε όλοι να προσθέσουμε κάποια. Πχ η γιαγιά που κυνηγάει το εγγονάκι
να φάει γιατί «άμα πέσει πείνα δε θα χεις να φας», ή ο παππούς που συμβουλεύει τα νεαρά του εγγόνια να μη μαζεύονται
με παρέα έξω «γιατί θα βρείτε τον μπελά σας». «Αν τόλμαγα εγώ να μιλήσω στον πατέρα μου έτσι θα με σκότωνε».
«Πρόσεχε κακομοίρα μου μη σου κατεβάσει το βρακί». Άχρηστη συσσώρευση τροφίμων, συνεχής απειλή του θανάτου, φόβος,
έλλειψη εμπιστοσύνης στον συνάνθρωπο ως δυνάμει εχθρό, θεοποίηση ξεπερασμένων και άδικων εξουσιαστικών σωμάτων
(«μια χούντα σας χρειάζεται εσάς», ή «να ήταν ένας βασιλιάς τώρα να σας κρεμάσει όλους») και τόσες άλλες
εμφυτευμένες διαστροφές, μπορούν να δηλητηριάζουν ακόμα τα παιδιά μας.
Ίσως και τα παιδιά των παιδιών μας.

Πριν φορτώσουμε ακόμα μια γενιά με τα κατοχικά σύνδρομα και τις εμμονές μας, καιρός να επανασυντονιστούμε στο σήμερα. Καιρός να πούμε το πολυπόθητο «βούλωστο ρε μάνα/ πατέρα». Βούλωστο και μάθε επιτέλους να ανάβεις τον αποκωδικοποιητή. Βούλωστο και πάρτο χαμπάρι πως μας πουλήσαν και μας αγοράσανε αυτοί που τους είχατε για θεούς. Νισάφι.

Υ.Γ. Λέω στο παιδί μου πολλές φορές, αμάν, κλείστο πια αυτό το ρημάδι το πισι και βγες έξω να κάνεις καμιά βόλτα, εμείς στην ηλικία σου όλο έξω ήμασταν... Κάποια φορά μου απάντησε : βούλωστο ρε μάνα κι άσε με να παίξω στην ησυχία μου. Φαίνεται είχε διαβάσει το άρθρο. Το βούλωσα.... 

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

Ιδανική ερωμένη







Στου φόβου τα παγωμένα σταυροδρόμια… στης μεγάλης ήττας το σπαραγμό…

εκεί βρίσκεται …

Μορφή άυλη, ιδανική των αισθήσεων και των ερώτων…

Μια μορφή που θα βρίσκεται πάντα εκεί δίπλα μας, δίπλα στο προσκέφαλο των εφήμερων ερώτων που κατατρώγουν τη σάρκα και ρουφούν το αίμα μας.

Μια μορφή που θα μας ακολουθεί πάντα ως πέρα στο επέκεινα, στο άγριο χάδι του φτερού του γερακιού.

Η ύπαρξή της είναι αναγκαία γιατί το ιδανικό το χρειαζόμαστε για να εξελίξουμε  την ανικανοποίητη ανθρώπινη φύση μας.

 Εκείνη η άφθαρτη θα μένει πάντα εκεί απρόσιτη, να κολυμπά στα ίδια νερά, ξορκίζοντας τη ματαιότητα του κόσμου μας.. Αυτή που θα μας σώσει από την ήττα όταν όλα θα μοιάζουν να έχουν χαθεί… Απρόσκλητη, αιθέρια …. Μαγνήτης των προσδοκιών και των ευσεβών μας πόθων… Λύτρωση στο χαμό μας..

Ακούραστη κοντά μας, ιερό προσωπείο που τραγουδά στη γλώσσα των πουλιών και πίνει νερό αθάνατο απ’ τις πηγές της Στύγας…

Αυτή που θα χαιδεύει τους εγωισμούς, τις ζήλειες και τα πάθη μας, στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, όταν το ανικανοποίητο θα μας έχει ταπεινώσει…

Του τίμιου κυνηγού το χρέος θα μένει εκεί για να θυμίζει…

Της λέαινας φορώντας την προβιά να μας ζεστάνει και να μας κρύψει απ’ το θανατικό αγέρι που φυσά γύρω μας… όταν ο κυρίαρχος έρωτας μας έχει αποκάμει… γιατί το ξέρει πως τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να πάρει την ψυχή μας παρά μόνο Εκείνη…

Οδηγός στη Μεγάλη μας λύτρωση, στο έξω φως… να δίνει δύναμη στην κατάλληλη στιγμή να βρούμε το νόμισμα να πληρώσουμε τον βαρκάρη..




Ιδανική ερωμένη καταδικασμένη απ’ τη μοίρα να μείνεις για πάντα ανέραστη… καταδικασμένος κι εγώ μαζί σου να μην σ’ αγγίξω ποτέ…

Κι αν ποτέ ταιριάξει να συναντηθούμε, κι αν ποτέ νιώσεις για μια στιγμή το τρυφερό μου χάδι…. Θα χαθείς, θα γίνεις σκόνη, θα σκορπιστείς στο σύμπαν … κι εκείνο θα σε ξαναγεννήσει πάντα θα σε ξαναγεννά…

Γιατί είσαι η προστάτιδα του ιδανικού ανεκπλήρωτου εκείνου που οδηγεί στο θάνατο η στην αιώνια τιμωρία…  Γιατί λούζεσαι με το πιο γλυκό και δυνατό φως της φύσης … γιατί θα τριγυρίζεις με τα μαλλιά λυτά ν’ ανεμίζουν στο χάδι της κάθε μου αναπνοής…

Γιατί θα είσαι εκεί να εξιδανικεύεις την ήττα μου, να σταματήσεις τη ροή στο αίμα μου, ν’ αλλάξεις το ρυθμό των χτύπων της καρδιάς μου… να βασανίζεις και να τιμωρείς το νου…….

Ιδανική ερωμένη, υπέροχη βασίλισσα της αναπόφευκτης αιώνιας απουσίας σου… και της λυτρωτικής, της μοιραίας σου αόρατης παρουσίας…

Ιδανική ερωμένη, θα κοιμάσαι πάντα στην  άκρη στο προσκέφαλό μου, θ’ αναρριχάσαι αιώνια στις απότομες της ψυχής μου πλαγιές…  Αέναη, άσβεστη, με όλα σου τα αρώματα και τα γλυκά σου φτερουγίσματα, νεράιδα του κόσμου εσύ..

Θα μείνεις πάντα κοντά μου, στη ζωή και στο θάνατο, να μου τραγουδάς τη γλυκιά μελωδία της ματαιότητας, της ζωής και του έρωτα…

Και τότε κάτω απ’ τις σκιές του δειλινού, θα πιούμε σ’ ολόχρυση κούπα το κρασί του ιδανικού, ν’ αστράψουνε τα μάτια μας από τη μέθη της ζωής και του έρωτα, να καλέσουμε τον όμορφο Απόλλωνα, τον «τρελό» Διόνυσο και τη σοφή Αθηνά, και να γεμίσουμε τα χείλη μας φιλιά…  κι ας μείνει μόνο η αιώνια , ιδανική μορφή σου, σφράγισμα των χρωμάτων της φύσης στον καθαρό ουρανό….

Γιώργος Χρηστάκης

Αναμνήσεις της Καθαρής Δευτέρας και άλλα ευτράπελα...






     Τα γλέντια της τελευταίας Κυριακής της αποκριάς, συνεχίζονταν. Η παράδοση, παράδοση… Τώρα όμως που ο Αντώνης έμενε σε εξοχή, το γλέντι επεκτάθηκε… Όλοι μετά το ολονύχτιο τραπέζι των Λαμπαδαράκηδων, ερχόντουσαν στον σπίτι μας για τα «κούλουμα»… Ο Λαμπαδαράκης, πάντα μερακλής, σήκωνε την ψαραγορά της Βαρβακείου, φέρνοντας κάτι πρωτόγνωρα σε μένα εδέσματα: Κυδώνια, Καλόγνωμες, Μύδια, Γαρίδες, σωλήνες. (Τότε επιτρέπονταν)…

        Την καθαρή Δευτέρα η Αλεξάνδρα κουβαλούσε μαζί της την μάνα της, την αδερφή της Νίκη, και τον αδερφό της Βαγγέλη. Και λέω κουβαλούσε, γιατί-όπως γκρίνιαζε και η Ιουλία-το σπίτι ήταν μικρό. Και καλά να είχε γλυκό καιρό γεγονός που θα βοηθούσε σε υπαίθριο τραπέζι. Αν όμως-πράγμα σύνηθες για τέτοια εποχή-έκανε κρύο:  «Έλα, ρε Ιουλία, την καθησύχαζε ο Αντώνης. Μεταξύ μας είμαστε, θα χωρέσουμε»… Πάντως, εμείς τα παιδιά είχαμε εκείνη την μέρα την τιμητική μας, καθώς το πέταγμα του αητού ήταν η κύρια απασχόληση της ημέρας. Να πάμε πρωί-πρωί να αγοράσουμε το αητάκι, άλλος με το τριφύλλι, άλλος με τον δικέφαλο, άλλος με το σήμα του Ολυμπιακού, να κάνουμε τα ζύγια, να ψαλιδίσουμε εφημερίδες για να κάνουμε ουρές…

         Η γιαγιά του Θοδωράκη, του εξαδέρφου μου, ήταν μαμή. Δεν έμαθα ποτέ το όνομά της. Όλοι την ξέρανε: «Η Μαμή». Αυτή με είχε ξεγεννήσει, στο σπίτι που έμενε η μάνα μου. Ήταν υπέρ το δέον αθυρόστομη: « Είχες ένα τσουτσουνάκι τόσο δα, ρε μπαγασάκο», μου έλεγε. Και ύστερα, στο τραπέζι, προχωρούσε σε πιο χοντρά. Έκανε, ας πούμε, η Ιουλία ένα ρολό κιμά στο φούρνο, και η Μαμή σχολίαζε: «Μωρή Ιουλία; Τι είν αυτή η πούτσα;»… Ή, πάλι, βλέποντας τα ανοιχτά μύδια, έλεγε: «Μωρέ, ίδια μουνιά είναι αυτά!», μη παραλείποντας να κάνει και τον γνωστό παραλληλισμό του χταποδιού με το «άλλο», που «όσο το χτυπάς απλώνει»… Και όταν οι άλλοι της έκαναν παρατήρηση δείχνοντας με τρόπο εμάς τα ανήλικα, έλεγε: «Μμμμ… Σιγά τα μπρόκολα καλέ… Ας τα μάθουν σωστά όταν θα πάνε στο σχολείο. Περιδιαγραμμάτου: Πέος ο κιμάς, αιδοίο το μύδι… Χαχαχαχα»… Η Νίκη, η κόρη της που ήταν υπαρξίστρια, καθώς έμενε στην ίδια γειτονιά με τον περιώνυμο Σίμο, στην πλατεία Κουμουνδούρου, έλεγε κι αυτή κάτι περίεργα: «Τι θέλει ο άνθρωπος για να τη βγάλει; Ένα τσιγαριλίκι κι ένα μπακλαβά!…» Ο Βαγγέλης, ο γιός της, έκανε ένα νούμερο πάντα το ίδιο. Έχω παρατηρήσει ότι ορισμένοι άνθρωποι κάνουν ή λένε τα ίδια αστεία, πάντα στους ίδιους ανθρώπους. Καμιά φορά συλλαμβάνω κι εγώ τον εαυτό μου να το κάνει. Φταίνε όμως και οι άλλοι, που ζητούν από τον ίδιο άνθρωπο την ίδια χιλιοειπωμένη ιστορία, εκείνη που ήδη έχουν χιλιοακούσει… Έτσι λοιπόν, κι εκείνη την Καθαρή Δευτέρα, και αφού η ρετσίνα είχε ρεύσει άφθονη, αρχίζουν τα χάχανα και οι παρακλήσεις: «Έλα ρε Βαγγέλη!... Κάνε μας το βιολί… Έλα ρε Βαγγέλη!..». Ο Βαγγέλης, που στην αρχή τάχα μου αρνιόταν, στο τέλος «ενδίδει»… Κατεβαίνει στο υπόγειο για να ετοιμάσει το νούμερο, και ύστερα από λίγο εμφανίζεται σαν βιολιστής. Ανεβαίνει σ’ ένα σκαμνί και αρχίζει να κουνάει πέρα-δώθε ένα ραβδάκι,(το δοξάρι), πάνω σε ένα τεντωμένο ξύλο που είχε περάσει μέσα από το μανίκι του σακακιού του. Κάποια στιγμή, το ελεύθερο χέρι του, κατεβαίνει μέσα από το πουκάμισο, μέχρι το υπογάστριό του. Συνεχίζει να παίζει το βιολί του, ώσπου…… Ο Θοδωράκης με σκουντάει με τον αγγόνα του: « Τώρα θα βγάλει έξω το πουλί του», μου λέει πονηρά… Και πράγματι, ενώ συνέχιζε ο Βαγγέλης το βιολί, κάνει μια έτσι και αρχίζει να βγάζει το δείκτη του χεριού του απο μπροστά χαμηλά, αφού ήδη τα κουμπιά του τα είχε από πρίν ξεκούμπωτα. Επαναλαμβάνει δυό-τρείς φορές την κίνηση, και στο τέλος υποκλίνεται στο κοινό του κρατώντας τώρα το δοξάρι με το δάχτυλο που έβγαινε από το κάτω μέρος… Η ομήγυρη ξεσπάει σε χειροκροτήματα : «Μπράβο ρε Βαγγέλη… Να σαι καλά!»... Και η Μαμή, ακάθεκτη, κλείνει την παράσταση κουνώντας το κεφάλι της αποφθεγματικά: «Να ήταν η ψωλή βιολί, θα ήσαν όλοι βιρτουόζοι»… (!!!!!!!!!!)…… Τα θαυμαστικά είναι δικά μου. Προστίθενται τώρα που καταλαβαίνω τι εννοούσε, μιάς και τότε δεν κατάλαβα τίποτα…. 

      Κατάλαβα όμως ένα χρόνο αργότερα… Ο Θοδωράκης, ήταν δυό χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ασφαλώς πιο πονηρεμένος. Το Καλοκαίρι ήρθε η θειά μου η Πόπη από την Συρία. Ένα απόγευμα ήρθε και στην Ιουλία με μια παλιά φίλη της από το μπαλέτο του «Ακροπόλ», επίσης παντρεμένη με Σύρο. Ήταν μια γυναικάρα άλλο πράμα. Κάτι σαν τη Σπεράντσα Βρανά… Τότε δεν θα μπορούσα να μιλάω γι αυτήν έτσι, αλλά ούτε και να κάνω την σύγκριση, μιάς και δεν θα το καταλάβαινα. Το λέω τώρα που την φέρνω στο νου μου. Ο Θοδωράκης όμως την έβλεπε με διαφορετικό μάτι, μάτι που χωνόταν επίμονα στο πράγματι πλούσιο ντεκολτέ της κυρίας Άννας. Έτσι έλεγαν την φίλη της θείας μου. Ύστερα από λίγο φύγαμε για να πάμε να παίξουμε στο ρέμα. Όταν φτάσαμε και κατεβήκαμε κάτω, μου λέει ο Θόδωρος: «Τι γυναικάρα είναι αυτή ρε Δημήτρη; Είδες τι βυζιά έχει; Κάτσε τώρα να δεις κάτι»… Και μου έδειξε… Και εγώ, έμαθα τότε, σε ηλικία 12 χρονών, ότι αυτό που έχουν τα αγόρια εκεί κάτω, και που είναι διαφορετικό από αυτό που έχουν τα κορίτσια, δεν το έχουν μόνο για να κάνουν τσίσα…
Δημήτρης Μπούκουρας
(Από τους "Διάττοντες")

Περί τυφλής βίας









Το να μάθει κανείς να σκέφτεται, να βουτάει τις λέξεις μέσα σε καθαρό κρυστάλλινο νερό, να τις ξεπλένει, να νιώσει τη σκέψη του καθαρή άβουη, φωτεινή και μυρωμένη, το να μάθει να βάζει τις λέξεις του άλλου στο κεφάλι του πρώτα, πριν τις πετάξει, σημαίνει πως έκανε ένα μεγάλο και ωραίο βήμα να συνδιαλλαχτεί, ν’ ανακατέψει τα λόγια του με τα λόγια του άλλου, να χτίσει κάτι....

Ίσως κι αυτός να είναι ο μόνος τρόπος να αναχαιτίσουμε την ολοένα αυξανόμενη παρακμή, την ολοένα ακμάζουσα δυσωδία γύρω μας.

Το εργαλείο του λόγου είναι ο τελευταίος προμαχώνας κατά τούτης της κτηνωδίας total, που μαστίζει τους καιρούς μας, κατά της αόρατης και άοσμης βίας που κρύβεται πίσω από κάθε γωνιά.

Όταν στερέψουν τα λόγια, όταν δεν ξέρουμε πια τι να πούμε, όταν μπερδευτεί η γλώσσα όταν καταρρεύσει η συγκροτημένη σκέψη τότε έχει έρθει η ώρα του τέρατος ν’ ανέβει στη σκηνή.

Μπουνιές, κλωτσιές, σφαλιάρες, μια βλακώδης και άξεστη τυφλή βία, θα λάμψει για να δείξει και πάλι τη βαρβαρότητα και τη γελοιότητα του ανθρώπινου είδους.

Η τυφλή βία είναι ίδιον των αδυνάμων. 
Αυτή που έχει "όραση" όχι.........




Γιώργος Χρηστάκης

Μουσείο Ροχαλητού




Θα ήταν τρομερό να μην μπορείς να ροχαλίσεις στο διάολο παθολογικές καταστάσεις, όπως  τις ζήλιες, την οργή και άλλες αμαρτίες.

Γιατί γι' αυτό υπάρχει ο ύπνος, για να μας φέρνει «στα συγκαλά μας»... αρκεί να του δώσεις χρόνο.

Ο ύπνος είναι ελεήμων, είναι εκείνο το πράγμα που μας δίνει την άφεση των αμαρτιών που ταλαιπώρησαν το σώμα μας... εξ' αιτίας μας.

Ως εκ τούτου απαγορεύεται να κάνουμε περισσότερες αμαρτίες από όσες μπορούμε να ροχαλίσουμε στο διάολο.

Μερικές αμαρτίες είναι αδύνατο να τις ροχαλίσεις στο διάολο, π.χ φασολάδα με ρέγγα, ελιές και μισό κιλό τυρί για «δειλινό».

Και την αμαρτία της τεμπελιάς δύσκολα την ροχαλίζεις στο διάολο, γιατί όσο πιο πολύ τεμπελιάζεις, τόσο πιο πολύ νυστάζεις.



Άνα Ζουμάνη
ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.